Λέξεις, εικόνες: Στέργιος Μήτας
Αυτό είναι το τρίτο μέρος ενός ταξιδιού δύο μηνών στην Ταϊλάνδη.
Ένα ταξίδι που δεν έμεινε μόνο στις εικόνες, έγινε και ντοκιμαντέρ.
Μετά τον υπερτουρισμό του Phi Phi και του Phuket, αρχίσαμε να ψάχνουμε κάτι άλλο. Πιο αυθεντικό, πιο όμορφο, πιο ήσυχο. Με τις συμβουλές ντόπιων για αυτό που ψάχναμε, δύο ονόματα άρχισαν να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά: Koh Yao Noi και Koh Yao Yai. Είπαμε ότι μάλλον θα έχουν δίκιο και αποφασίσαμε να πάμε.
Βάλαμε τα σακίδια στην πλάτη και ξεκινήσαμε νωρίς, αφήνοντας πίσω τον θόρυβο και την ένταση του Phuket. Έπρεπε να πάμε προς ένα μικρό λιμάνι στα βόρεια του Phuket, από αυτά που δεν ξέρεις ότι υπάρχουν. Από εδώ φεύγουν οι παραδοσιακές long tail βάρκες — τα ξύλινα σκάφη που μοιάζουν να ανήκουν σε άλλη εποχή — και σε περνάνε απέναντι, στο Koh Yao Noi.
Λεωφορεία είναι σπάνια. Ο μόνος τρόπος για να φτάσεις είναι το ταξί — και αυτό λέει ήδη κάτι για το πόσο “εκτός διαδρομής” είναι αυτό το ταξίδι. Μέσα από γνωστή εφαρμογή βρήκαμε εύκολα ταξί. Τα ταξί είναι φθηνά στην Ταϊλάνδη ακόμη και για μεγάλες αποστάσεις και οι οδηγοί συνεπείς και ευγενικοί. Το ταξίδι ξεκινούσε καλά.


Long tail boat – οι βάρκες με την μακριά ουρά
Φθάνοντας στο λιμανάκι είχαμε δυο επιλογές για να πάμε στο Koh Yao Noi. Ένα μικρό ταχύπλοο ή την παραδοσιακή βάρκα με την μακριά ουρά. Φυσικά επιλέξαμε την παραδοσιακή βάρκα που έμοιαζε εξωτική αλλά και για να έχουμε την τοπική εμπειρία μετακίνησης των ανθρώπων.
Το λιμανάκι είναι πολύ απλό— ένα κομμάτι τσιμέντο δίπλα στη θάλασσα. Αν αυτή είναι η κύρια επιλογή για να πάς στο Koh Yao Noi, καταλαβαίνεις ότι πηγαίνεις κάπου που κρατά ακόμα κάτι αυθεντικό.
Η long tail boat πλησιάζει αργά. Όχι με ευθεία, αλλά με μικρές διορθώσεις, σχεδόν σαν χορό. Ένας άνθρωπος μόνος του, στο πίσω μέρος, παλεύει με έναν κινητήρα που μοιάζει περισσότερο με μηχανή εργοστασίου παρά με εξωλέμβια. Δεν είναι μόνο κινητήρας, είναι και τιμόνι, και ισορροπία, και εμπειρία μαζί.

Όλοι μαζί σε μια βάρκα
Η long tail είχε έλθει ήδη γεμάτη με εμπορεύματα που φορτώθηκαν από διπλανό σημείο. Επάνω στον εξωτερικό χώρο δεν υπήρχε ούτε εκατοστό ελεύθερο μέρος. Σακιά, κιβώτια, πλαστικά δοχεία, ψυγεία γεμάτα πάγο και ψάρια. Μπροστά υπήρχαν ακόμη δυο καινούργια ψυγεία.
Και μετά, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήρθε και το μηχανάκι. Τρείς άνθρωποι το σήκωσαν με τα χέρια, το πέρασαν πάνω από την άκρη της βάρκας και το ακούμπησαν εκεί που —θεωρητικά— δεν υπήρχε χώρος. Κι όμως, χώρος βρέθηκε. Πάντα βρίσκεται σε αυτές τις περιπτώσεις.
Ύστερα ήρθε η σειρά μας. Μπήκαμε ένας-ένας, προσεκτικά, σχεδόν διστακτικά. Κρατιέσαι από όπου μπορείς — από ένα ξύλο, ένα σκοινί, τον ώμο κάποιου άλλου. Κατεβαίνεις στο εσωτερικό, εκεί που υπάρχουν κάτι χαμηλά καθίσματα, απλά, ξύλινα, χωρίς καμία άνεση αλλά με έναν περίεργο τρόπο επαρκή.
Εδώ δεν είσαι επιβάτης, νοιώθεις σαν μέρος της μεταφοράς. Αυτή η βάρκα δεν υπάρχει για σένα.
Υπάρχει για να ενώσει δύο σημεία. Να μεταφέρει πράγματα, ανθρώπους, καθημερινότητα. Να κρατήσει μια γραμμή ζωής ανάμεσα στο Phuket και το Koh Yao Noi.


Το ταξίδι με μια long tail βάρκα
Κατεβαίνεις κάτω και βρίσκεσαι σχεδόν στο ίδιο επίπεδο με τη θάλασσα. Όχι πάνω της — μέσα της.
Το νερό είναι δίπλα σου, λίγα εκατοστά μακριά. Ακούς κάθε κίνηση, κάθε μικρό κύμα που σπάει πάνω στο ξύλο. Ο χώρος είναι χαμηλός, σχεδόν ασφυκτικός στην αρχή, αλλά τα ανοιχτά παράθυρα αφήνουν τον αέρα να περνά και τον ορίζοντα να μπαίνει μέσα.
Για μια στιγμή σου θυμίζει μικρό ιστιοπλοϊκό. Αλλά δεν είναι αυτό. Είναι κάτι πιο άμεσο, πιο ωμό.
Δεν υπάρχει απόσταση από τη θάλασσα, δεν υπάρχει φίλτρο. Ταξιδεύεις δίπλα στο κύμα, όχι πάνω του.
Κάθε αλλαγή στην επιφάνεια του νερού τη νιώθεις. Το σώμα προσαρμόζεται χωρίς να το καταλάβεις. Ο ήχος του κινητήρα γίνεται σταδιακά σταθερός, σχεδόν υπνωτικός. Κοιτάς έξω την θάλασσα και όλα περνάνε αργά.
Είναι μια εμπειρία που σε πηγαίνει πίσω. Σε κάνει να σκεφτείς πώς γίνονταν κάποτε οι μετακινήσεις· χωρίς άνεση, χωρίς ταχύτητα, αλλά με άμεση σχέση με το νερό, τον καιρό, τη διαδρομή. Το νερό πιτσιλάει, ο αέρας χτυπάει στο πρόσωπο και για λίγο ξεχνάς προορισμούς και προγράμματα. Υπάρχει μόνο η διαδρομή.
Αυτή η βάρκα ήταν μια εμπειρία. Και την χαρήκαμε. Πολύ. Δίπλα στο κύμα, σχεδόν μέσα στη θάλασσα.


