BIENNALE ARTE 2026 ΣΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ – ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Το δεύτερο μέρος του ταξιδιού στη Biennale Arte 2026 στη Βενετία συνδυάζει μια περιπλάνηση στις αυθεντικές γειτονιές της πόλης με μια εκτενή ματιά στην κεντρική έκθεση της Arsenale και σε ιστορικά παλάτια και εκκλησίες που φιλοξενούν έργα από όλο τον κόσμο. Μέσα από εγκαταστάσεις που μιλούν για μνήμη, ξεριζωμό, οικολογία, αποικιοκρατία και συλλογική φροντίδα, το άρθρο αναδεικνύει τη Βενετία ως μια ζωντανή σκηνή τέχνης, αλλά και ως πόλη που εξακολουθεί να αφηγείται τη δική της καθημερινή, ανθρώπινη ιστορία.
Πιο αναλυτικά
Λέξεις, εικόνες: Στέργιος Μήτας
Στο πρώτο μέρος του άρθρου περπατήσαμε στο Cannaregio, πήραμε το vaporetto και βγήκαμε στο Castello, που είναι μια από τις πιο αυθεντικές γειτονιές της Βενετίας και πήγαμε στο Giardini της Biennale, όπου είδαμε τα εθνικά περίπτερα των χωρών. Αν θέλεις να διαβάσεις το άρθρο θα το βρεις εδώ.
Στο δεύτερο μέρος θα περπατήσουμε στο αγαπημένο μου Cannaregio από άλλα στενά, θα πάμε με το vaporetto στο Castello, από εκεί στην Arsenale της Biennale και μετά σε κάποια από τα ιστορικά Palazzi της πόλης που ανοίγουν για την Biennale.
Η Biennale της Βενετίας θεωρείται η σημαντικότερη διεθνής διοργάνωση σύγχρονης τέχνης στον κόσμο. Ιδρύθηκε το 1895 και κάθε δύο χρόνια μετατρέπει ολόκληρη τη Βενετία σε μια ανοιχτή έκθεση τέχνης. Καλλιτέχνες, επιμελητές, συλλέκτες, δημοσιογράφοι και επισκέπτες από κάθε γωνιά του πλανήτη συναντιούνται εδώ για να δουν τι συμβαίνει σήμερα στην παγκόσμια καλλιτεχνική σκηνή.

Η καρδιά της διοργάνωσης χτυπά σε δύο ιστορικούς χώρους: στα Giardini, όπου βρίσκονται τα μόνιμα εθνικά περίπτερα πολλών χωρών και στην Arsenale, το παλιό ναυπηγείο της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας, που σήμερα φιλοξενεί τη μεγάλη διεθνή έκθεση. Παράλληλα, δεκάδες Palazzi, εκκλησίες, αποθήκες και ιστορικά κτίρια ανοίγουν τις πόρτες τους για να φιλοξενήσουν εκθέσεις και εγκαταστάσεις σε ολόκληρη την πόλη.
Η Biennale Arte 2026, με τίτλο In Minor Keys, φέρνει στη Βενετία περισσότερους από 110 καλλιτέχνες και συλλογικότητες από όλο τον κόσμο, ενώ συνολικά συμμετέχουν δεκάδες χώρες με τα δικά τους εθνικά περίπτερα. Σε κάθε διοργάνωση, περισσότεροι από μισό εκατομμύριο επισκέπτες περνούν από τους χώρους της Biennale, μετατρέποντας τη Βενετία σε ένα μοναδικό σημείο συνάντησης τέχνης, πολιτισμών και ιδεών.


Τα πάρκα της Βενετίας
Πριν ξεκινήσουμε τη διαδρομή δίπλα στο κανάλι του Cannaregio, κάναμε μια μικρή παράκαμψη για να περάσουμε από το Parco Savorgnan, ένα μικρό δημόσιο πάρκο που βρίσκεται μόλις λίγα λεπτά από τη Strada Nova. Η Βενετία δίνει συχνά την εντύπωση μιας πόλης από πέτρα, νερό και τούβλο, χωρίς ιδιαίτερους χώρους πρασίνου. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική. Αν απομακρυνθείς λίγο από τις πιο τουριστικές διαδρομές, θα ανακαλύψεις μικρά πάρκα, κήπους και αυλές που λειτουργούν σαν ανάσες δροσιάς μέσα στον πυκνό αστικό ιστό.
Το Parco Savorgnan είναι ένα από αυτά τα ήσυχα καταφύγια. Πανύψηλα δέντρα προσφέρουν σκιά ακόμη και τις πιο ζεστές μέρες του καλοκαιριού, ενώ οι περιποιημένοι διάδρομοι και οι μικρές φυτεύσεις δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που δύσκολα συνδέεις με την εικόνα που συνήθως έχουμε για τη Βενετία.
Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση είναι τα μεγάλα δέντρα της πόλης σε ύψος αλλά και σε ηλικία, άνω των 100 ετών. Τα δέντρα αυτά προστατεύονται αυστηρά από τον νόμο. Η Βενετία εφαρμόζει εδώ και χρόνια πολιτική ήπιου κλαδέματος, γι’ αυτό και τα δέντρα διατηρούν το φυσικό τους ύψος και σχήμα, σε αντίθεση με τις ελληνικές πόλεις, όπου τα δέντρα κλαδεύονται επιθετικά.
Πίσω από τα κανάλια, τα παλάτια και τα εκατομμύρια των επισκεπτών της Βενετίας κρύβεται μια πόλη πολύ πιο πράσινη απ’ όσο φαντάζεται κανείς με την πρώτη ματιά.



Περπατώντας δίπλα στο κανάλι του Cannaregio
Είναι μια πολύ όμορφη διαδρομή και ξεκινά από το τέλος της Εβραϊκής συνοικίας. Μου αρέσει να την κάνω το πρωί πριν ξεκινήσω την Biennale και την τέχνη. Κάνεις και το πρωινό σου περπάτημα, βλέπεις και την πόλη στην καθημερινή της ανθρώπινη διάσταση, έξω από τον τουρισμό.
Εδώ έχεις μπροστά σου μια άλλη Βενετία. Μια Βενετία που ξυπνά αργά, που απλώνει τα ρούχα της πάνω από τα στενά, που πίνει τον πρώτο καφέ της κοιτάζοντας το κανάλι και που συνεχίζει να ζει με τον δικό της ρυθμό, παρά τα εκατομμύρια των επισκεπτών που περνούν κάθε χρόνο από την πόλη.
Η Αρετή μου υπενθυμίζει ότι θα αργήσουμε στο βαρύ πρόγραμμα της ημέρας, αλλά δεν μπορώ να μην σταματώ κάθε λίγα μέτρα για να κοιτάζω και να φωτογραφίζω. Καθώς περπατάω δίπλα στο κανάλι νοιώθω ότι εδώ η πόλη μου αφηγείται την καθημερινότητά της. Τα απλωμένα ρούχα ανάμεσα στα κτίρια, μια κίτρινη βάρκα που διασχίζει αργά το κανάλι, τα χρώματα των παλιών προσόψεων που αλλάζουν καθώς ο ήλιος ανεβαίνει.
Τα νερά κινούνται αργά, οι βάρκες αντικαθιστούν τα αυτοκίνητα και οι ήχοι είναι διαφορετικοί. Δεν ακούς μηχανές και κορναρίσματα. Ακούς βήματα, φωνές από ανοιχτά παράθυρα, τον αέρα που περνά ανάμεσα στα κτίρια και το νερό που χτυπά απαλά στις πέτρες.
Για μένα αυτές οι στιγμές είναι εξίσου σημαντικές με τα έργα τέχνης που θα δω λίγο αργότερα στη Biennale. Η Βενετία είναι από μόνη της ένα ζωντανό έργο τέχνης, αρκεί να της δώσεις λίγο χρόνο να σου μιλήσει. Είναι από εκείνα τα πράγματα που δεν θα δεις γραμμένα στους μεγάλους ταξιδιωτικούς οδηγούς, αλλά αξίζει να τα ανακαλύψεις μόνος σου.



Η παλιά ραπτομηχανή στην La Merceria στο Cannaregio
Συνεχίσαμε το περπάτημα στο Cannaregio και κάτω από μια μικρή βενετσιάνικη γέφυρα το βλέμμα μου έπεσε πάνω σε μια παλιά ραπτομηχανή. Σταμάτησα αμέσως. Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία σε αυτές τις χειροκίνητες μηχανές που υπήρχαν κάποτε σε πολλά σπίτια, βοηθώντας τις νοικοκυρές να ράβουν τα δικά τους ρούχα.
Από μικρό παιδί θυμάμαι τη μητέρα μου να κάθεται ατέλειωτες ώρες μπροστά σε μία παρόμοια και κάπως έτσι έμαθα κι εγώ τα πρώτα μου μαθήματα ραπτικής. Μαζί της έχουμε ράψει αρκετά ρούχα με επιτυχία, γι’ αυτό και κάθε φορά που συναντώ μια παλιά ραπτομηχανή νιώθω σαν να συναντώ ένα μικρό κομμάτι από το παρελθόν μου.
Πλησίασα από περιέργεια και τότε κατάλαβα ότι η μηχανή δεν βρισκόταν εκεί τυχαία. Κάποτε ο χώρος λειτουργούσε σαν εργαστήριο ραπτικής. Σήμερα έχει μετατραπεί σε έναν μικρό πολιτιστικό πυρήνα της γειτονιάς, τη La Merceria – Spazio Ideale, μια γκαλερί και χώρο συνάντησης που δημιούργησαν οι κάτοικοι του Cannaregio για να στηρίξουν την τοπική καλλιτεχνική δημιουργία.
Εκθέσεις, εργαστήρια, παρουσιάσεις βιβλίων και μικρές πολιτιστικές δράσεις δίνουν ζωή σε έναν χώρο που λειτουργεί περισσότερο σαν σημείο συνάντησης της κοινότητας παρά σαν μια συμβατική γκαλερί Η φιλοσοφία του είναι να διατηρήσει ζωντανή τη σύνδεση της Βενετίας με τους κατοίκους, τους τεχνίτες και τους καλλιτέχνες της, σε μια εποχή που η πόλη συχνά μοιάζει να περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από τον τουρισμό.
Σε μια Βενετία που συχνά μοιάζει να ανήκει περισσότερο στους επισκέπτες παρά στους κατοίκους της, τέτοιες πρωτοβουλίες έχουν ιδιαίτερη αξία και αισθάνθηκα τυχερός που την συνάντησα.



Απο το Cannaregio στη Madonna dell Orto και στο vaporeto
Κάναμε μια στάση για καφέ στο αγαπημένο μας Sullaluna και συνεχίσαμε την πορεία μας για να πάρουμε το vaporeto. Για να φτάσουμε εκεί διασχίσαμε το βόρειο τμήμα του Cannaregio, τη γειτονιά της Madonna dell’Orto, μία από τις πιο αυθεντικές περιοχές της Βενετίας.
Λίγο αργότερα καθώς πλησιάζαμε στη στάση Madonna dell’Orto, η Βενετία άρχισε να ανοίγει προς τη λιμνοθάλασσα. Τα στενά σοκάκια έδιναν τη θέση τους σε μεγαλύτερους ορίζοντες και το βλέμμα μπορούσε επιτέλους να ταξιδέψει μακριά στα νησιά της λιμνοθάλασσας. Λίγα λεπτά αργότερα βρισκόμασταν στην αποβάθρα του vaporetto περιμένοντας το επόμενο δρομολόγιο.
Μου αρέσει αυτή η διαδρομή. Θα μπορούσα να πάω πιο γρήγορα στην Biennale από το μεγάλο κεντρικό κανάλι μαζί με τους τουρίστες. Θα έχανα όμως όλη αυτή την μαγευτική εικόνα της Βενετίας. Εδώ δεν υπάρχουν λεωφορεία, τραμ, μετρό ή αυτοκίνητα. Το νερό είναι ο δρόμος και τα vaporetti είναι τα λεωφορεία της πόλης. Εξυπηρετούν καθημερινά κατοίκους και επισκέπτες, συνδέοντας τις γειτονιές της Βενετίας με τα νησιά της λιμνοθάλασσας. Από το ιστορικό κέντρο μέχρι το Murano, το St. Erasmus, το Lido και δεκάδες μικρότερους προορισμούς, σχεδόν όλες οι μετακινήσεις πραγματοποιούνται δια θαλάσσης.
Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι πόσο καλά λειτουργεί το σύστημα. Τα vaporetti έρχονται με αξιοσημείωτη συνέπεια, οι ανταποκρίσεις είναι εύκολες και η μετακίνηση μέσα στην πόλη γίνεται πολύ πιο ομαλά απ’ όσο θα περίμενε κανείς σε έναν τόσο ιδιαίτερο τόπο.
Το Vaporeto διασχίζει την βόρεια πλευρά της πόλης, αφήνω πίσω μου σιγά- σιγά το Cannaregio και σε λίγο θα περπατήσω σε μια άλλη αυθεντική γειτονιά την Celestia για να φτάσω στο Arsenale της Biennale.



