TRAVEL

ΣΤΟ ΣΙΝΙΚΟ ΤΕΙΧΟΣ, ΟΛΑ ΚΥΛΗΣΑΝ ΟΜΑΛΑ. ΣΧΕΔΟΝ

Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης – Φωτογραφίες: Ιωσήφ Μανίκης & Εύα Μιμιλίδου Κάθε ταξίδι είναι μια συνάντηση με τόπους, πρόσωπα και κομμάτια του εαυτού μας.
 Οι ιστορίες και οι φωτογραφίες…

Κάνε το couscous.gr προτιμώμενη πηγή στην Google

Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης – Φωτογραφίες: Ιωσήφ Μανίκης & Εύα Μιμιλίδου

Κάθε ταξίδι είναι μια συνάντηση με τόπους, πρόσωπα και κομμάτια του εαυτού μας.


Οι ιστορίες και οι φωτογραφίες αυτής της σειράς είναι απόπειρες να κρατηθεί κάτι από εκείνη τη στιγμή, πριν χαθεί στον χρόνο.

Από τη συλλογή Το δώρο της μπλε πόλης.

Στο Σινικό Τείχος, όλα πήγαν καλά. Σχεδόν.

Από παιδί, μια φήμη μου τριβέλιζε το μυαλό: το Σινικό Τείχος, λέει, είναι το μόνο από τα επτά “σύγχρονα” θαύματα που μπορείς να δεις από το διάστημα.

Εντυπωσιακό, σίγουρα. Σύγχρονο, όμως; Όχι δα. Έμοιαζε περισσότερο μ’ έναν κουρασμένο γίγαντα που είχε απλωθεί πάνω στους λόφους και τις πεδιάδες της Κίνας και δεν είχε σκοπό να σηκωθεί.

Δεν είναι ούτε από τα επτά θαύματα του παλιού κόσμου, εκείνα που καταστράφηκαν το ένα μετά το άλλο, αφήνοντας πίσω τους μόνο φήμες και αναφορές. Από όλα, μόνο οι πυραμίδες στέκουν ακόμη, πεισματικά, μέσα στην έρημο, σαν υπερήλικοι παππούδες που αρνούνται να φύγουν χωρίς να πουν την τελευταία τους ιστορία.

Κι όμως, με μια επιμονή που αψηφούσε τους αιώνες, ήρθε η ώρα και για μένα να το δω. Να το περπατήσω. Να ανέβω στο Σινικό Τείχος. Όχι με τη φόρα της νιότης, αλλά μ’ εκείνη την παράξενη ορμή της μέσης ηλικίας που σε πείθει πως αντέχεις ακόμη τα πάντα.

Στο Σινικό Τείχος, όλα κύλησαν ομαλά. Σχεδόν

Ξεκίνησα με βλέμμα αποφασισμένο, πόδια φιλόδοξα και γόνατα ήδη προβληματισμένα. Τα σκαλοπάτια, τεράστια, όχι σκαλοπάτια δηλαδή, πιο πολύ έμοιαζαν με κομμάτια βουνού στοιβαγμένα σε σειρά, λες και κάποιος ήθελε απλώς να δει ποιος θα καταφέρει να τα ανέβει.

Κι ανέβαινα. Κι ανέβαινα. Ο κόσμος πολύς στην αρχή, σαν πανηγύρι με διεθνή συμμετοχή, αλλά σιγά σιγά άρχισε να αραιώνει. Δεν ήξερα αν εγώ ανέβαινα ή οι άλλοι υποχωρούσαν με τακτ. Πού και πού σταματούσα, όχι από εξάντληση (ναι καλά…), αλλά γιατί “ήθελα να απολαύσω τη θέα”, όπως έλεγα μεγαλόφωνα. Κυρίως στον εαυτό μου.

Κι η θέα… μαγική. Το τείχος χάραζε τις πράσινες κοιλάδες σαν μπάλωμα πάνω στο κορμί της Κίνας, ραμμένο από έναν κουρασμένο θεό της πέτρας.

Μια ολόκληρη αυτοκρατορία, αποτυπωμένη σε πέτρα. Ένα κάστρο που κάποτε προστάτευε, ή τουλάχιστον προσποιούνταν ότι μπορούσε. Ποιος ξέρει αν τα κατάφερε ποτέ. Πώς να φυλάξεις άλλωστε 6.500 χιλιόμετρα τείχος; Θέλεις στρατό από αιώνιους φαντάρους που δεν νοσταλγούν το σπίτι.