Στο Koh Yao Noi
Το Koh Yao Noi είναι ένα μικρό νησί στον κόλπο του Phang Nga που έχει καταφέρει να μείνει έξω από τη μαζική τουριστική ανάπτυξη. Ο πληθυσμός του δεν ξεπερνά τις λίγες χιλιάδες κατοίκους και αποτελείται κυρίως από μουσουλμανικές κοινότητες που ζουν εδώ για γενιές. Η καθημερινότητα στο νησί κινείται σε χαμηλούς ρυθμούς και βασίζεται ακόμη σε παραδοσιακές ασχολίες: αλιεία, καλλιέργεια καουτσουκόδεντρων, μικρές φάρμες και σε πιο πρόσφατα χρόνια ένας ήπιος, εναλλακτικός τουρισμός.
Δεν υπάρχει “κέντρο” με την έννοια που έχουμε συνηθίσει. Το νησί είναι διάσπαρτο σε μικρά χωριά, με απλά σπίτια, μικρά μαγαζιά και δρόμους που διασχίζουν φυτείες και τροπική βλάστηση. Οι άνθρωποι μετακινούνται κυρίως με μηχανάκια, τα παιδιά παίζουν στους δρόμους και η ζωή φαίνεται να ακολουθεί έναν ρυθμό που δεν έχει αλλάξει πολύ με τα χρόνια.
Αυτό που κάνει το Koh Yao Noi να ξεχωρίζει δεν είναι κάποιο εντυπωσιακό αξιοθέατο, αλλά η συνολική του αίσθηση: μια ισορροπία ανάμεσα στη φύση και την καθημερινότητα των ανθρώπων.


Τα σπίτια στην ύπαιθρο
Νοικιάσαμε και εδώ ένα μηχανάκι και αρχίσαμε να γυρίζουμε το Koh Yao Noi. Όσο απομακρύνεσαι από τον κεντρικό δρόμο, το νησί ανοίγεται διαφορετικά. Μικρά ξύλινα σπίτια εμφανίζονται μέσα στο πράσινο, διάσπαρτα, χωρίς σχέδιο, χωρίς πυκνότητα. Στέκονται μόνα τους, σαν να έχουν βρει το σημείο τους και να έχουν μείνει εκεί.
Είναι υπερυψωμένα από το έδαφος, στηριγμένα σε ξύλινους ή τσιμεντένιους πασσάλους. Όχι για αισθητική — για επιβίωση. Προστασία από την υγρασία, τις πλημμύρες της εποχής των μουσώνων, τα έντομα, τα φίδια. Ο αέρας περνά από κάτω, δροσίζει το πάτωμα, κρατά το σπίτι “ζωντανό” μέσα στη ζέστη.
Τα υλικά είναι απλά και τοπικά. Ξύλο για τον σκελετό και τους τοίχους, λαμαρίνα ή φύλλα φοίνικα για τη στέγη. Τίποτα δεν είναι περιττό. Ένα μικρό μπαλκόνι, μια σκάλα που οδηγεί επάνω, λίγα παράθυρα ανοιχτά. Μέσα, ο χώρος είναι λιτός. Τα απαραίτητα. Ένα στρώμα, ένας ανεμιστήρας, λίγα σκεύη μια τηλεόραση. Έξω, τα ρούχα απλωμένα να στεγνώνουν στον ήλιο, πλαστικές καρέκλες, ένα τραπέζι, ίσως ένα μηχανάκι ακουμπισμένο δίπλα.
Αυτό που σου μένει δεν είναι η κατασκευή, αλλά η σχέση της με το περιβάλλον. Τα σπίτια γίνονται μέρος του τοπίου.

Οι άνθρωποι
Στο Koh Yao Noi όλα κινούνται σε έναν ρυθμό που στην αρχή σε ξαφνιάζει. Χωρίς βιασύνη, χωρίς την αίσθηση ότι κάτι πρέπει να προλάβεις.
Οι άνθρωποι κάθονται έξω από τα σπίτια τους, στις αυλές ή στη σκιά των δέντρων. Κάποιοι μπαλώνουν δίχτυα, άλλοι ασχολούνται με μικρές δουλειές της ημέρας, χωρίς ένταση. Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία κάθονται σιωπηλοί, παρατηρούν, σαν να συμμετέχουν στον χρόνο χωρίς να προσπαθούν να τον ελέγξουν.
Σταματούσαμε συχνά. Όχι για κάτι συγκεκριμένο, για να μιλήσουμε. Ένα χαμόγελο, μια απλή κουβέντα, λίγες λέξεις που δεν χρειάζονται μετάφραση. Δεν υπήρχε καχυποψία, ούτε απόσταση.
Μόνο μια ήρεμη αποδοχή της παρουσίας μας.
Μέσα από αυτές τις μικρές στάσεις, άρχιζε να αποκαλύπτεται κάτι πιο βαθύ. Ένας τρόπος ζωής που δεν βασίζεται στην ταχύτητα ή στην ένταση. Δεν υπάρχει εμφανές άγχος, δεν υπάρχει αυτή η μόνιμη ανησυχία που κουβαλάμε. Η μέρα δεν είναι κάτι που πρέπει να γεμίσει, είναι κάτι που απλώς υπάρχει και κυλά.
Δεν σημαίνει φυσικά ότι η ζωή είναι εύκολη. Αλλά μοιάζει πιο γειωμένη. Πιο κοντά σε αυτό που συμβαίνει τώρα. Και όσο μένεις εκεί, αρχίζεις να το νιώθεις κι εσύ. Να επιβραδύνεις χωρίς να το προσπαθείς. Να αφήνεις τα πράγματα να συμβούν, αντί να τα κυνηγάς. Ένας άλλος κόσμος εμφανίζεται μπροστά σου που έχεις ξεχάσει πώς είναι.