Από τη Celestia στην Biennale
Κατεβήκαμε στη στάση Celestia και αντί να ακολουθήσουμε τον πιο γρήγορο δρόμο προς την Arsenale, χαθήκαμε στα στενά της βόρειας Βενετίας. Είναι μια διαδρομή που θέλει λίγο χρόνο. Οι χάρτες δεν βοηθούν πάντα, οι γέφυρες σε στέλνουν αλλού και τα κανάλια σε αναγκάζουν να αλλάζεις συνεχώς πορεία.
Δεν με πειράζει. Στη Βενετία το χάσιμο είναι μέρος της εμπειρίας.
Στη διαδρομή συναντήσαμε μια παλιά πύλη από τούβλο σαν installation της γειτονιάς. Δεν ξέρω την ιστορία της και ίσως αυτό να μην έχει τόση σημασία. Στάθηκα για λίγο να την κοιτάξω, το ίδιο έκανε και η Αρετή, που την κοιτούσε προσεχτικά. Είναι ένα από εκείνα τα μικρά αρχιτεκτονικά απομεινάρια που συναντάς στις λιγότερο γνωστές γειτονιές της Βενετίας και σου θυμίζουν πως λειτουργούσε κάποτε η πόλη.
Συνεχίσαμε μέσα από τα στενά. Περπατούσαμε ανάμεσα σε μικρά campielli, στενά κανάλια και παλιά σπίτια με ξεφτισμένους σοβάδες. Τα παράθυρα σε πολλά σπίτια ήταν ανοιχτά, τα λουλούδια κρεμασμένα στα περβάζια και τα απλωμένα ρούχα κινούνταν ελαφρά από τον αέρα της λιμνοθάλασσας. Σε πολλά σημεία δεν συναντήσαμε σχεδόν κανέναν. Σε ένα στενό κανάλι ένας κάτοικος επέστρεφε σπίτι του με την βάρκα του.
Καθώς πλησιάζαμε προς την Arsenale, είχα την αίσθηση ότι η πόλη μας προετοίμαζε σιγά- σιγά για όσα θα ακολουθούσαν. Θα το ξαναπώ εδώ, ότι για μένα, η Biennale δεν ξεκινά στην είσοδο των εκθεσιακών χώρων. Ξεκινά από τη στιγμή που αφήνω πίσω τον θόρυβο της πόλης, χώνομαι στα στενά και αρχίζω να περπατώ και να παρατηρώ την πόλη δίπλα μου.



Biennale Arte 2026 – In Minor Keys
Φτάσαμε στην Arsenale σε αυτό το εντυπωσιακό κτίριο που από μόνο του είναι ένα έργο τέχνης. Θα σας το παρουσιάσω λίγο αργότερα μόλις μπούμε μέσα. Εδώ στεγάζεται το ένα από τα δυο μέρη που εκθέτει η Biennale. Στo πρώτο μου άρθρο είδαμε το πρώτο, το Giardini, τώρα θα δούμε το δεύτερο, την Arsenale.
Η 61η Biennale Arte της Βενετίας πραγματοποιείται από τις 9 Μαΐου έως τις 22 Νοεμβρίου 2026 και παραμένει η σημαντικότερη διοργάνωση σύγχρονης τέχνης στον κόσμο. Κάθε δύο χρόνια η Βενετία μετατρέπεται σε ένα τεράστιο διεθνές εργαστήριο ιδεών, με εκθέσεις που απλώνονται στους ιστορικούς χώρους του Giardini και της Arsenale, αλλά και σε δεκάδες παλάτια, εκκλησίες και βιομηχανικά κτίρια διάσπαρτα σε ολόκληρη την πόλη.
Η φετινή διοργάνωση έχει τίτλο ‘’In Minor Keys’’ και αποτελεί το πνευματικό έργο της επιμελήτριας Koyo Kouoh, από το Καμερούν, της πρώτης Αφρικανής γυναίκας που επιλέχθηκε να διευθύνει καλλιτεχνικά τη Biennale. Η Kouoh έφυγε απροσδόκητα από τη ζωή το 2025, λίγο πριν ολοκληρώσει το έργο της, όμως η ομάδα της συνέχισε και υλοποίησε το όραμά της.
Ο τίτλος ‘’In Minor Keys’’ προέρχεται από την μουσική. Είναι μια πρόσκληση να δώσουμε προσοχή στις πιο ήσυχες φωνές, στις μικρές ιστορίες, στη μνήμη, στην ενσυναίσθηση και στις ανθρώπινες εμπειρίες που συχνά χάνονται μέσα στον θόρυβο της εποχής μας.
Στην κεντρική έκθεση συμμετέχουν περίπου 110 καλλιτέχνες και συλλογικότητες, ενώ συνολικά η Biennale φιλοξενεί 99 εθνικές συμμετοχές στα περίπτερα των χωρών και σε εκθεσιακούς χώρους σε όλη τη Βενετία.
Η φετινή Biennale δεν έμεινε μακριά από τις γεωπολιτικές εντάσεις της εποχής μας. Λίγες ημέρες πριν από τα εγκαίνια, η πενταμελής διεθνής κριτική επιτροπή παραιτήθηκε συλλογικά, μετά τη διαμάχη που προκλήθηκε γύρω από τη συμμετοχή της Ρωσίας και του Ισραήλ και τη στάση που θα τηρούσε η επιτροπή απέναντι στα εθνικά τους περίπτερα. Η Biennale δεν όρισε νέα επιτροπή και αποφάσισε τα βραβεία να δοθούν από τους επισκέπτες. Έτσι όποιος επισκεφτεί και τους δυο χώρους θα λάβει ένα email με δικαίωμα ψήφου. Είναι η πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο και είμαι περίεργος να δω τα αποτελέσματα στο τέλος.


Khaled Sabsabi – khalil
Μπαίνοντας στην έκθεση έμεινα καθηλωμένος από μια μνημειώδη εγκατάσταση. Είχα ξαναδεί αυτά τα υπέροχα χρώματα και τον καλλιτέχνη στο περίπτερο της Αυστραλίας.
Τώρα βρέθηκα μπροστά σε έναν τεράστιο καμβά διαστάσεων 40 x 2,8 μέτρων, καλυμμένο με ακρυλικά χρώματα, πάνω στον οποία προβάλλεται μια HD βίντεο-εγκατάσταση οκτώ καναλιών, διάρκειας 64 λεπτών. Το έργο αναπτύσσεται σε μια τοξωτή κατασκευή από ατσάλι που ‘’αγκαλιάζει’’ τον θεατή.
Ο Sabsabi παντρεύει αριστοτεχνικά την παραδοσιακή ζωγραφική με την ψηφιακή τεχνολογία Το αποτέλεσμα είναι ένα μαγνητικό, παλλόμενο οπτικό πεδίο γεμάτο οργανικές αποχρώσεις του μπλε, του τυρκουάζ και του μωβ που μοιάζει να βρίσκεται σε διαρκή κίνηση.
Η εμπειρία του ‘’khalil ‘’ξεπερνά τα όρια της όρασης και της ακοής. Ο καλλιτέχνης ενεργοποιεί και την όσφρηση μας απελευθερώνοντας στον χώρο το βαθύ, γήινο άρωμα του μαύρου ουντ (black oud scent), δίνοντας έτσι στην επίσκεψη μια σχεδόν τελετουργική, ιερή διάσταση.
Ο τίτλος khalil, που στα αραβικά μεταφράζεται σαν ‘’στενός φίλος’’ ή ‘’σύντροφος’’, τοποθετεί αμέσως το φιλοσοφικό πλαίσιο της εγκατάστασης. Οι ρίζες του έργου ανατρέχουν στην ιδέα της ανθρώπινης και κοινωνικής κοινότητας, αντλώντας έμπνευση από τις ευαισθησίες του Σουφισμού —της μυστικιστικής διάστασης του Ισλάμ που εστιάζει στη ρευστή σχέση ανάμεσα στον εσωτερικό εαυτό, τον εξωτερικό κόσμο και το θείο.
Πίσω από την αισθητική υπεροχή του έργου κρύβεται ένα βαθιά προσωπικό, αλλά ταυτόχρονα παγκόσμιο βίωμα. Έχοντας αναγκαστεί να μεταναστεύσει από τον Λίβανο στην Αυστραλία το 1976 λόγω του πολέμου, ο Sabsabi σημαδεύτηκε από τον εκτοπισμό, την απώλεια και την περιθωριοποίηση. Αυτές οι εμπειρίες τον ώθησαν να αναζητήσει κοινότητες και ανθρώπους που μοιράζονται το ίδιο τραύμα του αναγκαστικού ξεριζωμού. Το khalil απορρίπτει τις απόλυτες σταθερές και τις έτοιμες απαντήσεις. Αντίθετα, αγκαλιάζει τη ροή και μια συνεχή διασύνδεση μονοπατιών.
Στο Περίπτερο της Αυστραλίας, στα Giardini ο Sabsabi εξερευνά τον εσωτερικό διάλογο με το ‘’Conference of one’s self’’, ενώ εδώ στο Arsenale με το ‘’khalil’’ ανοίγει την αγκαλιά του προς τον ‘’άλλον’’, τον σύντροφο, δημιουργώντας μια πανέμορφη εννοιολογική γέφυρα που μου άρεσε πάρα πολύ.
Για μένα και τα δυο έργα του Sabsabi ήταν μια πολύ δυνατή εμπειρία. Από τις σπάνιες δημιουργικές εκφράσεις όπου η παραδοσιακή ζωγραφική μαζί με την ψηφιακή τεχνολογία, αγγίζουν την καθαρή μορφή της τέχνης. Ηταν η πιο υποβλητική και πολυεπίπεδη site-specific εγκατάσταση της φετινής διοργάνωσης που είδα.