Στο Σινικό Τείχος, όλα κύλησαν ομαλά. Σχεδόν

Η ομάδα των ταξιδιωτών που ξεκινήσαμε μαζί άρχισε να αραιώνει. Ένα-ένα τα πρόσωπα χάνονταν από τα πλάγια της όρασής μου, σαν φιγούρες που ξεθώριαζαν μέσα στην πρωινή ομίχλη.

Η παρέα μου άντεξε μέχρι το ένατο φρούριο. Εκεί, μοίρασαν στον εαυτό τους κάτι αναμνηστικά μετάλλια, που φορούσαν σαν να είχαν μόλις τερματίσει τον μαραθώνιο της Αθήνας. Με κοίταζαν μ’ ένα μείγμα θαυμασμού και ανησυχίας, κυρίως το δεύτερο.

Εγώ, ακατάβλητος, συνέχισα. Ή τέλος πάντων, έτσι νόμιζα. Γιατί όταν το μυαλό λέει “συνέχισε” και τα γόνατα απαντούν “χαλάρωσε λίγο”, κάπου στη μέση βρίσκεται η αλήθεια.

Ο τελικός σταθμός, το δέκατο τρίτο φρούριο. Εκεί που φτάνουν οι ήρωες, οι ανόητοι και όσοι τους ξέχασε ο ξεναγός. Εκεί που δεν υπάρχει πια ούτε σκιά ούτε κατάστημα με παγωμένο νερό.

Σε κάθε επίπεδο, μια ταμπέλα σκαλιστή στον τοίχο. Ήταν οι φωτογραφικές “στάσεις της δόξας”. Εκεί όπου, σύμφωνα με την τουριστική εθιμοτυπία, πρέπει να σταθείς, να χαμογελάσεις λαχανιασμένα και να απαθανατίσεις τη μεγάλη στιγμή.

Η δική μου θα ήταν στο 13ο φρούριο. Ήταν το όριο. Μετά, δεν μπορούσαμε να πάμε πιο πέρα.

Στο Σινικό Τείχος, όλα κύλησαν ομαλά. Σχεδόν

Από την ομάδα των ταξιδιωτών είχαμε απομείνει τρεις, άντε τέσσερις ψυχές. Εγώ και οι νεότεροι, που ακόμη είχαν γόνατα που υπάκουαν. Ξεχώριζε ένας τύπος, γυμνασμένος. Όχι απλώς γυμνασμένος. Παραγυμνασμένος. Από αυτούς που, αν τους φορέσεις σανδάλια και ρίξεις πάνω τους μια χλαμύδα, παίζουν άνετα τρεις ημίθεους χωρίς να χάσουν ούτε μία σταγόνα ιδρώτα.

Κάθε τόσο σταματούσε για να φωτογραφηθεί με νεαρές υπάρξεις που τον κοιτούσαν σαν να είχε ξεπηδήσει από αφίσα ταινίας δράσης, με λίγη απόχρωση… ρομαντικής κομεντί. Εγώ, εννοείται, ήμουν ο φωτογράφος. Αυτός που κουβαλάει τη μηχανή. Πάντα υπάρχει ένας, και τραβάει τις φωτογραφίες αντί να είναι μέσα σ’ αυτές. Τώρα λοιπόν φωτογράφιζα τον γίγαντα αγκαλιά με κοριτσόπουλα από την Κίνα, που χαμογελούσαν σαν να έβγαζαν selfie με τον ίδιο τον Ηρακλή.

Κι όμως, ανέβαινα μαζί του. Επίπεδο δώδεκα. Εκεί μας βρήκε η μοναξιά. Δεν είχε απομείνει κανείς άλλος ταξιδιώτης. Μόνο εμείς. Τότε εμφανίστηκε κι ένας γελαστός τύπος, καλλιτέχνης του δρόμου, ίσως και της ζωής, που άρχισε να γράφει σε μια μεγάλη ταμπέλα τα ονόματά μας, λες και είχαμε μόλις κατακτήσει κάτι σημαντικό.