Η ευτυχία στην απλότητα
Μας έκανε εντύπωση πόσους ανθρώπους συναντήσαμε που ένοιωθες ότι έχουν μια εσωτερική ηρεμία, μια γαλήνη μέσα τους. Το βλέμμα τους ανθρώπινο και αληθινό, σε κοίταζαν σαν έναν δικό τους άνθρωπο, λες και μας ήξεραν από καιρό.
Για μένα το βλέμμα του ανθρώπου είναι η ανάκλαση του εσωτερικού του κόσμου. Γύρω σου βλέπεις συνέχεια ανθρώπους που δεν είναι εκεί, είναι αλλού. Το βλέμμα τους έχει αλλοιωθεί και δεν είναι αληθινό. Το έχουμε χάσει παγκοσμίως το ανθρώπινο βλέμμα και όσο πάει το χάνουμε και από πιο μικρή ηλικία.
Εδώ όμως είδαμε κάτι διαφορετικό. Οι άνθρωποι είναι παρόντες. Είναι μέσα στη στιγμή τους. Δεν βιάζονται να φύγουν από αυτήν, δεν την προσπερνούν. Αυτό φαίνεται στον τρόπο που σε κοιτάνε, στον τρόπο που σου μιλάνε, στο πόσο εύκολα ανοίγονται χωρίς καμία επιφύλαξη. Μπορούν να σε κοιτάνε στα μάτια χωρίς να μιλάτε και αυτό για μας ήταν πολύ σπάνιο. Απλώς με κοιτούσαν και δεν λέγαμε τίποτα, δεν ήξερα πως να διαχειριστώ την στιγμή.
Αυτή η ζεστή ανθρώπινη επικοινωνία με τα βλέμματα μετά από λίγες μέρες άρχισε να λειτουργεί σαν ψυχοθεραπεία για μας. Κάναμε μια βόλτα στο νησί βλέπαμε ευτυχισμένους ανθρώπους και η μέρα μας ξεκινούσε όμορφα.
Δεν είναι εύκολο να περιγράψω αυτό το αίσθημα, αλλά το να γυρίζεις στη φύση, να συναντάς ανθρώπους με αληθινό βλέμμα, που είναι ευτυχισμένοι μέσα στην απλότητα, είναι μια υπενθύμιση ότι τελικά η ισορροπία δεν είναι κάτι μακρινό. Είναι κάτι που υπάρχει, απλώς εμείς έχουμε απομακρυνθεί από αυτό.


Η καλύβα στο δάσος
Αυτή ήταν η καλύτερη καλύβα που μείναμε στην Ταϊλάνδη. Όχι γιατί είχε ανέσεις αλλά γιατί ήταν σε ένα εκπληκτικό σημείο μέσα στο δάσος. Για να φτάσεις, έπρεπε να αφήσεις το μηχανάκι κάτω και να ανέβεις με τα πόδια μια ανηφόρα που με την ζέστη δεν ήταν εύκολη, αλλά όταν έφτανες επάνω τα ξεχνούσες όλα.
Η καλύβα στεκόταν μέσα στο δάσος, σχεδόν κρυμμένη. Ένα απλό ξύλινο καταφύγιο, χωρίς τίποτα περιττό. Το μπαλκόνι της ήταν το πιο όμορφο σημείο, πλησίαζε προς τα δέντρα τόσο κοντά, που μπορούσες να απλώσεις το χέρι και να τα αγγίξεις. Δεν υπήρχε “θέα” με την κλασική έννοια. Υπήρχε συμμετοχή μέσα στο τοπίο.
Μέσα, τα απολύτως βασικά. Ένα μεγάλο στρώμα που σχεδόν γέμιζε τον χώρο, σκεπασμένο με μια κουνουπιέρα που έπεφτε γύρω του σαν προστατευτικό κουκούλι. Ένας ανεμιστήρας, ένα μικρό ψυγείο, μια απλή κρεμάστρα. Τίποτα άλλο.
Η τουαλέτα ήταν έξω. Κατέβαινες μια ξύλινη σκάλα για να φτάσεις εκεί. Στην αρχή σου φαίνεται παράξενο. Μετά γίνεται φυσικό. Όπως όλα εδώ.
Η καλύβα ήταν φτιαγμένη εξ ολοκλήρου από ξύλο, με στέγη από φύλλα φοίνικα. Κάτω από τα δέντρα, η θερμοκρασία κρατιόταν σε ανθρώπινα επίπεδα. Το φως περνούσε σπασμένο μέσα από τα φύλλα, άλλαζε μέσα στη μέρα, έδινε ρυθμό στον χώρο.
Μέσα μπαίναμε κυρίως για να ξεκουραστούμε. Να ξαπλώσουμε για λίγο, να κοιμηθούμε ίσως το μεσημέρι, να χαθούμε μέσα στη σιωπή. Όλα τα υπόλοιπα τα ζούσαμε έξω. Στο μπαλκόνι.
Καθισμένοι, χωρίς να κάνουμε κάτι συγκεκριμένο. Απλώς να ακούμε. Τα έντομα, τα φύλλα, τον αέρα όταν περνούσε. Τη μέρα να αλλάζει.


Πρωινό παρέα με τα Hornbills
Στο Koh Yao Noi, το πρωινό ξύπνημα δεν ήταν επιλογή, ήταν η φυσική κατάσταση της περιοχής.
Μας ξυπνούσαν οι δυνατές κραυγές των Hornbills, των εντυπωσιακών ασιατικών πουλιών που συχνά συγχέονται με τα Τουκάν της Αμερικής. Oι φωνές τους είναι πολύ δυνατές και δεν σε αφήνουν περιθώριο να κοιμηθείς άλλο. Το όνομα τους έχει σχέση με το εντυπωσιακό σκληρό εξόγκωμα που έχουν πάνω από το κυρίως ράμφος τους, το οποίο ονομάζεται κράνος
Μετά το γεμάτο χρώματα και γεύσεις πρωινό μας στο μπαλκόνι όπου το μάνγκο και το dragon fruit κυριαρχούσαν, καθόμασταν ακίνητοι και παρατηρούσαμε αυτά τα πλάσματα να πλησιάζουν. Είναι πολύ γρήγορα πουλιά και κινούνται με μεγάλη επιδεξιότητα ανάμεσα στα δέντρα. Η παρουσία τους είναι “βαρόμετρο” για την υγεία του οικοσυστήματος, καθώς είναι οι “γεωργοί” της ζούγκλας, υπεύθυνοι για τη διασπορά των σπόρων των μεγάλων δέντρων.
Αλλά η φύση δεν μας επισκεπτόταν μόνο την ημέρα. Το νησί είχε μεγάλες σαύρες κάτι σαν ιγουάνα, τα βλέπαμε έξω στην φύση, ήταν ευγενέστατα πλάσματα, με αυτό το ιδιαίτερο περπάτημα. Ένα βράδυ που η πόρτα στην καλύβα έμενε ανοιχτή, είχαμε επισκέψεις από έναν ιγουάνα που δεν ξέρω πως, αλλά κατάφερε να σκαρφαλώσει στο κρεβάτι και να κοιμηθεί για λίγο στα πόδια μου. Ήταν μια ήσυχη παρέα και μια μοναδική εμπειρία. Τον έβγαλα έξω βέβαια πριν ξυπνήσει η Αρετή. Από τότε, η πόρτα έκλεινε, αλλά η αίσθηση της απόλυτης συνύπαρξης με τη φύση παρέμενε.