Guadalupe Maravilla – ICE Age Disease Thrower
Λίγο πιο κάτω αλλάζουμε εντελώς περιβάλλον. Με σταμάτησαν τα γλυπτά του Guadalupe Maravilla που είναι εντυπωσιακά. Οι μορφές μοιάζουν ταυτόχρονα με τοτέμ, πνεύματα, τελετουργικά οχήματα και φανταστικά πλάσματα. Τα υλικά —σχοινιά, υφάσματα, αντικείμενα που παραπέμπουν σε ταξίδι, επιβίωση και συλλογή αναμνήσεων— δημιουργούν μια έντονη παρουσία στον χώρο.
Είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση γιατί το έργο του βρίσκεται ακριβώς πάνω σε ένα από τα μεγάλα ρήγματα της σύγχρονης τέχνης: πότε η προσωπική ιστορία μετατρέπεται σε ισχυρή καλλιτεχνική μορφή και πότε γίνεται απλώς εικονογράφηση μιας πολιτικής ή βιογραφικής αφήγησης;
Το ερώτημα όμως είναι τι συμβαίνει αφού περάσει η πρώτη εντύπωση.
Η θεωρητική βάση του έργου είναι πολύ σαφής: μετανάστευση, αποικιοκρατία, τραύμα, ασθένεια, θεραπεία, συλλογική φροντίδα. Πρόκειται για θεματικές που κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια στη διεθνή εικαστική σκηνή και ιδιαίτερα στις μεγάλες διοργανώσεις όπως η Biennale. Ο Maravilla έχει το πλεονέκτημα ότι δεν μιλά αφηρημένα γι’ αυτές. Υπήρξε ο ίδιος παιδί πρόσφυγας από το Ελ Σαλβαδόρ και αργότερα αντιμετώπισε τον καρκίνο. Η βιογραφία του είναι πραγματική και όχι κατασκευασμένη για να υπηρετήσει μια καλλιτεχνική αφήγηση.
Εκεί που μπορεί να ασκηθεί κριτική είναι στο κατά πόσο το έργο ξεπερνά τη βιογραφία του δημιουργού. Κάποιες στιγμές αισθάνεται κανείς ότι γνωρίζει σχεδόν τα πάντα για το έργο διαβάζοντας το συνοδευτικό κείμενο. Η εμπειρία γίνεται κάπως προβλέψιμη: το γλυπτό λειτουργεί σαν φορέας ενός ήδη διατυπωμένου μηνύματος. Η αισθητική και η πολιτική πρόθεση βαδίζουν τόσο στενά μαζί, ώστε το έργο αφήνει σχετικά μικρό χώρο για αμφισημία ή ανακάλυψη.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχει κάτι που το σώζει από αυτή την παγίδα. Τα Disease Throwers δεν παρουσιάζονται σαν απλά γλυπτά αλλά σαν ενεργά αντικείμενα θεραπείας και ήχου. Η σχέση τους με το σώμα, τη δόνηση και την τελετουργία εισάγει μια διάσταση εμπειρίας που δεν εξαντλείται στην ανάγνωση της λεζάντας. Η τέχνη εδώ δεν λειτουργεί μόνο σαν αναπαράσταση ενός τραύματος αλλά σαν πρόταση ίασης, έστω συμβολικής.
Για μένα, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της εγκατάστασης δεν είναι η καταγγελία της ξενοφοβίας ή της αποικιοκρατίας — θέματα που συναντά κανείς σχεδόν παντού στη Biennale. Είναι η προσπάθεια να συνδεθούν η προσωπική μνήμη, η σωματική ασθένεια και ο ήχος σε ένα ενιαίο σύστημα συμβόλων. Εκεί το έργο αποκτά μια ιδιαιτερότητα που το διαφοροποιεί από πολλές άλλες πολιτικοποιημένες εγκαταστάσεις.


Theo Eshetu – Garden of the Broken Hearted
Η ελιά που υποφέρει
Έφτασα μπροστά σε ένα έργο που με σταμάτησε, αλλά όχι με τον τρόπο που ίσως θα ήθελε ο δημιουργός του. Να ομολογήσω ότι δεν ήθελα να δω αυτό το έργο, αλλά είχα ακούσει πολλά και είπα μέσα μου – μήπως κάνεις λάθος; Δεν έκανα όμως.
Πρόκειται για μια αιωνόβια ελιά που η μοίρα της δεν της πήγε και τόσο καλά. Την παρέλαβε ένας καλλιτέχνης που πίστεψε ότι αν την βάλει να γυρίζει φωτισμένη μέσα στο Arsenale θα γίνει έργο τέχνης και θα μιλά για την θλίψη.
Φυσικά και μιλά για την θλίψη, την ίδια της την θλίψη που αργοπεθαίνει εδώ μέσα, χωρίς να μπορεί να φύγει. Εδώ η ενσυναίσθηση, που ήταν ένα από τα ζητούμενα της φετινής διοργάνωσης, απουσιάζει. Ίσως και η ίδια η Biennale να μην είχε άλλο έργο τόσο θλιβερό να παραλληλίσει με τον τίτλο της έκθεσης της ‘’In minor keys’’και της έδωσε τόση δημοσιότητα, μαζί με μια ομάδα ανθρώπων του τύπου.
Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι ακόμη και η ίδια η πινακίδα, σχεδόν παραδέχεται ότι το δέντρο υποφέρει: απομακρύνθηκε από το περιβάλλον του, χάνει φύλλα, στερείται τον φυσικό του ρόλο, βρίσκεται σε μια μεταβατική κατάσταση ζωής και φθοράς. Το έργο λοιπόν μιλά για τον ξεριζωμό, δημιουργώντας έναν πραγματικό ξεριζωμό.
Το έργο μιλά για φροντίδα, αλλά χρησιμοποιεί ένα ζωντανό δέντρο σαν εκθεσιακό αντικείμενο, μιλά για ρίζες, αλλά ξεριζώνει κυριολεκτικά ένα δέντρο, μιλά για τη ζωή, αλλά η εμπειρία του θεατή είναι ότι παρακολουθεί μια αργή φθορά.
Πλησίασα την ελιά και ακούμπησα για λίγο τον κορμό της. Ήταν μια αυθόρμητη κίνηση. Σαν να ήθελα να της πω κουράγιο. Να αντέξει αυτούς τους έξι μήνες κλεισμένη εδώ μέσα. Αν μπορούσα, θα την έβγαζα έξω στον ήλιο.


Το κτίριο της Arsenale
Χρειαζόμουν λίγο χρόνο για να ηρεμήσω και άρχισα να κάνω βόλτες μέσα στο υπέροχο κτίριο της Arsenale και να το θαυμάζω. Μερικές φορές είναι το καλύτερο έργο τέχνης. Είναι τόσο επιβλητικό και όμορφο με τους κίονες από εμφανές τούβλο και την εντυπωσιακή οροφή που σε παρασέρνει να το κοιτάζεις με τις ώρες.
Η Arsenale ήταν κάποτε ένα ναυπηγείο. Ήταν η καρδιά της ναυτικής και οικονομικής δύναμης της Βενετίας για πολλούς αιώνες.
Ιδρύθηκε το 1104 και εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο βιομηχανικό συγκρότημα της Ευρώπης πριν από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Εδώ κατασκευάζονταν, επισκευάζονταν και εξοπλίζονταν τα πολεμικά και εμπορικά πλοία της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Στην ακμή της απασχολούσε χιλιάδες εργάτες, τους περίφημους arsenalotti, και ήταν τόσο οργανωμένη ώστε πολλοί ιστορικοί τη θεωρούν πρόδρομο της σύγχρονης γραμμής παραγωγής.
Η δύναμη της Βενετίας στη Μεσόγειο βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην Arsenale. Από εδώ έφευγαν τα πλοία που μετέφεραν εμπορεύματα σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο και από εδώ εξοπλίζονταν οι στόλοι που προστάτευαν τα εμπορικά συμφέροντα της πόλης.
Αξίζει να θυμάσαι και ένα εντυπωσιακό στοιχείο: τον 16ο αιώνα η Arsenale μπορούσε, σύμφωνα με τις πηγές της εποχής, να παραδίδει σχεδόν ένα πλήρως εξοπλισμένο πολεμικό πλοίο την ημέρα.
Για τα δεδομένα εκείνης της εποχής ήταν κάτι αδιανόητο.
Σήμερα ένα μεγάλο μέρος των ιστορικών κτιρίων της Arsenale φιλοξενεί την κεντρική έκθεση της Biennale. Αυτό είναι και το στοιχείο που κάνει τον χώρο τόσο ιδιαίτερο. Περπατάς ανάμεσα σε έργα σύγχρονης τέχνης, αλλά γύρω σου βρίσκονται οι τεράστιες αποθήκες, τα ναυπηγεία και οι πέτρινοι χώροι όπου για αιώνες κατασκευάζονταν τα πλοία που έκαναν τη Βενετία θαλασσοκράτειρα.


Himali Singh Soin & David Soin Tappeser – Mountain, pixelated in the water
Οι μνήμες μιας χαμένης ηπείρου
Αυτή η εγκατάσταση με τα κρεμασμένα μπλε πανιά με σταμάτησε αμέσως και με εντυπωσίασε. Η εγκατάσταση των Himali Singh Soin και David Soin Tappeser αποτελείται από δύο έργα. Subcontinentment – το ηχητικό έργο και ηχητικό τοπίο της εγκατάστασης. Mountain, pixelated in the water – τα μεγάλα υφαντά μπλε πανό που κρέμονται από την οροφή.
Τα μπλε πανιά σχημάτιζαν ένα είδος υφασμάτινου δάσους μέσα στον τεράστιο βιομηχανικό χώρο της παλιάς ναυπηγικής εγκατάστασης. Η πρώτη μου αντίδραση ήταν καθαρά αισθητική. Το βαθύ μπλε των υφασμάτων, οι φωτισμοί, ο ήχος και η κλίμακα του έργου δημιουργούσαν ένα περιβάλλον που σε καλούσε να περπατήσεις αργά ανάμεσά τους. Μετα ένοιωσα ότι βρισκόμουν κάπου γύρω από πάγους.
Διαβάζοντας την τεκμηρίωση ανακάλυψα ότι το έργο κρύβει μια βαθύτερη οικολογική και γεωλογική αφήγηση. Οι δύο καλλιτέχνες ερευνούν εδώ και χρόνια τις πολικές περιοχές, τους παγετώνες και τις αόρατες συνδέσεις ανάμεσα στην Ινδία και την Ανταρκτική, δύο τόπους που σήμερα βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά αλλά κάποτε αποτελούσαν τμήματα της ίδιας υπερηπείρου, της Πανγαίας.
Το έργο μάς καλεί να σκεφτούμε τον πλανήτη όχι μέσα από τα ανθρώπινα χρονικά μέτρα, αλλά μέσα από τον ‘’βαθύ χρόνο’’ της γεωλογίας, όπου οι ήπειροι μετακινούνται, οι θάλασσες ανοίγουν και κλείνουν και τα ίχνη του παρελθόντος παραμένουν κρυμμένα κάτω από την επιφάνεια.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος κατασκευής των υφαντών. Οι καλλιτέχνες συνεργάστηκαν με τεχνίτες που χρησιμοποιούν μετάξι ahimsa, μια παραδοσιακή μέθοδο παραγωγής που δεν απαιτεί τη θανάτωση του μεταξοσκώληκα. Ακόμη και στα υλικά του, το έργο προσπαθεί να συνδέσει την τέχνη με μια πιο ήπια και συνειδητή σχέση απέναντι στο φυσικό περιβάλλον.
Σε μια Biennale όπου πολλά έργα μιλούσαν για την οικολογική κρίση μέσα από εικόνες καταστροφής, η εγκατάσταση αυτή ακολουθούσε έναν διαφορετικό δρόμο. Δεν προσπαθούσε να σοκάρει. Προσκαλούσε τον επισκέπτη να σταθεί για λίγο, να ακούσει, να παρατηρήσει και να θυμηθεί ότι ο άνθρωπος είναι μόνο ένα μικρό επεισόδιο στην πολύ μεγαλύτερη ιστορία της Γης.