Εννοείται, με το αντίστοιχο αντίτιμο. Η ματαιοδοξία είχε πάντα την τιμή της, και συνήθως δεν ήταν φτηνή.

Στο Σινικό Τείχος, όλα κύλησαν ομαλά. Σχεδόν

Ο καθένας τύλιξε το πανό του σαν περγαμηνή και το έβαλε ευλαβικά στην τσάντα του. “Φρούριο 13” έγραφε το τέλος. Το άγιο δισκοπότηρο της ανάβασης. Φτάσαμε. Εγώ με τη ψυχή στο στόμα και τα πόδια να τρέμουν σαν να είχα ανέβει το Έβερεστ με παντόφλες. Ο Γιάννης, ναι, αυτός ήταν ο Ηρακλής μας, δεν ίδρωνε καν. Είχε αυτό το αινιγματικό χαμόγελο που έλεγε: “Α, τόσο εύκολο ήταν;”

Φωτογραφηθήκαμε σαν νικητές κάποιου αόρατου, σχεδόν γελοίου, άθλου. Κανείς άλλος γύρω. Μόνο εμείς. Το τείχος, ο ουρανός, και μια σιωπή σχεδόν ιερή, σαν να ακούγονταν ακόμα τα βήματα των φρουρών του παλιού καιρού. Ή ίσως απλώς το λαχάνιασμά μου.

Πήραμε μερικές ανάσες. Ή μάλλον εγώ. Ο Γιάννης απλώς περίμενε να αναστηθώ. Και ύστερα ξεκινήσαμε την κάθοδο.

Αλλά, εδώ είναι η τραγωδία. Αν η ανάβαση ήταν δύσκολη, η κατάβαση ήταν βασανιστική. Τα γόνατά μου διαμαρτύρονταν σε τρεις γλώσσες. Κάθε σκαλοπάτι ακουγόταν σαν μίνι σεισμός στην ψυχή μου. Η σχέση μου με τη γυμναστική είχε λήξει αμοιβαία και η φυσική μου κατάσταση ήταν ήδη ιστορικό τεκμήριο. Και δεν μιλώ για πρόσφατο παρελθόν, μιλάω για παλαιολιθική εποχή.

Στο Σινικό Τείχος, όλα κύλησαν ομαλά. Σχεδόν

Όταν τελικά, μετά από αιώνες που μετρούσα σε λεπτά, φτάσαμε στο ισόγειο της ιστορίας, είδαμε το λεωφορείο έτοιμο για αναχώρηση. Όλοι στις θέσεις τους. Εκτός από εμάς.

Μερικά βλέμματα έριχναν αστραπές. Όχι θαυμασμού. Για την καθυστέρησή μας, λέει. Λες κι είχαμε βγει για καφέ και όχι για ανάβαση σε αρχαίο γίγαντα με αμέτρητα σκαλοπάτια.

Είχαμε όμως κι εμείς το τρόπαιο μας.

Ο Γιάννης, με το πλατύ του χαμόγελο, έβγαλε από την τσάντα του το πανό. Το κρατήσαμε περήφανα σαν λάβαρο μάχης, νικητές άνευ κοινού, αλλά με μετάλλια που έγραφαν “Φρούριο 13” στο στήθος.

Οι υπόλοιποι γέλασαν. Τι να πουν; Το είχαμε πετύχει. Έστω κι αν εγώ είχα χάσει τα μισά μου υγρά και τη λίγη μου αξιοπρέπεια. Μας καλοδέχτηκαν, κι εμείς κατευθυνθήκαμε στις θέσεις μας.

Στο Σινικό Τείχος, όλα κύλησαν ομαλά. Σχεδόν

Εγώ προσπάθησα να καθίσω στην καρέκλα, αλλά τα πόδια μου είχαν άλλες διαθέσεις. Λύγισαν, σχεδόν θεατρικά. Έμεινα για λίγο μετέωρος, και μετά σωριάστηκα αργά, σαν σκιά που κουράστηκε να ακολουθεί το σώμα της.

Ήμουν κάτωχρος, ιδρωμένος και γελαστός. Όσο μπορούσα.

Η αποστολή είχε στεφθεί με επιτυχία. Και τώρα; Είχαμε αυτοκράτορες να επισκεφθούμε.

Αν τα πόδια μου συμφωνούσαν.