Το φυσικό γλύκισμα
Μετά το ζουμερό πρωινό ξεκινούσε η μέρα μας. Συνήθως πηγαίναμε να πάρουμε ένα τοπικό γλυκό, που το έφτιαχνε μια κυρία αλλά όχι κάθε μέρα. Το Khanom Jak, προσφέρεται τυλιγμένο σε φύλλα φοίνικα. Αν και με την πρώτη ματιά μοιάζει με το κλασικό φύλλο μπανάνας, εδώ χρησιμοποιούν τα φύλλα του Nipa Palm, ενός δέντρου που λατρεύει το υφάλμυρο νερό των ακτών.
Τι έχει μέσα; ένα μείγμα από κολλώδες ρύζι, ζουμερή καρύδα και ζάχαρη φοίνικα ψημένο στα κάρβουνα. Ξετυλίγοντας το ζεστό, καπνιστό πακέτο, αποκαλύπτεται ένα μείγμα που έχει καραμελώσει πάνω στη φωτιά. Η γεύση του είναι γήινη, με μια υπόνοια κανέλας που αφήνει το κάψιμο του φύλλου και η υφή του απολαυστικά μαστιχωτή. Είναι η γεύση της ταϊλανδέζικης υπαίθρου σε μια μόνο μπουκιά.
Στεκόμασταν εκεί, δίπλα στον πάγκο, παρατηρώντας τα επιδέξια χέρια της κυρίας που γέμιζαν τα φύλλα και σκεφτόμουν πόσο αφοπλιστικά απλή και βιώσιμη είναι η παράδοση: ένα γλυκό που δεν χρειάζεται εργαστήρια, πλαστικές συσκευασίες ή συντηρητικά. Μόνο τα δώρα της γης και μια φωτιά με κάρβουνα.


Η χειροποίητη τέχνη του μπαμπού
Τον συναντήσαμε στην άκρη ενός δρόμου. Το εργαστήριο του απλό και λιτό. Όλα γίνονται με το χέρι και την εμπειρία. Στην Ταϊλάνδη το μπαμπού είναι το απόλυτο υλικό. Είναι τρόπος ζωής.
Ελαφρύ, ανθεκτικό, ευέλικτο, μεγαλώνει γρήγορα και χρησιμοποιείται παντού: από σπίτια και σκελετούς κατασκευών μέχρι έπιπλα και καθημερινά αντικείμενα.
Εδώ η δουλειά είναι καθαρά χειροποίητη. Στην αρχή διαλέγει τα μπαμπού που θα χρησιμοποιήσει για αυτό που θέλει να κάνει και τα τοποθετεί στη σειρά. Μετά με ένα σκαρπέλο και ένα ξύλινο σφυρί ανοίγει τρύπες στο βασικό μπαμπού, διαφορετικές για κάθε ένωση αναλόγως με την διάμετρο του μπαμπού που θέλει να κουμπώσει. Τοποθετεί το ένα μέσα στο άλλο ελέγχει αν “κάθισαν” σωστά και αν η σύνδεση είναι σφικτή και σταθερή και συνεχίζει. Όλο το έπιπλο στήνεται έτσι, μπαμπού μέσα σε μπαμπού, τίποτε άλλο. Μας εντυπωσίασε η τεχνική του αλλά και η ηρεμία της διαδικασίας. Περάσαμε ξανά μετά από λίγες μέρες και το έπιπλο ήταν έτοιμο και το δοκιμάσαμε


Στον γυναικείο συνεταιρισμό Batik
Ήρθαμε να συναντήσουμε μια ομάδα γυναικών που έχουν φτιάξει έναν συνεταιρισμό και διατηρούν ζωντανή την παραδοσιακή τους τέχνη του Banyak Titik γνωστή σε μάς σαν Batik . Στο Koh Yao Noi, η τέχνη αυτή δεν είναι διακόσμηση, είναι μια οικονομική ανάσα και ένας τρόπος κοινωνικής συνοχής. Σε έναν κόσμο όπου οι γυναίκες δεν έχουν πάντα ίσες ευκαιρίες, εδώ τις βλέπεις να στηρίζουν τις οικογένειές τους. Από το street food μέχρι αυτά τα μικρά έργα τέχνης.
Η τεχνική του Batik είναι ένας χορός ανάμεσα στο κερί και το χρώμα. Όλα ξεκινούν με το canting, ένα μικρό μεταλλικό εργαλείο με λεπτό στόμιο, με το οποίο “σχεδιάζουν” πάνω στο λευκό ύφασμα χρησιμοποιώντας λιωμένο, ζεστό κερί. Το κερί λειτουργεί σαν φράγμα: όπου πέφτει, το ύφασμα παραμένει αδιάβροχο, προστατεύοντας το αρχικό χρώμα. Στη συνέχεια, οι γυναίκες γεμίζουν τα κενά με ζωντανές χρωστικές, δημιουργώντας διαβαθμίσεις.
Μόλις το ύφασμα στεγνώσει, βυθίζεται σε βραστό νερό για να λιώσει το κερί και να αποκαλυφθεί το τελικό σχέδιο. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί σταθερό χέρι και απόλυτη συγκέντρωση. Η Αρετή τα κατάφερε και έκανε ένα όμορφο Batik. Βλέποντας όλη την διαδικασία που μας πήρε αρκετό χρόνο, ένιωσα ότι κάθε πινελιά δεν ήταν μόνο το χρώμα, αλλά και μια πράξη αντίστασης στη λήθη και ένας τρόπος αυτές οι γυναίκες να στηρίζουν περήφανα τις οικογένειές τους, μετατρέποντας την παράδοση σε βιοπορισμό.


Το Ταιλανδέζικο street food
Το street food είναι αποκλειστικότητα των γυναικών. Δεν γίνεται να έρθεις στην Ταϊλάνδη και ειδικά σε τέτοια μικρά μέρη όπως το Koh Yao Noi και να μην μπεις στον κόσμο του street food. Μην φοβηθείς τις λίγο ιδιαίτερες συνθήκες μαγειρέματος, έτσι είναι το street food δεν θα πάθεις κάτι.
Εδώ δεν χρειάστηκε να μαγειρέψουμε ούτε μια φορά. Κάθε απόγευμα οι γυναίκες του χωριού έστηναν το υπαίθριο μαγειρείο τους και ετοίμαζαν νόστιμα τοπικά φαγητά. Δεν έκαναν όλες το ίδιο φαγητό. Κάθε πάγκος είχε τη δική του “συνταγή”, τη δική του ταυτότητα. Μικρές παραλλαγές, διαφορετικά μπαχαρικά, άλλες ισορροπίες. Αλλά ένα πράγμα ήταν κοινό: οι έντονες, γλυκόξινες γεύσεις που χαρακτηρίζουν την ταϊλανδέζικη κουζίνα.
Μπορείς να δοκιμάσεις:
Pad Thai — τα γνωστά τηγανητά noodles με αυγό, λαχανικά, φιστίκι και λάιμ. Απλό, γρήγορο, πάντα ισορροπημένο.
Som Tam — πικάντικη σαλάτα από πράσινη παπάγια, με λάιμ, fish sauce και καυτερή πιπεριά. Φρέσκια και δυνατή.
Satay — μικρά καλαμάκια με κοτόπουλο ή κρέας, ψημένα στα κάρβουνα, με σάλτσα φυστικιού.
Tod Man Pla — τηγανητά ψαροκεφτεδάκια, αρωματικά και ελαφρώς καυτερά.
Θα βρεις επίσης μικρά τηγανητά σνακ, λαχανικά ή ζύμες, τραγανά απ’ έξω και μαλακά μέσα.