Annalee Davis – Let This Be My Cathedral
Ας γίνει η φύση ο ναός μου
Με αυτό το έργο ταυτίστηκα σχεδόν μόλις το είδα. Από μακριά έμοιαζε με μια τεράστια βοτανική συλλογή. Φύλλα, σπόροι, κλαδιά, λουλούδια και καρποί ήταν τοποθετημένα πάνω σε μια μεγάλη μπλε επιφάνεια σαν κάποιος να είχε καταγράψει με υπομονή έναν ολόκληρο κόσμο φυτών πριν αυτός χαθεί. Πλησίασα, κάθισα και έμεινα περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζα κοιτώντας το έργο.
Η Annalee Davis ζει και εργάζεται στα Μπαρμπάντος, σε μια πρώην φυτεία ζάχαρης όπου έζησε η οικογένειά της για γενιές. Το έργο της κινείται γύρω από τη σύνθετη σχέση ανάμεσα στη γη, την αποικιοκρατία και τη μνήμη. Στο Let This Be My Cathedral χρησιμοποιεί φυτά που καλλιεργεί η ίδια στον κήπο της, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο φυτολόγιο που λειτουργεί ταυτόχρονα σαν έργο τέχνης και σαν αρχείο ενός τόπου.
Αυτό που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι η Davis δεν αντιμετωπίζει τη φύση σαν κάτι διακοσμητικό ή αποκομμένο από την ανθρώπινη ιστορία. Τα φυτά εδώ γίνονται φορείς μνήμης.
Κουβαλούν την ιστορία των φυτειών, της εκμετάλλευσης της γης, των κοινωνικών ανισοτήτων αλλά και της δυνατότητας επούλωσης. Ανάμεσα στα αποξηραμένα φύλλα και τους σπόρους κρύβεται μια ολόκληρη αφήγηση για το πώς το περιβάλλον και οι άνθρωποι διαμορφώνουν ο ένας τον άλλον μέσα στον χρόνο. Μας υπενθυμίζει ότι η προστασία της φύσης δεν αφορά μόνο τα οικοσυστήματα και τα είδη που χάνονται.
Ο τίτλος, Let This Be My Cathedral – Ας γίνει αυτό ο καθεδρικός μου, αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία. Η Annalee Davis μοιάζει να προτείνει ότι η φύση μπορεί να αποτελέσει έναν σύγχρονο ιερό χώρο. Όχι έναν χώρο λατρείας χτισμένο από πέτρα, αλλά έναν χώρο περισυλλογής χτισμένο από φύλλα, σπόρους, μνήμες και οικολογική συνείδηση.
Με βρήκε απόλυτα σύμφωνο η σκέψη της. Ίσως γιατί, ύστερα από αμέτρητα χιλιόμετρα σε βουνά, δάση, θάλασσες και απομακρυσμένα τοπία, έχω καταλήξει κι εγώ στο ίδιο συμπέρασμα. Για κάποιους οι καθεδρικοί είναι χτισμένοι από πέτρα. Για άλλους, από δέντρα, σύννεφα, νερό και σιωπή. Η φύση έχει γίνει ο δικός μου καθεδρικός εδώ και πολλά χρόνια.

Senzeni Marasela – Οι πληγές που άφησαν τα ορυχεία
Λίγο πιο κάτω με σταμάτησαν πάλι κάτι κρεμασμένα υφαντά. Από μακριά η εγκατάσταση της Senzeni Marasela μοιάζει σχεδόν τελετουργική. Τεράστιες κόκκινες υφαντές μορφές αιωρούνται από την οροφή της Arsenale σαν παράξενα φυτικά σώματα ή γιγάντιες σταγόνες που έχουν παγώσει στον χρόνο. Όσο όμως πλησιάζει κανείς, η πρώτη αισθητική εντύπωση δίνει τη θέση της σε μια πολύ πιο σκοτεινή ιστορία.
Η Νοτιοαφρικανή καλλιτέχνης αντλεί το υλικό της από τη μεταλλευτική ιστορία της χώρας της και από το ανθρώπινο κόστος που κρύβεται πίσω από τον πλούτο των ορυχείων χρυσού. Κάθε υφαντό έργο παραπέμπει σε μια πραγματική μεταλλευτική καταστροφή και φέρει στον τίτλο του τον τόπο, τη χρονολογία και τον αριθμό των θυμάτων.
Η Marasela μεγάλωσε κοντά στις μεταλλευτικές περιοχές του Witwatersrand, εκεί όπου η εξόρυξη χρυσού συνέβαλε στην ανάπτυξη του Γιοχάνεσμπουργκ αλλά και στη δημιουργία βαθιών κοινωνικών ανισοτήτων. Στο έργο της εξετάζει τις συνέπειες της εξορυκτικής βιομηχανίας στις ζωές των μαύρων οικογενειών της Νότιας Αφρικής, τις αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, τη διάλυση των κοινοτήτων και τις πληγές που άφησε το απαρτχάιντ στις επόμενες γενιές.
Οι κατακόρυφες κόκκινες κλωστές που καταλήγουν σχεδόν στο δάπεδο μοιάζουν ταυτόχρονα με ποτάμια αίματος, με φλέβες της γης και με τους σκοτεινούς άξονες των ορυχείων που χάνονται στο υπέδαφος.
Αυτό που με κέρδισε δεν ήταν μόνο η εντυπωσιακή παρουσία της εγκατάστασης αλλά ο τρόπος με τον οποίο συνδέει το τοπίο με τη μνήμη. Η γη εδώ δεν παρουσιάζεται σαν φυσικός πόρος αλλά σαν φορέας ιστοριών, απωλειών και ανθρώπινων ζωών. Κάθε νήμα λειτουργεί σαν μια γραμμή μνήμης που ενώνει το υπόγειο με την επιφάνεια, το παρελθόν με το παρόν και τους αριθμούς των θυμάτων με τις ζωές.

Joana Hadjithomas & Khalil Joreige – Unconformities: What Lies Beneath Our Feet
Πλησιάζοντας σε αυτό το σημείο αρχικά είδα μια σειρά από διαφανείς κυλίνδρους που αιωρούνταν στον χώρο, γεμάτους με στρώσεις χώματος, πετρωμάτων και θραυσμάτων. Η πρώτη εντύπωση ήταν σχεδόν εργαστηριακή. Όσο όμως πλησίαζα, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσα ότι δεν κοιτούσα γεωλογικά δείγματα αλλά συμπυκνωμένες ιστορίες τόπων και ανθρώπων.
Οι δύο καλλιτέχνες συνεργάστηκαν με αρχαιολόγους και γεωλόγους και χρησιμοποίησαν πυρήνες γεωτρήσεων από διαφορετικές περιοχές της Μεσογείου και της Ευρώπης για να δημιουργήσουν ένα είδος υπόγειου αρχείου μνήμης. Κάθε στρώμα χώματος αντιστοιχεί σε μια διαφορετική εποχή, σε μια καταστροφή, μια ανοικοδόμηση ή μια ανθρώπινη παρουσία που χάθηκε κάτω από τις επόμενες.
Το έργο θυμίζει ότι καμία πόλη δεν είναι πραγματικά καινούρια. Κάτω από τους δρόμους, τα σπίτια και τις πλατείες υπάρχουν αμέτρητα ίχνη από προηγούμενες ζωές που εξακολουθούν να συνυπάρχουν σιωπηλά με το παρόν.
Αυτό που με κέρδισε περισσότερο ήταν η ιδέα ότι το έδαφος κρύβει μέσα του όλες τις προηγούμενες εκδοχές ενός τόπου. Κάθε γενιά γράφει τη δική της ιστορία πάνω στα ίχνη της προηγούμενης, χωρίς ποτέ να τα σβήνει ολοκληρωτικά. Η Βενετία, η Θεσσαλονίκη, η Βηρυτός, ή το Παρίσι δεν είναι μόνο οι πόλεις που βλέπουμε σήμερα αλλά και όλες οι πόλεις που προηγήθηκαν.
Είναι ένα έργο χαμηλών τόνων, χωρίς θεαματικές χειρονομίες, που όμως μιλά με ιδιαίτερα εύστοχο τρόπο για τον χρόνο, τη μνήμη και τη διαρκή μεταμόρφωση των τόπων.



Alfredo Jaar – The End of the World
Ηταν ένα από τα πιο ιδιαίτερα έργα της Biennale. Ανοίγεις μια κουρτίνα και μπαίνεις μέσα σε ένα εκτυφλωτικό κόκκινο περιβάλλον που έμοιαζε περισσότερο με προειδοποίηση παρά με έκθεση τέχνης. Ο χώρος είναι άδειος, στο βάθος υπάρχει μια προθήκη, καταλαβαίνεις ότι προς τα εκεί πρέπει να πας. Στο κέντρο της βρισκόταν ένας μικρός κύβος, σχεδόν ασήμαντος σε μέγεθος μπροστά στην κλίμακα της αίθουσας. Κι όμως, μέσα σε αυτόν είχαν συμπιεστεί δέκα από τα σημαντικότερα ορυκτά της εποχής μας: κοβάλτιο, λίθιο, νικέλιο, χαλκός, μαγγάνιο και άλλα μέταλλα που αποτελούν τη βάση των μπαταριών, των ηλεκτρονικών συσκευών της τεχνητής νοημοσύνης και της λεγόμενης πράσινης μετάβασης.
Ο Jaar δεν στρέφει την προσοχή μας στην τεχνολογία αλλά στο αόρατο κόστος που τη συνοδεύει.
Πίσω από κάθε ηλεκτρικό αυτοκίνητο, κάθε κινητό τηλέφωνο και κάθε ψηφιακή συσκευή κρύβονται τεράστια ορυχεία, κατεστραμμένα οικοσυστήματα, γεωπολιτικές συγκρούσεις και κοινωνίες που πληρώνουν το τίμημα της εξόρυξης.
Ο τίτλος του έργου, The End of the World, μου φάνηκε υπερβολικά βαρύς. Όσο όμως στεκόμουν απέναντι στον μικρό μεταλλικό κύβο, συνειδητοποιούσα ότι ο Alfredo Jaar δεν μιλά για μια ξαφνική αποκάλυψη, αλλά για ένα παγκόσμιο σύστημα κατανάλωσης που απαιτεί ολοένα περισσότερους πόρους για να συντηρηθεί. Το έργο δεν απορρίπτει την τεχνολογική πρόοδο, μας καλεί όμως να αναρωτηθούμε τι ακριβώς κρύβεται πίσω από αυτήν και ποιος πληρώνει το πραγματικό της κόστος.
Βγαίνοντας από την εγκατάσταση σκέφτηκα ότι η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας βρίσκεται ακριβώς εδώ. Αναζητούμε λύσεις για την κλιματική κρίση, αλλά ταυτόχρονα χρειαζόμαστε όλο και περισσότερα υλικά που εξορύσσονται από τη γη για να τις υλοποιήσουμε. Το έργο του Jaar δεν δίνει απαντήσεις. Βάζει όμως ένα ερώτημα που δύσκολα μπορεί να αγνοήσει κανείς: μπορεί η μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο μέλλον να βασιστεί στο ίδιο μοντέλο αδιάκοπης εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων που μας οδήγησε ως εδώ;


Οι εξωτερικοί χώροι της Arsenale.
Είχαμε ολοκληρώσει τη διαδρομή μέσα στο μεγάλο κεντρικό κτίριο της Arsenale και βγήκαμε με την Αρετή έξω, αναζητώντας λίγο καθαρό αέρα και μια μικρή παύση από την ένταση των εικόνων και των ιδεών που είχαμε μόλις συναντήσει. Αυτό όμως αποδείχθηκε δυσκολότερο απ’ όσο περιμέναμε.
Όπως και στο Giardini, έτσι και εδώ οι εξωτερικοί χώροι μοιάζουν να έχουν σχεδιαστεί περισσότερο για διέλευση παρά για παραμονή. Τα σημεία για να καθίσει κανείς είναι λίγα και συχνά άβολα, οι τουαλέτες δυσανάλογα λίγες για τον όγκο των επισκεπτών, ενώ μια απλή βρύση με πόσιμο νερό παραμένει δυσεύρετη. Σε μια έκθεση όπου περνάς ολόκληρη την ημέρα χωρίς να μπορείς να βγεις και να επιστρέψεις με το ίδιο εισιτήριο, αυτές οι λεπτομέρειες παύουν να είναι λεπτομέρειες.
Αυτό που με ξένισε περισσότερο ήταν η αντίφαση ανάμεσα σε όσα συναντούσα μέσα στις αίθουσες και σε όσα βίωνα έξω από αυτές. Η φετινή Biennale μιλά διαρκώς για τη φροντίδα, τη συλλογικότητα, την ανθρώπινη παρουσία και τη σχέση μας με το περιβάλλον. Κι όμως, ο ίδιος ο χώρος δεν δείχνει να φροντίζει ιδιαίτερα τον άνθρωπο που τον διασχίζει.
Μάλλον εδώ κρύβεται μια χαμένη ευκαιρία. Η Biennale θα μπορούσε να μετατρέψει τους εξωτερικούς της χώρους σε ένα ακόμη πεδίο δημιουργίας, προσκαλώντας αρχιτέκτονες τοπίου και σχεδιαστές να φανταστούν νέους τρόπους ξεκούρασης και παραμονής.
Γιατί μετά από έξι ή επτά ώρες μέσα στην Biennale η τέχνη δεν κουράζει μόνο τα πόδια αλλά και το μυαλό. Κάθε έργο ζητά χρόνο, προσοχή και συναισθηματική συμμετοχή. Όταν έχεις μπροστά σου εκατοντάδες έργα, η ανάγκη για παύση γίνεται μέρος της ίδιας της εμπειρίας. Ένα παγκάκι στη σκιά, λίγο νερό και ένας χώρος ηρεμίας δεν είναι απλώς ζήτημα άνεσης είναι προϋπόθεση για να μπορέσει ο επισκέπτης να συνεχίσει να βλέπει, να σκέφτεται και να αισθάνεται. Η φροντίδα του σώματος είναι τελικά και φροντίδα της εμπειρίας της τέχνης.