Η εκδρομή κυλούσε νωχελικά χωρίς μεγάλες ανατροπές, αλλά με κάτι το ήσυχα επικό. Και κάποια στιγμή, βρεθήκαμε μπροστά στους επιβλητικούς τάφους των αυτοκρατόρων της δυναστείας Μινγκ.

Ένας απέραντος χώρος, λες και η αιωνιότητα είχε ανάγκη από τετραγωνικά.

Ο αρχηγός της αποστολής, ένας άνθρωπος με στόφα αρχαίου ρήτορα, και σε συνεργασία με τον τοπικό ξεναγό, ο οποίος φαινόταν να γνωρίζει περισσότερα από όσα έλεγε, άρχισε να εξηγεί τι θα βλέπαμε.

Εγώ, από τη μεριά μου, κατάλαβα ένα πράγμα. Δεν επρόκειτο να τους δω. Όχι επειδή δεν ήθελα, αλλά γιατί τα πόδια μου είχαν αποφασίσει, ερήμην μου, ότι ήρθε η ώρα να αποσυρθούν. Είχαν κουραστεί και μαζί τους, κι εγώ.

Έκατσα λοιπόν με την υπόλοιπη παρέα, σε μια σκιά που μόνο οι σοφοί αναζητούν εγκαίρως, και αρχίσαμε να φωτογραφίζουμε ό,τι στεκόταν ακίνητο και πρόθυμο να γίνει μνήμη: πέτρινα αγάλματα, ανθρώπους πλάι σε αγάλματα, αγάλματα που θύμιζαν ανθρώπους ή το αντίστροφο.

Στο Σινικό Τείχος, όλα κύλησαν ομαλά. Σχεδόν

Μια τεράστια πέτρινη χελώνα, ατάραχη και γεμάτη βαρύτητα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, έγινε το επίκεντρο του φακού μας. Ήταν σμιλεμένη με τέτοια ακρίβεια και γαλήνη, που έμοιαζε σαν να φυλούσε κάτι παμπάλαιο, σχεδόν ιερό.

Η αδελφή μου στάθηκε πρώτη πλάι της, χαμογελαστή, μ’ εκείνη τη φυσική ανεμελιά που συχνά ζηλεύω στις φωτογραφίες των άλλων. Ύστερα ήρθε η σειρά της συζύγου μου. Μ’ εκείνο το βλέμμα που δεν αφήνει περιθώριο άρνησης, μου ζήτησε να τη φωτογραφίσω κι αυτή πλάι στη χελώνα. Ήθελε να είναι και η ίδια μέσα σε μια στιγμή αιωνιότητας.

Η χελώνα όμως είχε ύψος πέντε μέτρα. Όλη δεν χωρούσε στο κάδρο. Έκανα ένα βήμα πίσω. Ύστερα άλλο ένα. Ύστερα… βρήκα το σκαλί. Ή, μάλλον, με βρήκε αυτό.

Κι έτσι βρέθηκα σε μια στιγμή όπου ο χρόνος σταματά, ο εγκέφαλος ανάβει φώτα ασφαλείας, και όλες οι φιλοσοφικές σου αναζητήσεις συνοψίζονται σε ένα δίλημμα:

Να σώσω τη φωτογραφική μηχανή, διαλύοντας το αριστερό μου χέρι και τον γοφό σαν σωστός φωτογράφος ή να σώσω τον εαυτό μου, θυσιάζοντας το εργαλείο της “τέχνης” μου;

Η απάντηση ήρθε φυσικά, με τον ήχο της πρόσκρουσης: Δεν είμαι φωτογράφος.

Η μηχανή καταστράφηκε. Εγώ όχι εντελώς.

Ένα ανεπαίσθητο “γκντουπ” στην αξιοπρέπειά μου, μια μικρή ήττα, που προσπάθησα να καλύψω μ’ ένα ανέκφραστο βλέμμα.

Η σύζυγός μου, με απόλυτη σοβαρότητα, σχολίασε:

«Εγώ θα έσωζα τη μηχανή».

Ίσως γιατί εκείνη είναι φωτογράφος.

Εγώ, πάλι, είμαι απλώς ο άνθρωπος που έπεσε για μια χελώνα.

Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).

Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.

Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.

Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στο βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στη Θεσσαλονίκη.
Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό. 

Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.

Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.

Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.

Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Η αγάπη της για τη