Το κινούμενο εστιατόριο
Δες εδώ τι κουβαλάνε αυτές οι γυναίκες για να μπορούν να μαγειρέψουν. Δεν έχω ξαναδεί ένα απλό μηχανάκι να έχει μαζί του τέτοιο εξοπλισμό. Πως το σκέφτηκαν και το έκαναν κινούμενο εστιατόριο.
Στέκεσαι απέναντι και προσπαθείς να καταλάβεις πώς χωράνε όλα αυτά. Κατσαρόλες κρεμασμένες στα πλάγια, τηγάνια, πλαστικά δοχεία με υλικά, σακούλες με λαχανικά, κουτάλες, μαχαίρια, καρυκεύματα. Στο κέντρο, ένα μικρό γκαζάκι – η καρδιά της κουζίνας. Φθαρμένο, καμένο από τη χρήση, αλλά έτοιμο να δουλέψει ασταμάτητα.
Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Όλα έχουν τη θέση τους. Κάθε αντικείμενο είναι δεμένο, κρεμασμένο ή σφηνωμένο με τέτοιο τρόπο ώστε να αντέχει τις μετακινήσεις στους δρόμους του νησιού. Ένα σύστημα που έχει εξελιχθεί μέσα από την ανάγκη. Λειτουργικό, άμεσο, χωρίς περιττά.
Και μέσα σε λίγα λεπτά, αυτό το φορτωμένο μηχανάκι μεταμορφώνεται. Σταματά στην άκρη του δρόμου, ανάβει το γκαζάκι, ανοίγουν τα καπάκια, βγαίνουν τα υλικά. Η κουζίνα ζωντανεύει. Οι κινήσεις είναι γρήγορες, σχεδόν αυτοματοποιημένες. Μαγειρεύουν όρθιες, στον δρόμο, με ακρίβεια και ρυθμό.
Δεν υπάρχει πολυτέλεια. Υπάρχει μόνο γνώση και εμπειρία. Αυτό που για εμάς μοιάζει εξωπραγματικό, για εκείνες είναι καθημερινότητα. Ένας τρόπος να δουλέψουν, να κινηθούν, να φτάσουν παντού. Να στήσουν το «εστιατόριό» τους όπου υπάρχει κόσμος.


Το φαγητό στο χαλάκι
Εδώ το φαγητό δεν είναι μόνο μια ανάγκη, είναι κοινωνικοποίηση.
Καθώς πέφτει ο ήλιος, το πεζοδρόμιο μεταμορφώνεται. Οι ντόπιοι φτάνουν σιγά σιγά, κουβαλώντας μικρά χαμηλά τραπεζάκια και απλά χαλάκια. Τα απλώνουν στο πεζοδρόμιο με μια φυσικότητα που δείχνει πως αυτό επαναλαμβάνεται κάθε μέρα, χωρίς σκέψη. Τα παπούτσια μένουν στην άκρη, έξω από το χαλάκι.
Κάθονται οκλαδόν, κοντά ο ένας στον άλλον. Τα πιάτα μοιράζονται, τα χέρια κινούνται ήρεμα, οι κουβέντες κυλούν χαμηλόφωνα. Δεν υπάρχει βιασύνη. Δεν υπάρχει απόσταση. Το φαγητό γίνεται αφορμή για επαφή.
Παιδιά, γονείς, φίλοι — όλοι στο ίδιο επίπεδο, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Το βλέμμα δεν χάνεται σε οθόνες, αλλά συναντά τον απέναντι. Το γέλιο είναι απλό, καθημερινό, χωρίς επιτήδευση.
Για εμάς, αυτή η εικόνα μοιάζει σχεδόν αδιανόητη. Στη Δύση, ο δημόσιος χώρος δύσκολα γίνεται τόσο οικείος. Υπάρχουν κανόνες, αποστάσεις, μια αόρατη γραμμή που δεν επιτρέπει αυτή την αυθόρμητη συνύπαρξη.
Εδώ όμως, το πεζοδρόμιο γίνεται τραπεζαρία. Ο δρόμος γίνεται γειτονιά. Και το φαγητό — μια βαθιά, ανθρώπινη μορφή κοινωνικοποίησης.


Άμπωτη και παλίρροια
Η θάλασσα εδώ δεν είναι σταθερή. Κινείται και αναπνέει. Πάει και ερχεται.
Δύο φορές την ημέρα υποχωρεί και επιστρέφει, αλλάζοντας εντελώς το τοπίο. Στην άμπωτη, το νερό τραβιέται μακριά και αποκαλύπτει έναν απέραντο, υγρό βυθό. Οι βάρκες μένουν ακίνητες πάνω στη λάσπη, γερμένες, σαν να περιμένουν υπομονετικά την επόμενη κίνηση της θάλασσας. Οι ρίζες των μαγκρόβιων δέντρων ξεγυμνώνονται και ο τόπος αποκτά μια άγρια, σχεδόν πρωτόγονη όψη.
Λίγες ώρες μετά, όλα αλλάζουν ξανά. Η παλίρροια επιστρέφει αθόρυβα, καλύπτει τη γη και σηκώνει τις βάρκες από το έδαφος. Εκεί που πριν περπατούσες, τώρα απλώνεται θάλασσα. Το ίδιο σημείο γίνεται αγνώριστο. Οι ντόπιοι ζουν με αυτόν τον ρυθμό. Ξέρουν πότε θα φύγουν, πότε θα επιστρέψουν, πότε μπορούν να κινηθούν. Δεν είναι ένα απλό φυσικό φαινόμενο, είναι ένας καθημερινός μηχανισμός που καθορίζει τη ζωή τους. Για εμάς είναι εντυπωσιακό. Για εκείνους, είναι η καθημερινότητα.