Αργεντινή – Monitor Yin Yang του Matías Duville
Η μνήμη της γης
Μετα την μικρή μας ξεκούραση σε ένα άβολο παγκάκι συνεχίσαμε το art-trip στα εθνικά περίπτερα των χωρών που εκθέτουν εδώ. Θα σου παρουσιάσω κάποια που με έκαναν να σταματήσω. Ένα από αυτά ήταν της Αργεντινής, ίσως το πρώτο που με κέρδισε πριν ακόμη διαβάσω το παραμικρό για το έργο.
Μπαίνοντας στον χώρο βρέθηκα μέσα σε ένα παράξενο τοπίο από λευκό αλάτι και μαύρα ίχνη που έμοιαζαν με απολιθώματα, αποξηραμένες κοίτες ποταμών, ρίζες ή τα απομεινάρια κάποιου χαμένου οικοσυστήματος. Οι μεταλλικές κολόνες χώριζαν τον χώρο σαν έναν τεχνητό δρυμό, ενώ το βλέμμα περιπλανιόταν πάνω στις ανάγλυφες επιφάνειες του εδάφους προσπαθώντας να αναγνωρίσει μορφές και σημάδια. Η εγκατάσταση δεν σου έδινε απαντήσεις. Σε καλούσε να κινηθείς αργά, να παρατηρήσεις και να αφεθείς σε μια αίσθηση αβεβαιότητας.
Ο Αργεντινός καλλιτέχνης Matías Duville δημιουργεί εδώ έναν ενδιάμεσο κόσμο ανάμεσα στη φύση και την ανθρώπινη παρέμβαση. Το έργο μιλά για το τοπίο σαν φορέα μνήμης, για τις δυνάμεις που διαμορφώνουν τη γη αλλά και για τα ίχνη που αφήνει πάνω της ο άνθρωπος. Το αλάτι, το κάρβουνο και οι σχεδιασμένες επιφάνειες παραπέμπουν ταυτόχρονα σε γεωλογικούς χρόνους και σε σύγχρονες περιβαλλοντικές πληγές. Καθώς περπατούσα ανάμεσα στις μορφές, είχα την αίσθηση ότι βρισκόμουν σε έναν τόπο μετά από κάποια οικολογική καταστροφή, αλλά και σε ένα αρχαιολογικό πεδίο όπου το παρελθόν δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί πλήρως.
Αυτό που εκτίμησα περισσότερο ήταν η οικονομία των μέσων του. Χωρίς εντυπωσιακά τεχνολογικά εφέ και χωρίς να καταφεύγει σε διδακτισμό, το περίπτερο κατάφερε να δημιουργήσει μια έντονη σωματική εμπειρία. Περπατούσες μέσα στο έργο και ταυτόχρονα μέσα σε μια σκέψη για τον χρόνο, τη φθορά και την εύθραυστη σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον. Ήταν από εκείνες τις εγκαταστάσεις που λειτουργούν πρώτα με το ένστικτο και μετά με τη λογική, αφήνοντας στον επισκέπτη περισσότερο χώρο να αισθανθεί παρά να ερμηνεύσει.

Μεξικό – Invisible Acts to Sustain the Universe
Το αλάτι της μνήμης
Έφυγα από ένα περίπτερο με αλάτι και πήγα σε ένα άλλο πάλι με αλάτι. Στην Αργεντινή το συνάντησα σαν γεωλογική μνήμη, σαν αποτύπωμα του χρόνου πάνω στο τοπίο. Στο Μεξικό το ίδιο υλικό μεταμορφωνόταν σε σύμβολο φροντίδας, τελετουργίας και συλλογικής ζωής. Δύο εντελώς διαφορετικές προσεγγίσεις που απέδειξαν πόσο διαφορετικές ιστορίες μπορεί να αφηγηθεί το ίδιο υλικό όταν αλλάζει ο πολιτισμικός φακός μέσα από τον οποίο το κοιτάζουμε.
Μπαίνοντας στον χώρο ένιωσα σαν να περνώ σε μια διαφορετική χρονικότητα. Ανάμεσα σε διαδρομές από αλάτι, πήλινα αγγεία, ημιδιαφανείς οθόνες και αργές κινούμενες εικόνες σωμάτων, το έργο δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα τελετουργίας παρά έκθεσης.
Η εγκατάσταση της καλλιτέχνιδας RojerioGo (María Soledad Martínez) αντλεί στοιχεία από ιθαγενείς, αφρομεξικανικές και αγροτικές παραδόσεις, προτείνοντας μια διαφορετική ανάγνωση της σχέσης μας με τη γη. Το αλάτι, βασικό υλικό του έργου, λειτουργεί σαν φορέας μνήμης και μεταμόρφωσης. Απορροφά την υγρασία, αλλάζει μορφή, διαβρώνει και ταυτόχρονα διατηρεί. Γύρω του αναπτύσσεται ένα τοπίο από διαδρομές και αντικείμενα που θυμίζουν χάρτη, λαβύρινθο και τόπο συνάντησης μαζί.
Αυτό που με κέρδισε περισσότερο ήταν η ιδέα των ‘’αόρατων πράξεων’’ που συντηρούν τον κόσμο. Όχι των μεγάλων ιστορικών γεγονότων ή των ηρωικών πράξεων, αλλά των μικρών καθημερινών κινήσεων φροντίδας που περνούν απαρατήρητες. Το έργο μιλά για τη σχέση του ανθρώπου με τη γη, τη μνήμη, τους προγόνους και την κοινότητα, χωρίς να καταφεύγει σε συνθήματα. Αντί να εξηγεί, δημιουργεί έναν χώρο όπου ο επισκέπτης καλείται να επιβραδύνει και να παρατηρήσει.


Μαρόκο – Astta
Ένας φόρος τιμής στις αόρατες γυναίκες
Το Μαρόκο είναι από τα αγαπημένα μου μέρη και έχω πάει αρκετές φορές. Εδώ βρεθήκαμε σε έναν ήσυχο χώρο που δεν θέλει να σε εντυπωσιάσει από την αρχή. Σε καλεί να τον δεις αργά και αν θέλεις να τον αισθανθείς, μπορείς να ξαπλώσεις, όπως έκανε η Αρετή πάνω σε ένα χειροποίητο υφαντό.
Η εγκατάσταση Astta της Amina Agueznay μετατρέπει το περίπτερο σε ένα είδος υφαντού αρχιτεκτονικού τοπίου. Τεράστιες υφαντές επιφάνειες, κλωστές, κόμποι και χειροποίητα μοτίβα δημιουργούν διαδρομές που θυμίζουν ταυτόχρονα τοίχους, δωμάτια και περάσματα. Σύμφωνα με το κείμενο του περιπτέρου, η λέξη ‘’Astta’’ παραπέμπει στο κατώφλι, στον ενδιάμεσο χώρο μετάβασης από τον έναν κόσμο στον άλλο. Και πράγματι, η εμπειρία μοιάζει λιγότερο με επίσκεψη σε έκθεση και περισσότερο με είσοδο σε έναν χώρο περισυλλογής.
Αυτό που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι ότι το έργο δεν αντιμετωπίζει την παραδοσιακή χειροτεχνία σαν φολκλόρ ή διακόσμηση. Αντίθετα, την παρουσιάζει σαν φορέα γνώσης. Τα υφαντά, οι κόμποι και οι τεχνικές που κληροδοτούνται από γενιά σε γενιά γίνονται μια μορφή αρχείου που μεταφέρει μνήμη, εμπειρία και πολιτισμό. Η καλλιτέχνιδα δίνει φόρο τιμής στις γυναίκες τεχνίτριες του Μαρόκου, στις αόρατες συχνά μορφές που εργάζονται μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, πολλές φορές σε δύσκολες συνθήκες, αλλά συμβάλλουν καθοριστικά στη διατήρηση της πολιτιστικής ταυτότητας.
Ομολογώ ότι στην αρχή δεν ήμουν βέβαιος αν το περίπτερο θα μου άφηνε κάτι περισσότερο από μια όμορφη αισθητική εμπειρία. Όσο όμως περπατούσα ανάμεσα στα υφαντά, τα ακουμπούσα και παρατηρούσα τις λεπτομέρειες, άρχισα να καταλαβαίνω ότι το πραγματικό του θέμα είναι η αξία της αργής εργασίας, της γνώσης που περνά από χέρι σε χέρι και της δημιουργίας που χτίζεται συλλογικά.
Σε μια Biennale γεμάτη τεχνολογία, βίντεο και εντυπωσιακές εγκαταστάσεις, το Μαρόκο μου θύμισε ότι μερικές φορές η πιο ουσιαστική και σύγχρονη χειρονομία μπορεί να είναι μια κλωστή που ενώνει ανθρώπους, τόπους και μνήμες.


Ινδία
Είναι το σπίτι ένας φυσικός, γεωγραφικός τόπος ή μια συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση;
Δεν περίμενα ότι η Ινδία θα εμφανιστεί με ένα έργο τέτοιας μεγάλης κλίμακας από πέντε καλλιτέχνες. Το έργο εξερευνά πώς η έννοια του ‘’σπιτιού’’ μετασχηματίζεται μέσα από την απόσταση, τη μετανάστευση, τη ραγδαία αστικοποίηση και την παγκοσμιοποίηση.
Μπαίνοντας στο περίπτερο βλέπεις μια εντυπωσιακή κατασκευή από μπαμπού την Chaal του Asim Waqif που απλώνεται στο κέντρο του χώρου σαν ένας ζωντανός οργανισμός.
Ο Waqif χρησιμοποιεί σαν κύριο δομικό στοιχείο το μπαμπού, το καλάμι και παραδοσιακές τεχνικές δεσίματος, δημιουργώντας ένα τεράστιο γλυπτικό σύμπλεγμα που παραπέμπει άμεσα στα πανταχού παρόντα ικριώματα (σκαλωσιές) των ινδικών εργοταξίων.
Το έργο λειτουργεί σαν ένας ζωντανός καθρέφτης της φρενήρους, κατακόρυφης και συχνά βίαιης αστικής ανάπτυξης που μεταμορφώνει τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις της Ινδίας. Αυτό το ανθεκτικό, οργανικό υλικό, βαθιά ριζωμένο στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική της χώρας, μετατρέπεται στα χέρια του Waqif σε ένα σύμβολο που ισορροπεί ανάμεσα στην αναγέννηση και τη διατάραξη, υπογραμμίζοντας πώς οι νέες τσιμεντένιες κατασκευές παραγκωνίζουν αναπόφευκτα το συλλογικό μας παρελθόν.
Με κλίμακα που μοιάζει να κατακλύζει τον γύρω χώρο, το Chaal γίνεται μια δυναμική αρχιτεκτονική παρέμβαση που προσκαλεί τον επισκέπτη της Biennale να αναλογιστεί το τίμημα της προόδου, μετατρέποντας το Arsenale σε ένα πεδίο στοχασμού γύρω από τη βιωσιμότητα, την κατανάλωση και τη διαρκή απώλεια της πολιτιστικής μας ταυτότητας.

Ranjani Shettar – Under the Same Sky
Στην άλλη πλευρά της αίθουσας αιωρούνται τα εντυπωσιακά γλυπτά της Ranjani Shettar. Οι λευκές και χρυσαφένιες μορφές τους φωτίζουν τον σκοτεινό χώρο της Arsenale σαν να διαθέτουν τη δική τους εσωτερική πηγή φωτός.
Η Shettar, η οποία ζει και εργάζεται στην αγροτική περιφέρεια της Καρνατάκα, αντλεί έμπνευση από το πλούσιο φυσικό περιβάλλον της πατρίδας της, μεταφράζοντας τις ρευστές φόρμες των λουλουδιών, των φύλλων και των δασικών οικοσυστημάτων σε ένα τρισδιάστατο ποίημα.
Για να το πετύχει αυτό, συνδυάζει τη στιβαρότητα του ατσαλιού με την απαλότητα του χειροποίητου βαμβακερού υφάσματος, το οποίο επεξεργάζεται με παραδοσιακό ινδικό λάκα —μια αρχαία τεχνική φυσικής βαφής που απαιτεί χρόνο και βαθιά γνώση της ύλης. Το έργο ξεδιπλώνεται στον χώρο σαν ένας αιωρούμενος, ζωντανός οργανισμός που μοιάζει να αναπνέει κάτω από έναν κοινό, παγκόσμιο ουρανό.
Μέσα από αυτή την ανάλαφρη αλλά δομημένη σύνθεση, η Shettar δεν αναπαριστά μόνο το τοπίο, αλλά υπενθυμίζει στον επισκέπτη της Μπιενάλε τη βαθιά, προγονική σύνδεση του ανθρώπου με τη γη, μετατρέποντας το Arsenale σε ένα καταφύγιο όπου η παράδοση και η οικολογική συνείδηση γίνονται ένα.


Sumakshi Singh – Pages from a Diary
Αυτό που βλέπεις είναι κέντημα στο κενό. Χρειάστηκα χρόνο για να καταλάβω την δυσκολία κατασκευής του έργου, γιατί λόγο της μεγάλης ευθραυστότητας του απαγορεύεται να κινηθείς δίπλα του.
Τον συναισθηματικό και εννοιολογικό πυρήνα του ινδικού περιπτέρου θα τον βρεις στη συγκλονιστική εγκατάσταση της Sumakshi Singh, η οποία αποτελεί και την κεντρική έμπνευση πίσω από ολόκληρη την έκθεση.
Το έργο γεννήθηκε μέσα από ένα βαθύ προσωπικό τραύμα: την κατεδάφιση του πατρικού σπιτιού των παππούδων της καλλιτέχνιδας στο Νέο Δελχί— ενός κτιρίου γεμάτου αναμνήσεις γενεών —το οποίο θυσιάστηκε στον βωμό της ραγδαίας και συχνά απρόσωπης αστικοποίησης. Αντιμετωπίζοντας τη βίαιη απώλεια αυτού του φυσικού χώρου, η Singh ξεκίνησε μια επίπονη ‘’ανασκαφή της μνήμης’’, προσπαθώντας να ανακαλέσει και να αποτυπώσει κάθε αρχιτεκτονική λεπτομέρεια, κάθε διακοσμητικό μοτίβο και κάθε γωνιά του κήπου, προκειμένου να τα ανασυνθέσει από το μηδέν χρησιμοποιώντας αποκλειστικά νήματα και λεπτεπίλεπτα κεντήματα.
Η Singh καταφέρνει να δώσει υλική υπόσταση στο άυλο μέσα από μια επίπονη χημική και καλλιτεχνική διαδικασία. Κεντώντας πάνω σε υδατοδιαλυτά πλέγματα που στη συνέχεια “λιώνουν” στο νερό, απελευθερώνει το νήμα στον χώρο. Ενισχυμένες με ελαφρύ κολλάρισμα και υποστηριζόμενες από έναν σχεδόν αόρατο σκελετό από λεπτά σύρματα και διάφανες πετονιές, οι κεντημένες της επιφάνειες ορθώνονται σαν αρχιτεκτονικά ολογράμματα, προκαλώντας δέος με τη σταθερότητα της ευθραυστότητάς τους.
Η τεχνική της Singh είναι πραγματικά μοναδική, καθώς καταφέρνει κυριολεκτικά να ‘’ζωγραφίσει’’ στον τρισδιάστατο χώρο, δημιουργώντας αιθέριες, ανάλαφρες κατασκευές που μοιάζουν με ‘’αρχιτεκτονικά φαντάσματα’’ σε φυσική κλίμακα. Πόρτες, περίτεχνα κάγκελα παραθύρων, γεωμετρικά δάπεδα, ακόμα και οι ρωγμές των παλιών τοίχων αναπαρίστανται στον αέρα μέσω της κλωστής, ενώ ανάμεσα στις δομές ξεπροβάλλουν κεντημένα λουλούδια και αναρριχώμενα φυτά, σαν αναφορά στον κήπο των προγόνων της.
Το έργο λειτουργεί σαν μια χαμηλόφωνη αλλά ισχυρή διαμαρτυρία, χρησιμοποιώντας μια παραδοσιακή, οικιακή τέχνη, στενά συνδεδεμένη με τη γυναικεία δημιουργία (το κέντημα) για να απαντήσει στη σκληρότητα της βιομηχανίας των κατεδαφίσεων. Ένα εξαιρετικά εντυπωσιακό έργο που μας συγκλόνισε με την τεχνική του.


Prosecco
Επιστρέψαμε στο Cannaregio κουρασμένοι από την ολοήμερη περιπλάνησή μας στη Biennale. Πήραμε ένα παγωτό από το Bacaro del Gelato και κατευθυνθήκαμε σε αυτό το μικρό αλλά ιδιαίτερα ενδιαφέρον wine shop για να διαλέξουμε ένα Prosecco.
Μου αρέσει το Prosecco και ειδικά το καλοκαίρι νομίζω ότι βρίσκεται στην καλύτερή του στιγμή. Σερβίρεται πιο δροσερό από ένα κλασικό λευκό κρασί και διαθέτει αυτή τη φρεσκάδα και τη ζωντάνια που ταιριάζουν απόλυτα με τα ζεστά απογεύματα της Βενετίας.
Το Prosecco είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο αφρώδες κρασί της Ιταλίας και παράγεται κυρίως στους λόφους του Veneto και του Friuli, λίγα χιλιόμετρα βόρεια της Βενετίας. Φτιάχνεται από την ποικιλία Glera και διακρίνεται για τον φρουτώδη χαρακτήρα του, τα αρώματα πράσινου μήλου, αχλαδιού και λευκών λουλουδιών, αλλά και για τη φρεσκάδα που το κάνει ιδανικό για τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού. Δεν έχει την πολυπλοκότητα μιας καλής σαμπάνιας, διαθέτει όμως κάτι εξίσου σημαντικό: μια ανεπιτήδευτη ευκολία που σε κάνει να θέλεις να γεμίσεις ξανά το ποτήρι σου.
Δοκιμάσαμε αρκετά Prosecco κυρίως με την ανώτατη πιστοποίηση DOCG από τις ιστορικές πλαγιές των Conegliano-Valdobbiadene και Asolo και μας άρεσαν ιδιαίτερα μετα από μια κουραστική μέρα στην Biennale.


San Lorenzo
Σήμερα ήταν η μέρα που θα βλέπαμε την Biennale απλωμένη στην πόλη, σε εκκλησιές, σε Palazzi , σε βιομηχανικά κτίρια και σε άλλους χώρους. Η πόλη είναι γεμάτη με εκθεσιακούς χώρους, είναι αδύνατον να τους δεις σε μια μέρα. Ξεκινήσαμε από την υποβλητική εκκλησία του San Lorenzo στο sestiere του Castello.
Η ιστορική αυτή εκκλησία είναι ένα από τα πιο αινιγματικά κτίρια της Βενετίας. Όταν την αντίκρισα στρίβοντας από την γωνία του δρόμου έμεινα για λίγο σιωπηλός. Κατευθύνθηκα στο κέντρο της πλατείας δίπλα στο παλιό πηγάδι και την κοιτούσα για πολύ ώρα. Σε καθηλώνει με την τραχιά, ‘’γυμνή’’ πρόσοψή της από απλά, οριζόντια τούβλα.
Κουβαλά μια βαριά κληρονομιά 1.200 ετών και αποτελεί την τελευταία, αν και χαμένη στα θεμέλιά του, κατοικία του θρυλικού εξερευνητή Μάρκο Πόλο. Η εκκλησία γνώρισε τη βίαιη αποκαθήλωσή της από τα ναπολεόντεια διατάγματα το 1810, περνώντας έναν αιώνα σιωπής και εγκατάλειψης.
Παρά την ερήμωσή της, η εκκλησία είχε πάντα ένα τεράστιο πλεονέκτημα: εκπληκτική, μοναδική ακουστική λόγω του ύψους και του ξύλινου σκελετού της οροφής της. Το 1984, ο κορυφαίος Ιταλός αρχιτέκτονας Renzo Piano πραγματοποίησε μια ιστορική παρέμβαση μέσα στον άδειο ναό για λογαριασμό της Μπιενάλε Βενετίας. Έστησε μια τεράστια ξύλινη κατασκευή που έμοιαζε με το εσωτερικό ενός βιολιού, προκειμένου να παρουσιαστεί εκεί για πρώτη φορά η πρωτοποριακή όπερα Prometeo του Luigi Nono.
Από έξω δεν κατάλαβα τι θα συναντούσα μέσα. Πίστευα ότι θα έβλεπα μια εκκλησία με την συνηθισμένη δομή. Δεν είναι όμως έτσι, ο χώρος μέσα είναι τεράστιος και χωρίζεται στα δυο με το τέμπλο, γιατί έτσι εξυπηρετούσε από την μια πλευρά το κοινό και από την άλλη τις καλόγριες ξεχωριστά.


Ocean Space – Tide of Returns
Σήμερα, η εκκλησία του San Lorenzo έχει υποστεί μια μοναδική πολιτιστική αναγέννηση. Μετά από ένα επίπονο και υποδειγματικό έργο αποκατάστασης από το ίδρυμά TBA21 -Thyssen-Bornemisza Art Contemporary, το ιστορικό κτίριο από το 2019 λειτουργεί σαν Ocean Space, ένα διεθνές κέντρο εκθέσεων, έρευνας και δημόσιου διαλόγου αφιερωμένο στους ωκεανούς, τη θαλάσσια οικολογία και την κλιματική κρίση.
Μπαίνοντας στην εκκλησία βλέπεις ότι το πάτωμα έχει καλυφτεί από μεγάλους, κυματιστούς αμμόλοφους. Στο πλαίσιο της Biennale Arte 2026, το Ocean Space μετατρέπεται σε ένα καθηλωτικό πεδίο φιλοξενώντας την έκθεση ‘’Tide of Returns’’ από την καλλιτεχνική και ερευνητική κοινότητα Repatriates Collective. Η έκθεση καταλαμβάνει και τις δύο πτέρυγες του San Lorenzo, εξερευνώντας πώς η τέχνη, οι ιθαγενείς κοσμοθεωρίες και η διαμορφωτική δύναμη του νερού μπορούν να θεραπεύσουν τις πληγές της αποικιακής και περιβαλλοντικής βίας.
Η κοκκινωπή άμμος έχει μεταφερθεί εν μέρει από την Αυστραλία και αναμίχτηκε με πιο ανοιχτόχρωμη άμμο από παραλίες της Βενετίας.
Μέσα στην άμμο βρίσκονται παρατημένα δίχτυα βιομηχανικών αλιευτικών σκαφών, κάποτε εργαλεία επιβίωσης, αυτά τα δίχτυα τώρα πνίγουν τις ακτές και απειλούν τη θαλάσσια ζωή. Πάνω στους αμμόλοφους θα δεις εκατοντάδες μικροσκοπικές παραδοσιακές κούκλες φτιαγμένες από χόρτα, υφάσματα και κοχύλια. Στο κέντρο μια οθόνη παίζει ένα φιλμ που καταγράφει την ιερή διαδικασία αναζήτησης των υλικών και της κατασκευής των κοχυλένιων φιγούρων. Ακούς επίσης μια ηχητική σύνθεση με ήχους κυμάτων και παραδοσιακά τραγούδια, βασισμένη στην πεποίθηση των Αβοριγίνων ότι ο ήχος μεταφέρει τη σοφία πάνω από το νερό.
Στάθηκα για πολύ ώρα πάνω στο διαχωριστικό της εκκλησίας κοιτάζοντας την έκθεση. Σκεφτόμουν πόσο τυχεροί είναι οι καλλιτέχνες που το έργο τους παρουσιάζεται μέσα σε αυτόν τον εκπληκτικό χώρο.