Ο ψαράς.
Ηταν μια έκπληξη που συναντήσαμε αυτόν τον ψαρά. Τον είδα στην άκρη μιας παραλίας να κάθεται μόνος του στην καλύβα του. Τον πλησιάσαμε και πιάσαμε μια κουβέντα, ήξερε λίγα Αγγλικά και μπορέσαμε να συνεννοηθούμε.
Αυτό που βλέπεις είναι το σπίτι του, εδώ μένει σε αυτό το αντίσκηνο. Ένα στρώμα ένα γκαζάκι λίγα πιάτα λίγα ρούχα. Μας ήταν πολύ δύσκολο να το πιστέψουμε ότι μένει εδώ.
Ψαρεύει μπλε καβούρια για να ζήσει. Μας έδειξε ένα απλό μεταλλικό κλουβί. Με αυτό πιάνει μπλε καβούρια, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά είδη της περιοχής, με το έντονο γαλάζιο χρώμα στα πόδια και τη λεπτή, γλυκιά σάρκα. Είναι περιζήτητα στην τοπική κουζίνα, αλλά για τους μικρούς ψαράδες δεν σημαίνουν απαραίτητα σταθερό εισόδημα.
Η αλιεία του είναι σχεδόν χειροποίητη. Ρίχνει τις παγίδες, περιμένει, επιστρέφει. Όμως η θάλασσα αλλάζει. Όπως μας είπε, τα νερά αδειάζουν. Η υπεραλίευση από μεγαλύτερα σκάφη δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Τα δίχτυα τους σαρώνουν τα πάντα — μικρά και μεγάλα, χωρίς διάκριση.
Δυσκολεύεται πλέον να βρει έστω και λίγα καβούρια.
Οι μικροί ψαράδες δουλεύουν περισσότερο για να βρουν λιγότερα. Τα έσοδα είναι αβέβαια, η καθημερινότητα οριακή. Δεν υπάρχει ασφάλεια, δεν υπάρχει εναλλακτική.
Κι όμως, ήταν εντυπωσιακό που δεν υπήρχε θυμός στον λόγο του. Μόνο μια ήρεμη αποδοχή. Ήξερε ότι αυτός ο τρόπος ζωής βρίσκεται στο τέλος του, αλλά δεν έχει άλλον να επιλέξει.


Τα παιδιά με το Horse shoe crab
Αυτά τα μικρά παιδιά μας έφεραν ένα Horse shoe crab — ένα πλάσμα που μοιάζει βγαλμένο από άλλη εποχή. Και ίσως είναι. Υπάρχει σχεδόν αμετάβλητο εδώ και περίπου 400 εκατομμύρια χρόνια, πολύ πριν εμφανιστούν οι δεινόσαυροι. Δεν είναι ακριβώς καβούρι, αλλά ένα «ζωντανό απολίθωμα», συγγενής περισσότερο με τις αράχνες και τους σκορπιούς. Το σκληρό του καβούκι, η περίεργη ουρά και το στόμα του στην κάτω πλευρά του σώματος συνθέτουν μια μορφή τόσο παράξενη όσο και εντυπωσιακή.
Το κράτησα για λίγο στα χέρια μου με δέος. Ένα κομμάτι της ιστορίας του πλανήτη, ζωντανό, μπροστά μου. Και μετά το αφήσαμε ξανά στο νερό, εκεί που ανήκει.
Για τα παιδιά όμως, δεν ήταν κάτι σπάνιο. Ήταν μέρος της καθημερινότητάς τους.
Μεγαλώνουν μέσα στη θάλασσα. Παίζουν, κολυμπούν, ψαρεύουν, εξερευνούν. Ξέρουν τα ρεύματα, τα ρηχά, τα ζώα. Τα χέρια τους πιάνουν με φυσικότητα ό,τι για εμάς φαίνεται άγνωστο ή ακόμα και τρομακτικό. Δεν υπάρχει φόβος, υπάρχει εξοικείωση. Η θάλασσα είναι η αυλή τους, το παιχνίδι τους είναι η φύση.
Και η γνώση τους δεν έρχεται τόσο από βιβλία, αλλά από την επαφή.
Σε έναν κόσμο που όλο και απομακρύνεται από το φυσικό περιβάλλον και τα παιδιά δεν έχουν πλέον επαφή και εξοικείωση με την φύση αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν ακόμα μέσα του.


Το μαγκρόβιο δάσος
Το νησί έχει ακόμη μαγκρόβια δάση. Και αυτό από μόνο του είναι πολύτιμο.
Τα μαγκρόβια δεν είναι απλά δέντρα δίπλα στη θάλασσα. Είναι ένα ολόκληρο οικοσύστημα που ζει ανάμεσα στη στεριά και το νερό. Οι ρίζες τους βυθίζονται στη λάσπη και απλώνονται σαν ένα φυσικό πλέγμα, συγκρατώντας το έδαφος και προστατεύοντας τις ακτές από τη διάβρωση και τα κύματα.
Μέσα σε αυτό το «δίκτυο» γεννιέται ζωή. Μικρά ψάρια, καβούρια, μαλάκια βρίσκουν καταφύγιο εδώ στα πρώτα τους στάδια. Είναι ένα φυσικό φυτώριο της θάλασσας. Χωρίς τα μαγκρόβια, πολλά από τα είδη που στηρίζουν την τοπική αλιεία απλά δεν θα επιβίωναν.
Ταυτόχρονα, είναι από τα πιο αποτελεσματικά οικοσυστήματα στον πλανήτη στην αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα. Λειτουργούν σαν «φίλτρο» για το κλίμα, συγκρατώντας τεράστιες ποσότητες άνθρακα στο έδαφος και στο νερό.
Κι όμως, αυτά τα δάση εξαφανίζονται.
Η τουριστική ανάπτυξη, οι κατασκευές, οι ιχθυοκαλλιέργειες και η ανεξέλεγκτη ανθρώπινη παρέμβαση έχουν καταστρέψει μεγάλο μέρος των μαγκρόβιων παγκοσμίως. Είναι ένα οικοσύστημα που συχνά θεωρείται «άχρηστο», γιατί δεν είναι άμεσα εκμεταλλεύσιμο. Και έτσι χάνεται σιωπηλά.
Στο Koh Yao Noi υπάρχουν ακόμη. Και αυτό δίνει μια ελπίδα.