Ocean Space – Weaving Connection
Στην φωτογραφία επάνω βλέπεις την άλλη πλευρά της εκκλησίας και το επιβλητικό διαχωριστικό της. Εδώ η Γερμανό-Βολιβιανή καλλιτέχνιδα Verena Melgarejo Weinandt παρουσιάζει μια υφαντική και βίντεο εγκατάσταση εστιασμένη στη συλλογική θεραπεία.
Ο χώρος είναι γεμάτος από χειροποίητα, μπλε υφάσματα, τα οποία είναι πλεγμένα με μαύρες κοτσίδες, οι οποίες παραπέμπουν οπτικά τόσο σε ανθρώπινα μαλλιά όσο και στη ροή των θαλάσσιων ρευμάτων. Μια βίντεο-προβολή ακολουθεί μια τελετουργική περφόρμανς προετοιμασίας, πλεξίματος και πλυσίματος των υφασμάτων σε ένα ποτάμι, δείχνοντας πώς το νερό λειτουργεί σαν αρχείο μνήμης. Στο πίσω μέρος του τοίχου, μια μεγάλη μάζα από μαύρο, πλεγμένο ύφασμα καταλήγει να περνά μέσα από μια τρύπα μιας ξύλινης πόρτας και συνδέει το κτίριο με το εξωτερικό περιβάλλον. Έτσι η κοτσίδα ‘’ταξιδεύει’’ έξω από την εκκλησία, από κανάλι σε κανάλι, πλέκοντας συμβολικά τα νερά της Βενετίας με το κοινό.
Η έκθεση ‘’Tide of Returns’’ αποδεικνύει πώς το Ocean Space καταφέρνει να συνδέσει το τοπικό πρόβλημα της Βενετίας – την ευπάθεια της λιμνοθάλασσας – με τα παγκόσμια, αποικιακά τραύματα των αυτόχθονων πληθυσμών των ωκεανών. Το Ocean Space πιέζει επίσης για τη νομική αναγνώριση της Λιμνοθάλασσας της Βενετίας σαν οντότητα με δικά της νομικά δικαιώματα προστασίας, όπως συμβαίνει και με άλλα οικοσυστήματα παγκοσμίως.
Η έκθεση μου άρεσε πολύ και βρήκα επίσης εξαιρετική την πρόταση για τα δικαιώματα της λιμνοθάλασσας.



Palazzo Van Axel – Su Xiaobai – Alchemical Universe
Συνεχίσαμε το οδοιπορικό μας και φτάσαμε στο Palazzo Van Axel. Μας υποδέχτηκε μια μοναδική ξύλινη πόρτα του 15ου αιώνα από τις λίγες που σώζονται στην Βενετία. Μπήκαμε σε έναν εσωτερικό κήπο με πηγάδι και ανεβήκαμε τα σκαλιά για την έκθεση του Su Xiaobai
Το σκηνικό για αυτό το ‘’αλχημικό σύμπλεγμα’’ δεν θα μπορούσε να είναι πιο ιδανικό, καθώς η έκθεση φιλοξενείται στο εμβληματικό Palazzo Van Axel, ένα από τα πιο αυθεντικά και καλύτερα διατηρημένα αρχιτεκτονικά διαμάντια της Βενετσιάνικης Γοτθικής περιόδου. Μετά από μια πολυετή και εξαιρετικά προσεκτική ιδιωτική αποκατάσταση, το κτίριο διασώζει τις αυθεντικές του νωπογραφίες, τα παλιά ξύλινα δοκάρια και τις εσωτερικές του αυλές με τις πέτρινες σκάλες και τα περίτεχνα γοτθικά παράθυρα.
Ο Su Xiaobai είναι διάσημος για τον τρόπο που μεταμορφώνει την αρχαία, παραδοσιακή κινεζική τέχνη της λάκας σε μια σύγχρονη, ανάγλυφη και μνημειώδη ζωγραφική γλώσσα. Η ‘’αλχημεία’’ τού έργου του κρύβεται στην επίπονη διαδικασία παραγωγής: κάθε πίνακας μπορεί να αποτελείται από έως και είκοσι στρώσεις φυσικής λάκας. Το αποτέλεσμα είναι έργα με τρομερή υφή, βάθος και μια σχεδόν οργανική, αισθησιακή υλικότητα.
Μέσα στις ιστορικές αίθουσες του Palazzo η έκθεση προσφέρει μια μοναδική αισθητική εμπειρία που δύσκολα θα την συναντήσεις αλλού. Αυτά τα μινιμαλιστικά, στιλπνά και αφαιρετικά έργα δημιουργούν μια σπάνια αίσθηση διαχρονικότητας. Για άλλη μια φορά είδα πόσο ένας χώρος μπορεί να αναδείξει και να απογειώσει κάποια έργα τέχνης. Να πω βέβαια εδώ ότι τέτοιοι χώροι είναι πανάκριβοι. Ακριβή στοιχεία δεν δίνονται, αλλά απο πληροφορίες που είχα, ο χώρος νοικιάστηκε από το ίδρυμα Su Xiaobai Foundation μεταξύ 150 έως 400 χιλ. ευρώ, συν τα τεράστια έξοδα ασφάλισης.


Le Fontanelle – οι σιδερένιες βρύσες
Γυρίζοντας όλη μέρα από έκθεση σε έκθεση έχεις μια κούραση και μια δίψα. Ευτυχώς η Βενετία έχει τις δικές της ιστορικές βρύσες που μπορείς να ξεδιψάσεις.
Η Βενετία είναι χτισμένη πάνω στο νερό αλλά νερό πόσιμο δεν είχε. Έτσι άνοιξαν πηγάδια σε κάθε πλατεία και μάζευαν το βρόχινο νερό που τα φιλτράρανε με άμμο για να γίνει πόσιμο. Γιαυτό συναντάς τόσα πηγάδια στην Βενετία τα όποια τώρα δεν είναι σε λειτουργία. Τα πέτρινα πηγάδια σφραγίστηκαν οριστικά στα τέλη του 19ου αιώνα όταν κατασκευάστηκε το πρώτο υποθαλάσσιο υδραγωγείο που έφερε τρεχούμενο νερό από την ηπειρωτική χώρα. Τότε έκαναν την εμφάνισή τους οι σιδερένιες δημόσιες βρύσες που συναντάμε ενεργές μέχρι σήμερα.
Οι περισσότερες από αυτές τις βρύσες είναι κατασκευασμένες από χυτοσίδηρο. Το πιο όμορφο χαρακτηριστικό τους είναι ότι το νερό αναβλύζει μέσα από το στόμα ενός ανάγλυφου λιονταριού, του διαχρονικού συμβόλου της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας. Πολλές από αυτές τις βρύσες έχουν συνεχή ροή. Αυτό δεν γίνεται λόγω σπατάλης, αλλά για τεχνικούς λόγους: η συνεχής ροή εμποδίζει το νερό να υπερθερμανθεί το καλοκαίρι, αποτρέποντας την ανάπτυξη βακτηρίων και προστατεύει τους σωλήνες από το να παγώσουν τον χειμώνα. Το νερό ανακυκλώνεται και φιλτράρεται και είναι απολύτως πόσιμο, πεντακάθαρο, δροσερό και δωρεάν. Η πόλη της Βενετίας ενθαρρύνει ενεργά τους επισκέπτες να χρησιμοποιούν τα επαναχρησιμοποιούμενα μπουκάλια τους παρέχοντας μάλιστα και online χάρτες με τα σημεία των Fontanelle για να μειωθεί η τεράστια περιβαλλοντική επιβάρυνση από τα πλαστικά μπουκάλια. Μας έκανε εντύπωση πως κάτω από κάθε βρύση υπήρχε και ένα δοχείο με νερό για τα ζώα της πόλης.


Palazzo Mora
Το Palazzo Mora είναι ένα ακόμα εμβληματικό κτίριο της Βενετίας που έχει καταφέρει να μετατραπεί από μια ιστορική αριστοκρατική κατοικία σε έναν από τους πιο ζωντανούς και πολυσύχναστους πυρήνες σύγχρονης τέχνης στην πόλη. Βρίσκεται πάνω στον πολυσύχναστο πεζόδρομο Strada Nova.
Το παλάτι ανήκε στην οικογένεια Mora και αποτελείται από ένα σύμπλεγμα κτιρίων που ενώθηκαν και επεκτάθηκαν με την πάροδο των αιώνων. Μετα από χρόνια εγκατάλειψης ο χώρος αναπαλαιώθηκε και σήμερα λειτουργεί εκεί το κεντρικό και μεγαλύτερο πολιτιστικό κέντρο του European Cultural Centre (ECC) στη Βενετία.
Στόχος του είναι να φέρει σε επαφή καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, δημιουργούς και ακαδημαϊκούς από κάθε γωνιά του πλανήτη. Σε αντίθεση με τις κεντρικές εκθέσεις της Μπιενάλε που απαιτούν ακριβό εισιτήριο, η είσοδος στο Palazzo Mora είναι εντελώς δωρεάν για όλους, καθιστώντας το έναν εξαιρετικά εκδημοκρατισμένο χώρο τέχνης.
Κατά τη διάρκεια της Biennale Arte, το παλάτι γεμίζει ασφυκτικά με έργα εκατοντάδων καλλιτεχνών, από παγκοσμίως καταξιωμένα ονόματα μέχρι ανερχόμενους δημιουργούς.
Η γοητεία του Palazzo Mora κρύβεται στην ‘’πυκνότητα’’ της εμπειρίας που προσφέρει. Περπατάς πάνω σε αυθεντικά βενετσιάνικα δάπεδα του 18ου αιώνα, κάτω από οροφές με μπαρόκ αγγελάκια και νωπογραφίες που ξεφλουδίζουν γλυκά από τον χρόνο και την ίδια στιγμή έρχεσαι αντιμέτωπος με hyper-modern ψηφιακές εγκαταστάσεις, industrial γλυπτά και neon φώτα. Είναι ο απόλυτος ορισμός του πώς η Βενετία καταφέρνει να ενσωματώνει το μέλλον μέσα στο ιστορικό της παρελθόν.


Παλαιστίνη: Gaza Genocide Tapestry
Ήρθα στο Palazzo Mora για να δω την πολυσυζητημένη έκθεση της Παλαιστίνης. Η Παλαιστίνη δεν αναγνωρίζεται επίσημα από τη διοργάνωση της Μπιενάλε σαν κράτος, καθώς η Ιταλία δεν την αναγνωρίζει επίσημα σαν κράτος, επομένως δεν μπορεί να έχει επίσημο Εθνικό Περίπτερο.
Αντ’ αυτού, η Παλαιστίνη εκπροσωπείται φέτος μέσω ενός εξαιρετικά σημαντικού Collateral Event εγκεκριμένου από την Μπιενάλε, το οποίο φιλοξενείται στις αίθουσες του Palazzo Mora υπό τη διοργάνωση του οργανισμού Palestine Museum US.
Η έκθεση αυτή αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα και φορτισμένα γεγονότα της Biennale Arte 2026 και αποτελείται από 100 χειροποίητα κεντημένα πάνελ. Τα έργα είναι φτιαγμένα με την παραδοσιακή παλαιστινιακή τέχνη κεντήματος tatreez – σταυροβελονιά, η οποία μάλιστα προστατεύεται από την UNESCO σαν Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά.
Τα πάνελ αυτά κεντήθηκαν από τα χέρια 60 Παλαιστινίων γυναικών που ζουν σε προσφυγικούς καταυλισμούς και χωριά στη Δυτική Όχθη, την Ιορδανία και τον Λίβανο. Κάθε πάνελ, διαστάσεων 50×80 εκ, αποτελείται από περίπου 55.000 βελονιές. Συνολικά, το έργο ενώνει 5,5 εκατομμύρια βελονιές σε ένα ενιαίο, μνημειώδες υφαντό – το λεγόμενο ‘’Gaza Genocide Tapestry’’ – Τάπητας της Γενοκτονίας της Γάζας.
Οι γυναίκες χρησιμοποιούν την παραδοσιακή κόκκινη και μαύρη κλωστή για να αποτυπώσουν σκληρές, σύγχρονες εικόνες-ντοκουμέντα: βομβαρδισμένα κτίρια, ερείπια, κοινότητες σε εκτοπισμό, ανθρώπους που μεταφέρουν ανθρωπιστική βοήθεια ή θρηνούν πάνω από χαλάσματα. Το κέντημα, που κάποτε στόλιζε νυφικά, τώρα γίνεται ένα χειροπιαστό αρχείο μνήμης και μαρτυρίας.
Κάθε κεντημένο έργο αποτυπώνει τις δραματικές στιγμές της Γάζας – τα γκρεμισμένα σπίτια, τον εκτοπισμό και την απώλεια – αποδεικνύοντας ότι το κέντημα δεν είναι μόνο μια λαϊκή παράδοση, αλλά μια πράξη πολιτιστικής αντίστασης και ένας αδιαμφισβήτητος μάρτυρας της ιστορίας.



Οι εκθέσεις στο Palazzo Mora
Στο Palazzo Mora, όπως και στους υπόλοιπους χώρους του Ευρωπαϊκού Πολιτιστικού Κέντρου (ECC) κατά τη διάρκεια της Μπιενάλε, ο αριθμός των συμμετεχόντων είναι πάντα εντυπωσιακός, καθώς πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες ομαδικές εκθέσεις παγκοσμίως.
Στη φετινή διοργάνωση, οι συμμετοχές ξεπερνούν τους 200 με 250 από περισσότερες από 50 χώρες του κόσμου.
Η περιπλάνηση στους ορόφους του Palazzo Mora είναι ένα μεγάλο οδοιπορικό στη σύγχρονη τέχνη.
Μέσα σε μπαρόκ αίθουσες θα δεις στιλπνά, industrial μεταλλικά γλυπτά, να συνυπάρχουν με τεράστιες υφαντές ταπισερί, ενώ σε άλλες αίθουσες εκρηκτικοί, αφηρημένοι πίνακες σύγχρονης ζωγραφικής, αναπτύσσονται ακριβώς κάτω από τις αυθεντικές, εντυπωσιακές νωπογραφίες του 18ου αιώνα.
Ακόμα και οι πιο ‘’ακατέργαστοι’’ χώροι του παλατιού, όπως η σοφίτα με τα βαριά, εκτεθειμένα ξύλινα δοκάρια της οροφής , επιστρατεύονται για να φιλοξενήσουν μινιμαλιστικές εγκαταστάσεις από φυσητό γυαλί που παίζουν με το φυσικό φως και το βενετσιάνικο δάπεδο.
Χωρίς να περιορίζεται σε ένα μόνο καλλιτεχνικό ρεύμα, το Palazzo Mora καταφέρνει φέτος να ενώσει δημιουργούς από διαφορετικές ηπείρους και κουλτούρες, αποδεικνύοντας ότι η σύγχρονη δημιουργία δεν ασφυκτιά μέσα στην ιστορία της Βενετίας, αλλά τρέφεται από αυτήν, προσφέροντας μια ολοκληρωμένη και ελεύθερα προσβάσιμη εμπειρία στον θεατή.


Η σοφίτα και η θέα από τα παράθυρα
Μία από τις πιο γοητευτικές πτυχές της επίσκεψης στο Palazzo Mora, είναι να ανεβαίνω στην σοφίτα του που λειτουργεί σαν εκθεσιακός χώρος. Εδώ επάνω μακριά από τη μεγαλοπρέπεια των piano nobile με τις νωπογραφίες, η αρχιτεκτονική του παλατιού αποκαλύπτεται στην πιο αυθεντική μορφή της. Τα εντυπωσιακά, παλαιά ξύλινα δοκάρια της στέγης, που στέκονται εκεί για αιώνες, δημιουργούν ένα ζεστό, λαβυρινθώδες περιβάλλον, χωρισμένο σε μικρότερα, ατμοσφαιρικά δωμάτια.
Αυτό που κάνει τη σοφίτα ακόμα πιο ξεχωριστή είναι η διπλή θέα που προσφέρει, μετατρέποντας το ίδιο το κτίριο σε ένα ‘’κάδρο’’ εμπειριών. Από τη μία πλευρά, η ‘’εσωτερική’’ θέα: κοιτάζοντας προς τα κάτω από τα εσωτερικά ανοίγματα, έχεις μια μοναδική, πανοραμική οπτική των εκθέσεων σύγχρονης τέχνης που αναπτύσσονται στους από κάτω ορόφους. Η αντίθεση ανάμεσα στον γυμνό σκελετό της στέγης και τα μοντέρνα έργα τέχνης που πλέουν στον χώρο είναι καθηλωτική.
Από την άλλη, η ‘’εξωτερική’’ θέα: πλησιάζοντας στα παράθυρα της πρόσοψης το Palazzo Mora προσφέρει ένα από τα πιο αυθεντικά βενετσιάνικα κάδρα. Το παράθυρο γίνεται μια ζωντανή καρτ-ποστάλ, πλαισιώνοντας τις κεραμιδένιες στέγες της πόλης, τις προσόψεις των γειτονικών κτιρίων, τις καμινάδες και τα στενά δρομάκια που σφύζουν από ζωή. Μου αρέσει πολύ να τριγυρίζω στην σοφίτα και να βλέπω από τα παράθυρα την πόλη. Είναι μια από τις πιο όμορφες αναμνήσεις που παίρνω μαζί μου φεύγοντας από το Palazzo Mora.



Team for Children – Il tuo 5X1000 – Χρώμα και Ελπίδα –
Άφησα τελευταία αυτή την έκθεση γιατί ήταν πολύ συγκινητική για μας. Η Team for Children είναι ένας αναγνωρισμένος, εθελοντικός, μη κερδοσκοπικός οργανισμός ο οποίος ιδρύθηκε το 2009 στην Πάντοβα.
Συνεργάζεται στενά με γιατρούς και νοσοκομεία υποστηρίζοντας παιδιά και εφήβους που πάσχουν από καρκίνο, καθώς και τις οικογένειές τους. Παρέχουν ψυχολογική υποστήριξη, χρηματοδοτούν ειδικευμένο ιατρικό προσωπικό, αγοράζουν σύγχρονο νοσοκομειακό εξοπλισμό και δημιουργούν ειδικούς χώρους φιλοξενίας ώστε οι νεαροί ασθενείς να μπορούν να συνεχίζουν τα μαθήματά τους, να παίζουν και να κοινωνικοποιούνται κατά τη διάρκεια των μακροχρόνιων θεραπειών τους.
Τι σημαίνει το “Il tuo 5X1000” Στην Ιταλία, οι φορολογούμενοι έχουν το δικαίωμα να δωρίσουν το 5 τοις χιλίοις (5×1000) των φόρων τους σε έναν κοινωφελή οργανισμό της επιλογής τους. Η καμπάνια αυτή αποτελεί την κύρια πηγή χρηματοδότησης του ιδρύματος.
Η Έκθεση: ‘’Χρώμα και Ελπίδα’’ Η έκθεση στεγάζεται σε έναν εντυπωσιακό, ψηλοτάβανο ιστορικό χώρο με χαρακτηριστικό δάπεδο σκακιέρα και κρεμαστά υφάσματα στην οροφή, στο κέντρο της πόλης και δεν είναι μια κλασική παρουσίαση τέχνης, αλλά μια γιορτή για τη ζωή και τη δύναμη της θέλησης.
Η Φωτογραφία-Σύμβολο. Το κεντρικό έκθεμα είναι μια μεγάλη, γεμάτη ενέργεια ομαδική φωτογραφία εφήβων και νέων που νόσησαν από καρκίνο. Αντί για τη θλίψη της ασθένειας, η φωτογραφία ξεχειλίζει από χρώμα: οι νέοι ποζάρουν μαζί, λερωμένοι με πολύχρωμες μπογιές, κρατώντας πινέλα και σπρέι, στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα ότι ‘’ο καρκίνος δεν μπορεί να σβήσει τα χρώματα της νιότης τους’’.
Στον χώρο υπάρχει ένα μεγάλο τραπέζι με ενημερωτικά φυλλάδια της Team for Children, όπου οι επισκέπτες μπορούν να αφήσουν το δικό τους μήνυμα, να ζωγραφίσουν ή να συνεισφέρουν στο βιβλίο των επισκεπτών χρησιμοποιώντας νερομπογιές, ενώ στο βάθος υπάρχει ένας μεγάλος λευκός καμβάς γεμάτος με τις πολύχρωμες πιτσιλιές των παιδιών.
Φεύγοντας από την έκθεση της Team for Children, η αίσθηση που σου μένει ξεπερνά τα όρια της αισθητικής. Προσωπικά, δυσκολεύομαι να περιγράψω τα συναισθήματά μου όσο ήμουν μέσα, αλλά και για πολλή ώρα μετά. Είναι δύσκολο να δεχτείς ότι αυτή η ασθένεια χτυπά νέα παιδιά, στο ξεκίνημα της ζωής τους, υποβάλλοντάς τα σε μια τόσο οδυνηρή εμπειρία. Είναι ακόμα πιο δύσκολο να δεχτείς ότι η κοινωνία, αντί για μια ζεστή αγκαλιά, συχνά περιθωριοποιεί αυτούς τους νεαρούς μαχητές.
Σε τέτοιες στιγμές, έρχεσαι αντιμέτωπος με το μεγάλο αναπάντητο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν το Σύμπαν να κάνει τέτοια τραγικά λάθη; Κι όμως, κοιτάζοντας ξανά εκείνη την ομαδική φωτογραφία καταλαβαίνεις ότι η απάντηση των ίδιων των παιδιών είναι το χρώμα. Αν το Σύμπαν κάνει λάθη, αυτά τα παιδιά, με ένα πινέλο στο χέρι, αναλαμβάνουν να τα διορθώσουν.

Bγήκα ξανά στα στενά της Βενετίας και είδα στο κανάλι κάποια άλλα παιδιά να περνούν ανέμελα με την βάρκα τους. Η ζωή συνεχίζεται όπως και η τέχνη.
Εδώ τελείωσε το δεύτερο και τελευταίο μου άρθρο για την Biennale. Αυτή η Biennale είχε τεράστιες παραγωγές, διάσημους καλλιτέχνες, παλάτια και εκατομμύρια ευρώ. Η τέχνη, τελικά, δεν υπάρχει για να διακοσμεί τοίχους, αλλά για να μας κρατάει ανθρώπους. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο κέρδος από αυτό το ταξίδι στη Βενετία, η υπενθύμιση ότι ακόμα και στο πιο βαθύ σκοτάδι, το χρώμα και η ελπίδα θα βρίσκουν πάντα τον τρόπο να κερδίζουν τη ζωή.
*Ο Στέργιος Μήτας είναι σκηνοθέτης & ταξιδιωτικός αρθρογράφος. Η Αρετή Τουσέρ είναι μουσικός & συνθέτρια