Ο σκουπιδότοπος στα μαγκρόβια
Εκεί, δίπλα στο μαγκρόβιο δάσος, υπήρχε ένας μικρός οικισμός. Σπίτια χτισμένα πάνω σε ξύλινους πασσάλους, για να αντέχουν την παλίρροια που ανεβαίνει και περνά κάτω από το πάτωμά τους.
Ξύλινοι διάδρομοι ενώνουν τα σπίτια, μια ολόκληρη καθημερινότητα που εξελίσσεται πάνω από το νερό. Στην αρχή σου φαίνεται σχεδόν ποιητικό. Σαν ένας κόσμος που ζει σε ισορροπία με το περιβάλλον του.
Κάναμε βόλτες μπήκαμε μέσα στους ξύλινους διαδρόμους και φτάσαμε πίσω από τα σπίτια. Εδώ μας περίμενε μια μεγάλη έκπληξη, ένας πλεούμενος σκουπιδότοπος. Πλαστικά, υπολείμματα, οργανικά απορρίμματα, όλα μπλεγμένα ανάμεσα στις ρίζες των μαγκρόβιων και στα ξύλινα στηρίγματα των σπιτιών. Η παλίρροια τα φέρνει, τα αφήνει, τα ξαναπαίρνει, αλλά τίποτα δεν εξαφανίζεται πραγματικά.
Από ανοιχτά παράθυρα, άνθρωποι μαγείρευαν και πετούσαν ό,τι περίσσευε κατευθείαν στο νερό.
Το είδαμε να συμβαίνει μπροστά μας. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Σαν κάτι απολύτως φυσιολογικό. Από ένα άλλο ανοιχτό παράθυρο κάποιος άδειασε ένα κουβά με βρομόνερα και μετά πέταξε έξω το κουτί από το απορρυπαντικό.
Και εκεί είναι που η εικόνα σε ταράζει.
Γιατί δεν πρόκειται απλά για αδιαφορία. Είναι ένας συνδυασμός συνήθειας, έλλειψης υποδομών και μιας καθημερινότητας που δεν αφήνει χώρο για περιβαλλοντική συνείδηση όπως τη γνωρίζουμε εμείς. Όταν ζεις κυριολεκτικά πάνω στο νερό, αυτό γίνεται προέκταση του χώρου σου. Και ό,τι φεύγει από το σπίτι, απλώς… φεύγει.
Το αποτέλεσμα όμως είναι σκληρό. Ένα εύθραυστο οικοσύστημα, όπως τα μαγκρόβια, μετατρέπεται σε αποδέκτη όλων αυτών των απορριμμάτων. Και αυτό που από μακριά μοιάζει εξωτικό και αυθεντικό, από κοντά αποκαλύπτει μια πραγματικότητα δύσκολη, σχεδόν βίαιη για το ίδιο το περιβάλλον.


Οι νεροβούβαλοι
Εκεί, λίγο έξω από το μαγκρόβιο δάσος, συναντήσαμε αυτά τα ζώα της λάσπης. Οι νεροβούβαλοι είναι απόλυτα δεμένοι με το νερό και το υγρό χώμα. Μπαίνουν μέσα στις λάσπες για να δροσιστούν, να προστατευτούν από τον ήλιο και τα έντομα, και το απολαμβάνουν πραγματικά. Το σώμα τους βαρύ και ήρεμο, κινείται αργά, χωρίς καμία ένταση.
Σε σχέση με τις αγελάδες, είναι πιο ανθεκτικοί στη ζέστη και την υγρασία, αλλά ταυτόχρονα πιο εξαρτημένοι από το νερό. Δεν αντέχουν την ξηρασία το ίδιο καλά και χρειάζονται καθημερινή επαφή με λάσπη ή νερό για να ρυθμίζουν τη θερμοκρασία τους. Είναι πιο δυνατοί και χρησιμοποιούνται παραδοσιακά σε ορυζώνες και δύσκολες καλλιέργειες, εκεί όπου μια αγελάδα δεν θα μπορούσε να κινηθεί. Εδώ δεν τους βλέπεις σαν “παραγωγή”. Δεν είναι κοπάδια για γάλα ή κρέας όπως έχουμε μάθει στη Δύση. Είναι ζώα που συνυπάρχουν με τον άνθρωπο, μέρος της γης και της δουλειάς του.
Σήμερα όμως είναι πολύ λιγότεροι παγκοσμίως. Η εκβιομηχάνιση της γεωργίας έχει περιορίσει τον ρόλο τους, ενώ η απώλεια υγροτόπων και οι αλλαγές στο περιβάλλον μειώνουν συνεχώς τους φυσικούς τους χώρους.
Ηταν απόγευμα και επέστρεφαν μόνοι τους ο ένας πίσω από τον άλλον, γνωρίζοντας τον δρόμο. Στη διαδρομή έκαναν και ένα λασπόλουτρο. Μας έμεινε αυτή η εικόνα: δύναμη χωρίς επιβολή, ηρεμία χωρίς φόβο. Μια ζωή σε ισορροπία με το περιβάλλον τους.


Στο Koh Yao Yai
Μπήκαμε ένα πρωινό σε μια απλή ξύλινη βάρκα για να περάσουμε στο διπλανό νησί, το Koh Yao Yai. Μας είχαν πει ότι είναι ακόμη πιο ήρεμο από το Koh Yao Noi. Και είχαν δίκιο. Εδώ η αίσθηση της απομόνωσης είναι πιο έντονη, πιο καθαρή. Λιγότεροι άνθρωποι, λιγότερος τουρισμός, περισσότερη φύση.
Το Koh Yao Yai είναι μεγαλύτερο σε έκταση, αλλά λιγότερο ανεπτυγμένο. Το εσωτερικό του καλύπτεται από πυκνά τροπικά δάση, σχεδόν αδιαπέραστα. Οι παραλίες εδώ είναι διαφορετικές. Μεγάλες, ανοιχτές, συχνά άδειες.
Σε πολλά σημεία βλέπεις μόνο ψαρόβαρκες, μερικούς ντόπιους και τον ορίζοντα. Οι άνθρωποι στο Koh Yao Yai ζουν κυρίως από την αλιεία, τη μικρή γεωργία και τις φυτείες καουτσούκ. Η ζωή είναι ακόμη πιο απλή από το Koh Yao Noi.
Μικρά χωριά διάσπαρτα στο νησί, ξύλινα σπίτια, αυλές με ζώα, παιδιά που παίζουν στους δρόμους χωρίς βιασύνη. Δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου μαζικός τουρισμός. Μερικά μικρά καταλύματα, λίγες υποδομές, τίποτα που να αλλοιώνει τον χαρακτήρα του νησιού. Αυτό το κάνει πιο δύσκολο, αλλά και πιο αυθεντικό.


Εκεί που η θάλασσα ανοίγει δρόμο
Νοικιάσαμε ένα μηχανάκι και ξεκινήσαμε να βρούμε μια από τις πιο ιδιαίτερες παραλίες του νησιού. Από ψηλά, με το drone, αποκαλύφθηκε όλη η ομορφιά της. Μια στενή λωρίδα άμμου που κόβει τη θάλασσα στα δύο, σαν να ανοίγει ένας δρόμος μέσα στο νερό.
Εδώ δεν κινείσαι στην παραλία. Κινείσαι με τον χρόνο της θάλασσας. Με την άμπωτη, το νερό τραβιέται πίσω και αφήνει χώρο. Μπαίνεις και περπατάς μέσα του, όλο και πιο βαθιά, χωρίς να βουλιάζεις πραγματικά τα πόδια σου πατάνε. Είναι μια αίσθηση παράξενη, σχεδόν σουρεαλιστική.
Σαν να σου επιτρέπεται για λίγο κάτι που κανονικά δεν γίνεται.
Ο ορίζοντας απλώνεται μπροστά σου και νιώθεις ότι απομακρύνεσαι από τη στεριά χωρίς να την εγκαταλείπεις. Κάθε βήμα είναι και μια μικρή υπέρβαση. Αλλά μην παίρνεις πολύ θάρρος
Η παλίρροια επιστρέφει γρήγορα. Εκεί που πριν περπατούσες, αρχίζει να γεμίζει νερό. Η λωρίδα στενεύει, το βάθος ανεβαίνει και σύντομα πρέπει να πάρεις την απόφαση να γυρίσεις. Αν καθυστερήσεις, το περπάτημα γίνεται κολύμπι. Και τα ρεύματα, αθόρυβα, υπάρχουν πάντα.


Το δάσος από ψηλά
Μετά την παραλία, αποφασίσαμε να πάμε να δούμε ένα τροπικο δάσος. Μας αρέσουν πολύ, αλλά δεν τα βρίσκεις εύκολα. Έχουν κάτι ιδιαίτερο, μια αίσθηση ότι μπαίνεις σε έναν κόσμο που δεν είναι φτιαγμένος για σένα.
Από ψηλά, το δάσος αλλάζει εντελώς χαρακτήρα. Δεν είναι πια μόνο φύση, γίνεται σχέδιο. Ένα πυκνό πράσινο που απλώνεται χωρίς διακοπή και μέσα του ένα ποτάμι που το κόβει απαλά, σαν να χαράζει τον δικό του δρόμο εδώ και αιώνες.
Δεν βλέπεις κίνηση, αλλά ξέρεις ότι υπάρχει ζωή παντού. Κάτω από αυτή την επιφάνεια κινούνται νερά, ρίζες, οργανισμοί, ένας ολόκληρος κόσμος που δεν φαίνεται. Από αυτή την απόσταση, όλα μοιάζουν ήσυχα, σχεδόν ακίνητα.
Τίποτα δεν είναι στατικό. Η θάλασσα μπαίνει και βγαίνει, το νερό αλλάζει επίπεδα, το τοπίο μεταμορφώνεται χωρίς να το καταλαβαίνεις. Είναι ένας ρυθμός αργός, σταθερός, που δεν ακολουθεί τον άνθρωπο αλλά τον δικό του χρόνο.
Εδώ δεν υπάρχουν δρόμοι, δεν υπάρχουν χωριά. Μόνο φύση. Ένας κόσμος κλειστός, αυτάρκης, που λειτουργεί χωρίς να σε χρειάζεται.


Τροπικό δάσος και καταιγίδες
Στο τροπικό δάσος, η βροχή είναι ο κανόνας. Η ζέστη και η υγρασία ανεβαίνουν συνεχώς μέσα στη μέρα. Ο αέρας βαραίνει, το νιώθεις στο σώμα σου πριν το δεις. Και ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, ο ουρανός ανοίγει. Όχι απλά βρέχει — πέφτει νερό με δύναμη, σαν να σε έχουν βάλει κάτω από ντους.
Οι καταιγίδες έρχονται απότομα. Μέσα σε λίγα λεπτά όλα αλλάζουν. Ο ήλιος χάνεται, ο ουρανός σκοτεινιάζει, ο αέρας δυναμώνει και μετά έρχεται το νερό. Πολύ νερό. Δεν προλαβαίνεις να αντιδράσεις, ούτε να βρεις καταφύγιο. Μέχρι να το σκεφτείς, έχεις ήδη βραχεί μέχρι το κόκαλο.
Και όμως, όσο έντονα έρχονται, τόσο γρήγορα φεύγουν.
Σε λίγο ο ουρανός ανοίγει ξανά, το φως επιστρέφει και η φύση συνεχίζει σαν να μην συνέβη τίποτα.
Τα δέντρα στάζουν, το έδαφος αχνίζει, και η ζούγκλα δείχνει ακόμη πιο ζωντανή από πριν.
Είναι ένα εντυπωσιακό φαινόμενο. Στην αρχή σε ξαφνιάζει, μετά το περιμένεις και στο τέλος το αποδέχεσαι σαν μέρος του ρυθμού αυτού του τόπου. Εμείς φάγαμε πολύ νερό. Και ήταν από τις εμπειρίες που δεν ξεχνάς.


Κίνηση στο νερό και στο νησί
Στο Koh Yao Yai, η μετακίνηση γίνεται με βάρκες. Οι long tail βάρκες μπαινοβγαίνουν στα κανάλια των μαγκρόβιων, μεταφέροντας ανθρώπους, τρόφιμα, υλικά, οτιδήποτε χρειάζεται το νησί για να λειτουργήσει. Εδώ όλα είναι απλά και ήρεμα. Δεν υπάρχει βιασύνη, η βάρκα περιμένει να έρθουν οι επιβάτες..
Στα μικρά λιμανάκια βλέπεις μια άλλη διάσταση της μετακίνησης. Μια βάρκα δένει, κάποιος δίνει μια σακούλα, άλλος παίρνει ένα δέμα, λίγες κουβέντες, ένα χαμόγελο και όλα συνεχίζουν. Είναι ένα δίκτυο ζωής που λειτουργεί χωρίς θόρυβο, χωρίς ένταση, με μια φυσική ροή που δύσκολα συναντάς αλλού.
Αυτές οι βάρκες δεν είναι για τους επισκέπτες. Είναι ο τρόπος που κινείται το νησί. Συνδέουν τα χωριά μεταξύ τους, περνούν απέναντι στο Koh Yao Noi και φτάνουν μέχρι το Phuket και το Krabi, μεταφέροντας ανθρώπους, τρόφιμα και ό,τι χρειάζεται για να συνεχιστεί η ζωή.

Επιστρέψαμε στο Koh Yao Noi και μείναμε λίγες ακόμη μέρες στην καλύβα μας. Κάποια μέρη δεν τα αφήνεις εύκολα. Ξαπλωμένη στην αιώρα σκεφτόμουν όλα αυτά τα υπέροχα ταξίδια που έχω κάνει και πόσα θέλω να κάνω ακόμη. Κάποια ταξίδια δεν τελειώνουν όταν αλλάζεις προορισμό.
Συνεχίζουν μέσα σου.
Εδώ κλείνει το τρίτο μέρος.
Στο επόμενο και τελευταίο ο δρόμος μας πάει στον Βορρά, στη Chiang Mai και μετά λίγο πιο κάτω στη ζωντανή ένταση της Bangkok.
Το ταξίδι αυτό έγινε και ντοκιμαντέρ. Ισως να είναι και αυτό σημαντικό – όχι μόνο πόσο μακριά φτάνεις αλλά και τι κρατάς μαζί σου όταν επιστρέφεις.
Το trailer και το soundtrack μπορείς να τα βρεις στα προηγούμενα άρθρα.
*Ο Στέργιος Μήτας είναι σκηνοθέτης. Η Αρετή Τουσέρ μουσικός και συνθέτρια.
Διαβάστε εδώ τα δύο πρώτα μέρη:
