Ο ΛΑΚΗΣ ΓΑΒΑΛΑΣ ΣΤΟ OKMAG: «Ο ΜΑΡΚΟ ΟΡΣΙΝΙ ΜΟΥ ΖΗΤΗΣΕ ΝΑ ΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΤΑΙΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ»

Κάποιους ανθρώπους τούς γνωρίζεις από την τηλεόραση. Και κάποιους τούς γνωρίζεις μέσα από τη ζωή. Τον Λάκη Γαβαλά τον γνωρίζουμε εδώ και πολλά χρόνια. Έχουμε βρεθεί πολλές φορές μαζί του στο Μιλάνο, αλλά και στην Αθήνα και τη Μύκονο, και έχουμε δει από κοντά κάτι που δεν φαίνεται πάντα στην τηλεόραση. Τον σεβασμό που του δείχνει η ίδια η διεθνής βιομηχανία της μόδας. Τον έχουμε δει να περπατά στα παρασκήνια των fashion shows όχι σαν επισκέπτης αλλά σαν άνθρωπος του χώρου. Να συνομιλεί με σχεδιαστές, δημοσιογράφους, αγοραστές, εκδότες και επιχειρηματίες της μόδας. Να χαιρετά και να χαιρετιέται με εκείνη τη φυσικότητα που αποκτά κανείς μόνο όταν έχει περάσει δεκαετίες μέσα σε έναν κόσμο και εξακολουθεί να αποτελεί μέρος του.
Όλα αυτά τα χρόνια τον έχουμε συναντήσει σε επιδείξεις, ξενοδοχεία, δείπνα και ιδιωτικές συγκεντρώσεις παρέα με ανθρώπους που οι περισσότεροι γνωρίζουμε μόνο από τα εξώφυλλα των περιοδικών, τις κινηματογραφικές οθόνες και τα διεθνή κόκκινα χαλιά. Αυτό που θυμόμαστε περισσότερο, όμως, δεν είναι οι διάσημες γνωριμίες του αλλά η γενναιοδωρία με την οποία τις μοιραζόταν. Ο Λάκης Γαβαλάς δεν κράτησε ποτέ τον κόσμο του για τον εαυτό του. Πάντα ήθελε να φέρνει ανθρώπους κοντά, να συστήνει φίλους, συνεργάτες και δημοσιογράφους μεταξύ τους και να μοιράζεται με τους γύρω του τις εμπειρίες, τις γνωριμίες και τη χαρά της ανακάλυψης. Για τον περισσότερο κόσμο είναι μια τηλεοπτική προσωπικότητα. Για τη διεθνή μόδα, όμως, παραμένει ένας από τους ανθρώπους που συνέδεσαν την Ελλάδα με το Μιλάνο, το Παρίσι και τις μεγάλες αγορές του κόσμου.
Συναντηθήκαμε ένα μεσημέρι στο Κολωνάκι, σε μια γειτονιά που συνδέθηκε όσο λίγες με τη δική του διαδρομή. Μας περίμενε ήδη στο τραπέζι ενός από τα αγαπημένα του στέκια. Μπροστά του ένα πιάτο με ψητό και σαλάτα. Πιστός ακόμη στη γυμναστική και τη διατροφή του, παρά το φορτωμένο πρόγραμμά του. Λίγα λεπτά αργότερα η κουβέντα είχε ήδη φύγει από την Αθήνα και είχε φτάσει στο Μιλάνο. Ήταν ακριβώς όπως τον θυμόμαστε. Ενεργητικός, αστείος, απρόβλεπτος όταν χρειάζεται και με μια αστείρευτη διάθεση να μιλά για τη μόδα, την τηλεόραση, τη ζωή και όλα όσα αλλάζουν γύρω μας. Η συζήτηση που ακολούθησε ξεκίνησε από το J2US και έφτασε μέχρι το Μιλάνο, τα social media, το fast fashion, τις αλλαγές στους μεγάλους οίκους, τις νέες γενιές και ακόμη και την ταινία που, όπως αποκαλύπτει, ετοιμάζεται να βασιστεί στη ζωή του.

Η τηλεόραση, η δημοφιλία και οι πρώτες σειρές των επιδείξεων
Η συμμετοχή σου στο J2US έδειξε για άλλη μία φορά ότι αντιμετωπίζεις την τηλεόραση σαν παιχνίδι και όχι σαν διαγωνισμό.
Λάκης Γαβαλάς : Πέρασα πραγματικά υπέροχα στο J2US. Μου θύμισε τα χρόνια που μάθαινα χορό στη σχολή της Ραλλούς Μάνου και αργότερα στην ιταλική τηλεόραση, στη Rai. Εκεί το μπαλέτο έπρεπε κάθε φορά να υποστηρίζει ολόκληρο το σόου, από τα χορευτικά μέχρι κάθε σκηνική λεπτομέρεια. Στο τραγούδι, βέβαια, δεν μπορώ να πω ότι είμαι ιδιαίτερα καλός. Από την άλλη, τα τραγούδια που κληθήκαμε να ερμηνεύσουμε δεν ήταν και τα πιο εύκολα. Γέλασα πολύ όταν ο Βαγγέλης Περρής, απαντώντας στην ερώτηση του Γιώργου Λιάγκα για το ποιον θεωρεί τον πιο τυχερό άνθρωπο της τηλεόρασης σήμερα, είπε: «Τον Λάκη Γαβαλά, που τον βάλανε να κάνει τη Σαπουτζάκη με το “Είμαι κορίτσι ζόρικο”». Αυτό είναι ακριβώς το είδος του χιούμορ που βάζω πάντα στη ζωή μου. Νομίζω, μάλιστα, ότι η παραγωγή εμπνεύστηκε από εμένα για να δώσει μια πιο κωμική διάσταση στην εμφάνιση. Άλλωστε, εγώ δεν τραγούδησα το «Είμαι κορίτσι ζόρικο». Η Σάγια, που είναι η παρτενέρ μου, το τραγούδησε. Εγώ απλώς συμμετείχα στο παιχνίδι και το διασκέδασα. Όταν συμμετέχεις σε ένα τηλεοπτικό σόου, πηγαίνεις για να περάσεις καλά. Δεν δίνεις εξετάσεις για πτυχίο ωδείου ούτε παίρνεις απολυτήριο στρατού. Το συγκεκριμένο φορμάτ στην Ελλάδα υπάρχει για να διασκεδάζουμε, όχι για να αναδείξει τον επόμενο Μποτσέλι. Αν και, μεταξύ μας, σκέφτομαι να ξεκινήσω περιοδεία σε Αυστραλία, Καναδά και Αστόρια… Αστειεύομαι φυσικά! Φαντάζεστε να ζήσω και αυτό το δράμα; Ο κόσμος θέλει να χαμογελάσει και να περάσει καλά.
Πώς καταφέρνεις να είσαι τόσο αγαπητός σε όλες τις γενιές, από τον χώρο της μόδας μέχρι την τηλεόραση; υπάρχει κάποια συνταγή;
Είναι μια συνταγή που δεν την έφτιαξα εγώ. Την έφτιαξε το σύμπαν για μένα. Λειτουργεί σαν ένα είδος αντιβίωσης απέναντι σε κάθε δυσκολία και κάθε «ίωση» της ζωής. Όταν ήμουν νεότερος, πίστευα ότι είχα γεννηθεί με ένα αστέρι πάνω από το κεφάλι μου. Αυτό όμως ούτε με έκανε να περηφανεύομαι ούτε με οδήγησε σε αλαζονεία. Πάνω απ’ όλα ήμουν έμπορος. Επένδυσα σε εταιρείες και σχεδιαστές μόδας στους οποίους πίστευα πραγματικά και, μέσα από αυτή τη διαδρομή, βρέθηκα πολλές φορές να είμαι πιο αναγνωρίσιμος, πιο celebrity και πιο σταρ ακόμη και από κάποιους από τους ανθρώπους που εκπροσωπούσα. Είχα πάντα αυτή τη διπλή ιδιότητα. Ήμουν και έμπορος και celebrity. Στις επιδείξεις μόδας στο εξωτερικό δεν με τοποθετούσαν ποτέ στις θέσεις των αγοραστών και των εμπόρων. Με έβαζαν στο front row, απέναντι από την Άννα Γουίντουρ και τον Αντρέ Λεόν Τάλεϊ, γιατί ήθελαν το πλάνο, την εικόνα, την παρουσία. Είχα τα ωραία παπούτσια, την ωραία τσάντα και αποτελούσα κι εγώ μέρος του θεάματος. Με χρησιμοποιούσαν, αλλά τους χρησιμοποιούσα κι εγώ με την καλή έννοια. Ήταν μια αμφίδρομη σχέση. Ποτέ όμως δεν καβάλησα το καλάμι. Μόλις τελείωνε μια επίδειξη, πήγαινα κατευθείαν στα παρασκήνια για να μιλήσω με τον σχεδιαστή ή τον παραγωγό. Συζητούσαμε αν χρειαζόταν ένα ακόμη παντελόνι, δύο σακάκια παραπάνω ή κάποιες αλλαγές που θα βοηθούσαν τη συλλογή να σταθεί καλύτερα στην αγορά. Υπηρετούσα τους σχεδιαστές, τους αγαπούσα και μάθαινα συνεχώς από αυτούς. Οι μεγάλες πολυεθνικές της μόδας ήταν τα δικά μου πανεπιστήμια. Εκεί εκπαιδεύτηκα πραγματικά. Ίσως γι’ αυτό ο κόσμος εξακολουθεί να με αγαπά. Διατήρησα την παιδικότητά μου, αλλά ταυτόχρονα μπορώ να διαχειριστώ και τις πιο σοβαρές υποθέσεις με υπευθυνότητα. Σήμερα διδάσκω σε 142 φοιτητές στα ΙΕΚ Άλφα, στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, καθώς και στο UCLan στην Κύπρο. Τα μαθήματα γίνονται και στα αγγλικά, γιατί έχουμε και πολλούς ξένους φοιτητές. Για μένα η μόδα δεν είναι απλώς ρούχα ή τάσεις. Είναι μια βαθιά ανθρωποκεντρική διαδικασία που έχει πάντα στο επίκεντρο τον άνθρωπο.

Το Κολωνάκι που αλλάζει
Βρισκόμαστε στο Κολωνάκι, μια γειτονιά που συνδέθηκε όσο λίγες με τη δική σου διαδρομή. Τι βλέπεις να αλλάζει σήμερα στην εμπορική της ταυτότητα;
Το Κολωνάκι εξακολουθεί να με φιλοξενεί, απλώς με διαφορετικό τρόπο από ό,τι στο παρελθόν. Σήμερα είμαι σύμβουλος στην εταιρεία οπτικών Johnny Rousso, συντονίζω το project της μεγάλης τουρκικής εταιρείας Bago και συνεργάζομαι με τον γαμπρό μου, που βρίσκεται πίσω από το Dockland. Όλες αυτές οι δραστηριότητες έχουν ως σημείο αναφοράς το Κολωνάκι. Πολλοί λένε ότι η περιοχή έχει αλλάξει και έχουν δίκιο. Όμως η αλλαγή δεν σημαίνει απαραίτητα παρακμή. Αντιθέτως, εγώ βλέπω μια διαφορετική μορφή ανάπτυξης. Αν υποθέσουμε ότι κάποτε κυκλοφορούσε στην αγορά ένα συγκεκριμένο ποσό, ας πούμε 1.000 ευρώ, σήμερα το αντίστοιχο μέγεθος μπορεί να φτάνει τα 2.500 ευρώ. Δημογραφικά και οικονομικά η περιοχή έχει προχωρήσει. Το γεγονός ότι έκλεισαν ορισμένα καταστήματα fast fashion ή κάποια μικρότερα εμπορικά σημεία δεν σημαίνει ότι χάθηκε ο τζίρος. Το εμπόριο απλώς μετακινήθηκε και πέρασε σε διαφορετικά χέρια. Παράλληλα, το real estate στράφηκε περισσότερο προς την εστίαση και τις υπηρεσίες. Εκεί που κάποτε υπήρχε ένα συγκεκριμένο είδος λιανικής, σήμερα βλέπουμε νέες επιχειρήσεις, από χώρους αισθητικής μέχρι εξειδικευμένες υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες της σύγχρονης ζωής. Ο κόσμος συνεχίζει να καταναλώνει, απλώς καταναλώνει διαφορετικά. Αν ένας ξένος επενδυτής εξετάσει τα πραγματικά οικονομικά στοιχεία της περιοχής, θα διαπιστώσει ότι το Κολωνάκι εξακολουθεί να συσσωρεύει κεφάλαιο και να προσελκύει ενδιαφέρον. Υπάρχουν διεθνή brands που αποδίδουν εξαιρετικά, αλλά και ελληνικές επιχειρήσεις που αναπτύσσονται και ευημερούν. Γι’ αυτό και εγώ δεν αντιμετωπίζω το Κολωνάκι με νοσταλγία ή απαισιοδοξία. Προτιμώ να βλέπω τη θετική πλευρά των πραγμάτων. Η περιοχή δεν έχει σταματήσει να εξελίσσεται. Απλώς έχει αλλάξει μορφή, όπως αλλάζει κάθε ζωντανός οργανισμός που προσαρμόζεται στην εποχή του.

Οι γυναίκες σήμερα και η ψευδαίσθηση του fast fashion
Έχεις γνωρίσει πολλές γενιές γυναικών μέσα από τη μόδα. Πιστεύεις ότι άλλαξε περισσότερο ο τρόπος που ντύνονται ή ο τρόπος που βλέπουν τον εαυτό τους;
Σήμερα βλέπω πολλά νέα παιδιά να στρέφονται πολύ νωρίς σε επαγγέλματα που σχετίζονται με την ομορφιά, όπως το μακιγιάζ, η περιποίηση άκρων και η αισθητική. Μπαίνουν σε σχολές από μικρή ηλικία και συχνά βρίσκονται στην αγορά εργασίας ήδη από τα 19 ή τα 20 τους χρόνια. Παράλληλα, το μακιγιάζ δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά γυναικεία υπόθεση. Έχει περάσει εξίσου στη ζωή αγοριών και κοριτσιών, κάτι που δείχνει πόσο έχουν αλλάξει οι κοινωνικές αντιλήψεις γύρω από την εικόνα. Αυτή η νέα γενιά έχει αναπτύξει έναν ιδιαίτερο τρόπο κατανάλωσης της μόδας. Με ένα σχετικά μικρό budget μπορεί να δημιουργήσει μια ολοκληρωμένη εικόνα. Οι fast fashion αλυσίδες δίνουν πρόσβαση σε τάσεις που παλαιότερα ήταν δύσκολο να αποκτήσει κανείς και έτσι βλέπουμε νέους ανθρώπους να κυκλοφορούν προσεγμένοι και ενημερωμένοι αισθητικά. Στη δική μου εποχή τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Δεν υπήρχε η fast fashion όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Υπήρχε η ελληνική βιοτεχνία, η οποία είχε αξιόλογες προσπάθειες αλλά δεν διέθετε πάντα τον σχεδιαστικό πλούτο, τη διεθνή επιρροή και την προβολή που προσφέρει σήμερα το διαδίκτυο. Θυμάμαι να αγοράζουμε μια καρό φούστα ή μια ζορζέτα από την Αιόλου σε προσιτή τιμή, χωρίς όμως να έχουμε πρόσβαση στην πληροφορία που θα μας έδειχνε πώς να τα συνδυάσουμε ή να τα φορέσουμε. Σήμερα η εικόνα διαμορφώνεται διαφορετικά. Ένα απλό ρούχο μπορεί να αποκτήσει άλλη δυναμική μέσα από τα social media, τη φωτογραφία και τον τρόπο παρουσίασής του. Η πληροφορία ταξιδεύει ακαριαία και η μόδα γίνεται πιο προσιτή και πιο συμμετοχική. Από την άλλη πλευρά, παρατηρώ και μια διαφορετική έκφραση της ευημερίας. Υπάρχουν γυναίκες με μεγάλη οικονομική άνεση που επιλέγουν μια πολύ πιο έντονη και προκλητική εικόνα από ό,τι στο παρελθόν, τόσο μέσα από την αισθητική τους όσο και μέσα από τον τρόπο ζωής τους. Ζούμε σε μια εποχή μεγαλύτερης προσωπικής ελευθερίας, όπου οι κοινωνικές συμβάσεις έχουν χαλαρώσει και οι άνθρωποι αισθάνονται πιο ελεύθεροι να διαμορφώσουν τις σχέσεις και την εικόνα τους όπως οι ίδιοι επιθυμούν. Αυτό δεν σημαίνει ότι συμφωνεί κανείς με όλα όσα βλέπει, αλλά σίγουρα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό της εποχής μας.
Μια γυναίκα με οικονομική άνεση θα μπορούσε θεωρητικά να αγοράζει μόνο πολυτελή μόδα. Γιατί βλέπουμε ολοένα και περισσότερες να επιλέγουν fast fashion;
Νομίζω ότι σήμερα υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες καταναλωτών μόδας. Οι fashion freaks και οι fashion oriented. Οι fashion freaks κυνηγούν διαρκώς το καινούργιο. Θα αγοράσουν ένα κομμάτι fast fashion, θα ενθουσιαστούν για λίγες εβδομάδες με μια ακριβή τσάντα ή ένα trend και μετά θα περάσουν αμέσως στο επόμενο. Η μόδα για αυτούς είναι μια συνεχής αναζήτηση του νέου. Οι fashion oriented λειτουργούν διαφορετικά. Έχουν προσωπικό στυλ και ξέρουν να συνδυάζουν διαφορετικούς κόσμους. Μπορούν να φορέσουν ένα κομμάτι fast fashion μαζί με ένα ποιοτικό αξεσουάρ ή ένα διαχρονικό designer αντικείμενο. Και αυτό είναι που βρίσκω ενδιαφέρον. Το fast fashion προσφέρει μια ψευδαίσθηση, ένα illusion, και η ψευδαίσθηση είναι ίσως ένα από τα πιο γοητευτικά στοιχεία της μόδας. Η μόδα άλλωστε πάντα είχε να κάνει με το όνειρο, την επιθυμία και τη μεταμόρφωση. Ταυτόχρονα, έχει αλλάξει ριζικά και ο τρόπος με τον οποίο αγοράζουμε. Το online service είναι πλέον εξαιρετικό. Μια γυναίκα σήμερα αναρωτιέται πολύ λογικά γιατί να αφιερώσει χρόνο για να γυρίσει από μπουτίκ σε μπουτίκ όταν μπορεί να εξυπηρετηθεί άμεσα από το σπίτι της. Θυμάμαι ότι παλαιότερα, για να ανοίξεις ένα κατάστημα, χρειαζόσουν τεράστια κεφάλαια. Υπήρχαν υψηλά ενοίκια, αέρας, μεγάλα λειτουργικά έξοδα και ανάγκη για εξειδικευμένο προσωπικό. Σήμερα το επιχειρηματικό μοντέλο είναι εντελώς διαφορετικό. Ένα καλοστημένο e-shop, μια σωστή ομάδα, μια δυνατή φωτογράφηση και μια έξυπνη στρατηγική επικοινωνίας μπορούν να δημιουργήσουν μια επιτυχημένη επιχείρηση με πολύ χαμηλότερο κόστος. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει ριζικά. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε ότι οι μεγάλοι παίκτες του fast fashion συνεργάζονται εδώ και χρόνια με κορυφαία ονόματα της διεθνούς μόδας. Σχεδιαστές όπως η Stella McCartney και πολλοί άλλοι έχουν συμβάλει στη διάδοση του καλού design σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό. Πρόσφατα, μάλιστα, επισκέφθηκα το Uniqlo στο Παρίσι και είδα τη συλλογή του Jonathan Anderson. Αγόρασα ένα εξαιρετικό ζευγάρι παπούτσια και ένα polo look σε ιδιαίτερα προσιτή τιμή. Εκεί βρίσκεται και η μεγάλη αλλαγή της εποχής μας. Ο σχεδιαστής βάζει την υπογραφή, τη γνώση και τις προδιαγραφές του, ενώ η μόδα γίνεται προσβάσιμη σε πολύ περισσότερους ανθρώπους. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι μια πραγματικά ενδιαφέρουσα εξέλιξη.

Από τα περιοδικά στους influencers
Η μόδα κάποτε περνούσε μέσα από τα περιοδικά και τους συντάκτες μόδας. Σήμερα περνά μέσα από το κινητό ενός influencer. Τι χάσαμε και τι κερδίσαμε σε αυτή τη μετάβαση;
Πιστεύω ότι οι influencers, πολλές φορές, μπερδεύουν περισσότερο τον καταναλωτή απ’ όσο τον καθοδηγούν. Δεν αναφέρομαι σε όλους, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν εξαιρετική δουλειά. Ωστόσο, μεγάλο μέρος του περιεχομένου που παράγεται σήμερα βασίζεται περισσότερο στην προβολή παρά στη γνώση της μόδας. Συχνά βλέπω εικόνες και προτάσεις που δημιουργούν εντυπώσεις χωρίς να υπάρχει πραγματική κατανόηση του προϊόντος, του σχεδιαστή ή της ιστορίας πίσω από ένα ρούχο. Παρ’ όλα αυτά, ο καταναλωτής εξακολουθεί να αγοράζει με βάση τις οικονομικές του δυνατότητες και τις προσωπικές του ανάγκες. Αυτό δεν έχει αλλάξει. Στη δική μου εποχή υπήρχε μια διαφορετική διαδικασία ελέγχου. Αν σε ένα editorial περιοδικού ο φωτογράφος επέλεγε να κρύψει το παπούτσι ή να μην αναδείξει σωστά ένα προϊόν, υπήρχε πάντα η δυνατότητα διαλόγου. Μπορούσα να συζητήσω με τον φωτογράφο, τον fashion editor ή τον διευθυντή του περιοδικού και να εξηγήσω τι ακριβώς χρειαζόταν να προβληθεί. Στον κόσμο των social media τα πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Πολλές φορές τα προϊόντα δίνονται σε έναν influencer, πραγματοποιείται μια φωτογράφηση χωρίς ουσιαστική συζήτηση για το concept ή την ταυτότητα του brand και στη συνέχεια το περιεχόμενο δημοσιεύεται χωρίς να εντάσσεται σε μια συνολική στρατηγική επικοινωνίας. Έτσι χάνεται συχνά η συνέχεια και η συνέπεια της εικόνας μιας εταιρείας. Γι’ αυτό βλέπουμε πλέον όλο και περισσότερους μεγάλους ομίλους και ισχυρά brands να επενδύουν σε δικά τους δημιουργικά τμήματα, in-house studios και εξειδικευμένες ομάδες παραγωγής περιεχομένου. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζουν ότι η εικόνα, το μήνυμα και η αισθητική τους παραμένουν συνεπή σε όλα τα μέσα επικοινωνίας. Η μόδα δεν είναι μόνο μια φωτογραφία ή ένα post. Είναι αφήγηση, στρατηγική και ταυτότητα. Και αυτά χρειάζονται γνώση, συνέχεια και συνέπεια για να χτιστούν σωστά.
Σε μια εποχή υπερκατανάλωσης, όπου οι περισσότεροι έχουν περισσότερα ρούχα από ποτέ, τι σημαίνει πραγματικά να είναι κανείς καλοντυμένος;
Καλοντυμένος δεν είναι απαραίτητα ο πλούσιος. Είναι ο άνθρωπος που έχει ένα συγκεκριμένο budget, ξέρει ποιος είναι και λέει «αγαπώ τη μόδα». Ο πλούσιος πολλές φορές έχει μια σύγχυση. Αγοράζει κάτι από το ίντερνετ, προσπαθεί να το συνδυάσει με κάτι που βρίσκει σε μια ελληνική μπουτίκ, τελικά δεν του αρέσει και καταλήγει να έχει 300 τσάντες και 500 μπλούζες που δεν φοράει ποτέ, γιατί βαριέται και δεν ξέρει πώς να τις συνδυάσει. Και ρωτάω εσάς τους στυλίστες. Γιατί μια γυναίκα να αγοράσει 15 διαφορετικές διαφάνειες; Πάμε για παραγγελίες στους οίκους και μου δείχνουν ουσιαστικά το ίδιο κομμάτι, με το φιογκάκι λίγο πιο πάνω ή λίγο πιο κάτω, χρεώνοντας το πουκάμισο 3.500 ευρώ. Εκεί είναι που αρχίζει η σύγχυση ανάμεσα στην επιθυμία και στην πραγματική ανάγκη.
Η μόδα έχει γίνει πιο δημοκρατική από ποτέ. Έχει γίνει όμως και καλύτερη;
Όταν ήμουν μικρός, οι άνθρωποι της μόδας στην Ελλάδα ήμασταν ελάχιστοι. Τώρα έχει γίνει αόριστο, δεν ξέρεις ποιος είναι μέσα στη μόδα και ποιος όχι. Και στην εποχή μου είχαμε εκκεντρικά brands όπως ο Moschino που ήταν top, ή την Guru με τα T-shirts. Σήμερα πολλές ελληνικές εταιρείες, για να αντιμετωπίσουν το fast fashion, παράγουν στην Κίνα, βάζουν μια ετικέτα και το παίζουν σχεδιαστές. Αυτό που με εξοργίζει είναι ότι πολλές από αυτές τις επιχειρήσεις επιδοτούνται από το κράτος. Παίρνουν κρατικές επιδοτήσεις για να πληρώσουν ενοίκια και προσωπικό, δεν ρισκάρουν δικά τους λεφτά. Βρίσκουν κι έναν χρηματοδότη (που μπορεί να είναι… χασάπης και να μην ξέρει από μόδα), βγάζουν κάτι σαχλαμάρες συλλογές και χαλάνε την αγορά.

Από τα catwalk στο GNTM
Από τα catwalk περάσες στην τηλεόραση χωρίς ποτέ να χάσεις το θεατρικό στοιχείο που σε χαρακτήριζε. Πώς βλέπεις σήμερα αυτή τη διαδρομή;
Εγώ, από τότε που με γνωρίζετε, ήμουν ένα AI από μόνος μου, δεν ήμουν ποτέ ένα κανονικό άτομο! Σήμερα ζητάω από την τεχνητή νοημοσύνη να με σχεδιάσει και μπερδεύεται. Μου λέει: «Δώσε μου μια φωτογραφία από τη βάφτισή σου, που δεν φοράς τίποτα, γιατί με αυτά που φοράς τώρα δεν ξέρω τι να σε κάνω!». Τώρα ετοιμάζομαι για το GNTM. Φαντάζεσαι να είμαι με τη Μπέττυ Μαγγίρα δίπλα δίπλα στην κριτική επιτροπή; Είμαι ένας άνθρωπος που οφείλει πολλά και στο σύμπαν και στους ανθρώπους γύρω του. Ό,τι έκανα στη ζωή μου ήταν υγιές και φυσιολογικό για μένα. Βλέπω σήμερα ανθρώπους να βγαίνουν στο κόκκινο χαλί με δερμάτινα παλτό και μακριά φορέματα χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Εγώ, όταν έκανα μια εκκεντρική εμφάνιση, υπήρχε πάντα ένα concept. Είχε σχέση με την περίσταση. Μου αρέσει το θεατρικό στοιχείο και το αγαπώ. Αν πήγαινα να δω τις Όρνιθες στην Επίδαυρο, ο κόσμος θα περίμενε να με δει ντυμένο θεατρικά. Είμαι μια ιδιαίτερη περίπτωση, δεν κολλάω εύκολα σε κατηγορίες. Το κακό είναι ότι πολλές φορές παρασύρω άλλους ανθρώπους που νομίζουν ότι μπορούν να κάνουν τα ίδια. Η διαφορά είναι ότι εγώ δεν παρασύρομαι ποτέ.

«Μου πρότειναν να κάνουν ταινία για τη ζωή μου»
Έχεις ζήσει περισσότερες ζωές απ’ όσες χωρούν σε μία καριέρα. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει πρόταση να μεταφερθεί η ιστορία σου στον κινηματογράφο;
Μου έγινε πρόταση από ξένη παραγωγή. Ο σκηνοθέτης Μάρκο Ορσίνι μού πρότεινε να κάνουμε ταινία για τη ζωή μου. Έχουμε ήδη κάνει το πρώτο μας ραντεβού και το κείμενο είναι έτοιμο. Κυκλοφόρησε και ένας fake τίτλος, The House of Gavalas, αλλά δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Είναι ψεύτικο. Όλο το σκέφτομαι. Εσείς βέβαια μου λέτε ότι αυτή η ιστορία δεν χωράει σε ταινία και χρειάζεται τουλάχιστον έξι επεισόδια σειράς. Ίσως να έχετε δίκιο. Δεν μπορείς να τα χωρέσεις όλα σε δύο ώρες. Το κακό είναι ότι δεν έχουμε τα αρχεία μου. Όταν έφυγα από τη Μύκονο και από τα κτίριά μου, μου κράτησαν τις ταινίες και τα αρχεία των επιδείξεων. Δεν μου έμεινε τίποτα. Δεν απέχω όμως από την αγορά. Αυτή τη στιγμή αγοράζω για τη Grigio Boutique στη Θεσσαλονίκη και για τα καταστήματά της στο Costa Navarino, στο Mandarin Oriental. Αγοράζω Givenchy, Balmain, Lanvin και Valentino. Κάναμε και μια κίνηση με τη Dolce & Gabbana στη Θεσσαλονίκη. Είμαι μέσα στα πράγματα και αυτό μου δίνει ζωή. Είμαι ευγνώμων που η μόδα με θεωρεί ακόμη άξιο να την υπηρετώ. Μέχρι το τελευταίο μου κύτταρο. Μετά θα καώ και οι στάχτες μου θα μπουν σε ένα ωραίο κουτί.
Τι ακούει ο Λάκης Γαβαλάς όταν κλείνουν τα φώτα και μένει μόνος με τον εαυτό του;
Όταν πάω να κάνω ένα post ή ένα story, ψάχνω πάντα τη μουσική που του ταιριάζει. Οι πιο ωραίες μουσικές για τέτοιες χρήσεις, δυστυχώς ή ευτυχώς, είναι η trap και η rap. Έτσι, τα τελευταία δύο χρόνια έχω αρχίσει να τις ακολουθώ και κοινωνικά, να τις ακούω και στην καθημερινότητά μου. Ξένη trap βέβαια, όχι ελληνική. Προχθές, όμως, με γύριζε από το στούντιο ένας πολύ ευγενικός και κουλτουριάρης οδηγός. Με ρώτησε τι μουσική θα ήθελα να ακούσω και του είπα ότι η τραγουδίστρια που μου λείπει περισσότερο είναι η Χάρις Αλεξίου. Βάλαμε το τραγούδι που λέει «γιατί δεν τους αντέχω ζευγαρωμένους…» και συγκινήθηκα. Δεν έχω συγκεκριμένα γούστα. Όταν βγαίνω με νέους φίλους, γιατί οι παλιοί δεν χορεύουν πια, θέλω disco και Donna Summer. Στην Αθήνα πηγαίνω στο Μανάρι, γιατί έχει μια παλιά ελληνική μουσική, κάπου ανάμεσα στο ρεμπέτικο και το ελαφρό τραγούδι, που μου αρέσει πολύ. Ή πηγαίνω στο Geco στη Λέκα, όπου έχει κάθε φορά διαφορετικό τραγουδιστή και μετά DJ με disco μουσικές. Πηγαίνω και σε πάρτι σε σπίτια και ξεσηκώνω τους πάντες να χορέψουν. Καμιά φορά λέω στον εαυτό μου: «Λάκη, τι ιδρώνεις τώρα για 40 άτομα; Εσύ θέλεις 400!» Χορεύω disco, χορεύω και oriental. Βάζω και το τουρμπάνι μου, γιατί χωρίς τουρμπάνι δεν γίνεται, και ξεκινάω. Τώρα που ήρθα ξανά σε επαφή με τους χορευτές στο J2US, αποφάσισα ότι εκτός από τη γυμναστική, θα ξαναρχίσω και τον χορό.

Παραμένεις ένας άνθρωπος με αστείρευτη περιέργεια. Τι διαβάζεις αυτή την περίοδο;
Ναι. Εκτός από τον Χόρχε Μπουκάι και βιβλία ψυχοθεραπείας, αυτό τον καιρό ξαναδιαβάζω την Οριάνα Φαλάτσι στα ιταλικά, για να δω πώς λειτουργεί το μυαλό μιας Ιταλίδας όταν παρατηρεί έναν Έλληνα. Διαβάζω επίσης ένα γαλλικό βιβλίο, το La Tension, για να μη χάσω την επαφή μου με τα γαλλικά. Πιστεύω ότι όταν χρησιμοποιείς μια γλώσσα, πρέπει να τη σέβεσαι. Όπως θέλω να σέβονται οι άλλοι την ελληνική γλώσσα, έτσι προσπαθώ να σέβομαι κι εγώ τις γλώσσες που μιλάω. Οι Ιταλοί έχουν μια απίστευτη φυσική ροή στον λόγο τους, ενώ εμείς οι Έλληνες πολλές φορές καταφεύγουμε σε επαναλήψεις και γενικόλογες εκφράσεις. Για να κάνεις πραγματικά καλό χιούμορ και σωστά λογοπαίγνια, πρέπει να γνωρίζεις βαθιά τη γλώσσα. Αυτό το έβλεπα πάντα σε ανθρώπους όπως ο Χάρρυ Κλυνν, που ήξεραν να παίζουν με τις λέξεις με μοναδικό τρόπο.
Αυτό, σε σχέση με τη μόδα, πώς ενημερώνεσαι και πώς παρακολουθείς τις τάσεις;
Κοιτάξτε, έχω τα παιδιά μου στη σχολή και το καθένα έχει τη δική του προσωπικότητα και το δικό του στυλ. Αυτό με βοηθά να παρακολουθώ τις τάσεις, γιατί βλέπω τι επιλέγουν οι ίδιες οι ηλικίες που τις δημιουργούν. Έχω αυτή τη στιγμή μια μαθήτρια με ένα απίστευτο japanese style που με εντυπωσιάζει. Ταυτόχρονα, παρακολουθώ τις κατευθύνσεις που παρουσιάζει η Première Vision για τα επόμενα δύο χρόνια και κάνω τη δική μου έρευνα για το τι έρχεται. Αγαπώ πολύ τους Ιάπωνες σχεδιαστές. Μπορεί να μη φοράω συχνά τα ρούχα τους, γιατί πολλά είναι σχεδόν θεατρικά, αλλά τα αντιμετωπίζω σαν έργα τέχνης. Παρατηρώ τις ραφές, τις κατασκευές, τις λεπτομέρειες. Έτσι διατηρώ την ενημέρωσή μου ζωντανή. Η τελευταία φορά που έπαθα πραγματικό σοκ ήταν όταν είδα τη δαντέλα που παρουσίασε ο Saint Laurent με επίστρωση από λάτεξ. Γέλασα, γιατί θυμήθηκα ότι αυτό το κάναμε πριν από χρόνια στη Μύκονο με τον Μάνο, έναν παλιό συνεργάτη μου.Βάζαμε υγρό λάτεξ πάνω στο σώμα και δημιουργούσαμε επιτόπου φορέματα που σταθεροποιούνταν πάνω στον άνθρωπο.Γι’ αυτό λέω πολλές φορές ότι ζω διαρκώς ένα ντεζαβού. Βλέπω σήμερα σε μεγάλους οίκους ιδέες που κάποτε είχαμε δοκιμάσει με εντελώς πειραματικό τρόπο.

Σινεμά πηγαίνεις; Ποια ταινία είδες πρόσφατα;
Είδα πρόσφατα μια ταινία που με απογοήτευσε. Το The Devil Wears Prada 2 δεν μου άρεσε καθόλου. Έδειχνε, με έναν σκληρό αλλά αληθινό τρόπο, το τέλος του έντυπου Τύπου και την άνοδο των sites. Ήταν κάπως σκληρό να το βλέπεις, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα. Δεν μου άρεσε επίσης που δεν παρουσίαζε νέους σχεδιαστές και ότι ουσιαστικά προέβαλλε τον Dior σαν τη μοναδική κυρίαρχη δύναμη της μόδας. Αντίθετα, υπάρχουν ταινίες που βλέπω ξανά και ξανά. Μου αρέσουν όλα τα έργα του Γιώργου Λάνθιμου, όχι τόσο για τις ιστορίες τους όσο για το κινηματογραφικό αποτέλεσμα. Πάντα συγχαίρω την ομάδα του, γιατί η φωτογραφία και η συνολική αισθητική είναι εξαιρετικές. Πρόκειται για κινηματογραφικές δουλειές όπου, πολλές φορές, η εικόνα υπερέχει ακόμη και της ίδιας της ιστορίας.
Πώς καταφέρνεις να διατηρείς αυτή τη φυσική κατάσταση; κάνεις γυμναστική;
Κάνω spinning, pilates και ενδυνάμωση με βάρη. Προπονούμαι τέσσερις ημέρες και ξεκουράζομαι μία. Η γυμναστική είναι πλέον μέρος της καθημερινότητάς μου. Όταν δεν έχω χρόνο να πάω στο γυμναστήριο, βρίσκω τις δικές μου λύσεις. Μπαίνω σε μια οποιαδήποτε πολυκατοικία και ανεβοκατεβαίνω τις σκάλες για αερόβιο. Καμιά φορά βγαίνει κάποια γιαγιά, με βλέπει να τρέχω πάνω κάτω και τρομάζει!
Διακοπές πηγαίνεις;
Ναι, αυτόν τον καιρό κάνω μικρές αποδράσεις, δύο ή τριών ημερών. Τώρα, για παράδειγμα, έχω κανονίσει να πάω στο Παρίσι, γιατί θα βρίσκεται εκεί η αγαπημένη μου συνεργάτιδα, η Λάουρα, με τον Γιάννη. Ενδιάμεσα βρέθηκα στο Μόντε Κάρλο για την εκδήλωση αφιερωμένη στη Μαρία Κάλλας και τώρα επιστρέφω ξανά στο Παρίσι για τη βάφτιση του παιδιού ενός φίλου μου, όπου νονός είναι ο Κριστιάν Καρεμπέ. Αυτό για μένα θεωρείται διακοπές. Θα μείνω λίγες ημέρες, θα περάσω κι από την Hermès να τους πω τη γνώμη μου για μια ραφή σε ένα ρούχο που μου είχαν φτιάξει παλαιότερα και μετά θα απολαύσω τη διαμονή μου. Εξωτικές διακοπές δεν κάνω πια. Τις έχω ζήσει πολλές φορές στο παρελθόν. Σήμερα με μαγεύει περισσότερο η Ελλάδα και η φύση της. Κάνω συχνά πεζοπορίες και πρόσφατα βρέθηκα στον Δομοκό, όπου περπάτησα σχεδόν τρεις ώρες σε υπέροχα μονοπάτια.
Ποια είναι η άποψή σου για την κριτική που γίνεται σε εκπομπές μόδας σχετικά με το political correctness και τα διαφορετικά σώματα;
Εγώ είμαι αναρχικός με την καλή έννοια. Δεν υποστηρίζω ιδιαίτερα το politically correct. Πιστεύω ότι κάθε format πρέπει να αξιολογείται για αυτό ακριβώς που έχει σκοπό να κάνει. Σε ένα τηλεοπτικό σόου, για παράδειγμα, αυτός που συμβουλεύει τους συμμετέχοντες πρέπει να έχει αισθητική που προσαρμόζεται στην προσωπικότητα του καθενός. Δεν γίνεται να λες «έχουμε τρία ροζ, δύο πράσινα και δύο κίτρινα ρούχα, ας τα μοιράσουμε». Πρέπει να προσαρμόζεις το ρούχο στον άνθρωπο, γιατί αυτό συμμετέχει στην επιτυχία του. Πολλές φορές βλέπουμε διαγωνιζόμενες να έρχονται με δικά τους ρούχα, τα οποία όμως σπάνια έχουν επιλέξει εντελώς μόνες τους. Συχνά ο στόχος είναι να ενισχύσουν την παρουσία τους στα social media. Όταν όμως τελειώσει η προβολή της εκπομπής, το ενδιαφέρον πέφτει και όλοι ψάχνουν το επόμενο project. Αυτό που λείπει από πολλά ελληνικά formats είναι η συνοχή. Συχνά γίνονται απλώς για να υπάρχουν και να φέρνουν νούμερα. Εγώ πιστεύω περισσότερο στα καλά σχεδιασμένα challenges και στη σωστή προετοιμασία των παιδιών. Όταν ξέρεις από πριν τις δυνατότητες και τις δυσκολίες του κάθε διαγωνιζόμενου, μπορείς να σχεδιάσεις δοκιμασίες που έχουν πραγματικό ενδιαφέρον. Μάλιστα, μου αρέσει η ιδέα να συμμετέχουν περισσότεροι επαγγελματίες στη διαδικασία. Για παράδειγμα, ένας φωτογράφος δεν πρέπει απλώς να τραβάει φωτογραφίες και να εξαφανίζεται. Είναι χρήσιμο να εξηγεί τι βλέπει, ποια λήψη λειτουργεί καλύτερα και γιατί, ώστε η κριτική να βασίζεται σε όλη τη διαδικασία και όχι μόνο στο τελικό αποτέλεσμα. Στη δική μας εποχή τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά. Δίναμε στα παιδιά ένα βουνό από ρούχα και ξεκινούσαμε. Σήμερα οι δοκιμασίες έχουν γίνει πολύ πιο σύνθετες και, όταν γίνονται σωστά, μπορούν να είναι πραγματικά εντυπωσιακές.

Το παιχνίδι με τον μουτζούρη στους μεγάλους οίκους
Πού οδεύει η κατάσταση με τους διεθνής σχεδιαστές που αλλάζουν συνέχεια οίκους;
Αυτό που συμβαίνει σήμερα στη μόδα είναι σαν το παιχνίδι με τον μουτζούρη. Η στρογγυλή τράπεζα γυρίζει συνεχώς γύρω γύρω. Αυτή η αδιάκοπη αλλαγή αποσυντονίζει ακόμη και τους αγοραστές. Εκεί που ένας οίκος, όπως η Gucci, έχει βρει τον δρόμο του, αλλάζει σχεδιαστή και όλα ξεκινούν από την αρχή. Στον Balenciaga, για παράδειγμα, η αλλαγή του ύφους ήταν τόσο έντονη που επηρέασε και τις πωλήσεις. Οι οίκοι κάνουν επίσης το λάθος να προωθούν προϊόντα που εντυπωσιάζουν πρόσκαιρα αλλά δεν πείθουν τον πραγματικό πελάτη. Βλέπεις, για παράδειγμα, νάιλον τσάντες που θυμίζουν τσάντες λαϊκής αγοράς. Αυτό μπορεί να τραβήξει την προσοχή στην αρχή, αλλά ο άνθρωπος που επενδύει πραγματικά στη μόδα πολλές φορές αισθάνεται ότι τον κοροϊδεύουν. Αν μπεις σήμερα στα ελληνικά πολυκαταστήματα, θα δεις κυρίως basic κομμάτια. Τα πιο ιδιαίτερα ρούχα που βλέπουμε στα fashion shows συνήθως δεν φτάνουν ποτέ εκεί. Υπάρχουν μόνο στα mono-brand καταστήματα ή εμφανίζονται για πολύ μικρό χρονικό διάστημα online. Και κάτι ακόμη. Σήμερα πολλοί πιστεύουν ότι μια τσάντα μπορεί να σώσει ένα ολόκληρο look. Βλέπεις ένα μανεκέν να φοράει ένα ρούχο και η τσάντα να μην έχει καμία σχέση με την υπόλοιπη εικόνα. Οι μεγάλοι οίκοι, στα δικά τους καταστήματα, έχουν συγκεκριμένο visual merchandising και παρουσιάζουν μια ολοκληρωμένη πρόταση. Εκεί φαίνεται η σωστή εικόνα και η συνοχή του brand.
Οι εταιρείες που δημιουργούνται σήμερα γύρω από influencers σάς ενδιαφέρουν;
Δύο λέξεις που μισώ είναι το «nude» και το «giveaway». Ειδικά το giveaway. I could easily give away all those who do giveaways. That’s the way.

Επίλογος
Όταν τελείωσε η συζήτηση, ζητήσαμε από τον Λάκη Γαβαλά να βγάλουμε μια φωτογραφία όλοι μαζί. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν βρισκόμασταν στο Κολωνάκι. Βρεθήκαμε ξανά νοερά στο Μιλάνο. Σε εκείνα τα ταξίδια όπου η ημέρα ξεκινούσε με επιδείξεις μόδας, συνεχιζόταν με συναντήσεις και τελείωνε με ατελείωτες συζητήσεις για τους ανθρώπους, τις ιδέες και τις αλλαγές που διαμόρφωναν τη βιομηχανία της μόδας.
Γελάσαμε κοιτάζοντας το φως του ήλιου, όπως έχουμε γελάσει τόσες φορές όλα αυτά τα χρόνια. Σε αεροδρόμια, σε ξενοδοχεία, σε εστιατόρια, σε καλοκαιρινές βραδιές στη Μύκονο, σε τηλεοπτικά πλατό, σε εκδηλώσεις και σε ταξίδια. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του Λάκη Γαβαλά. Όχι ότι γνώρισε τους σημαντικότερους ανθρώπους της μόδας. Όχι ότι βρέθηκε στις μεγαλύτερες πασαρέλες του κόσμου. Αλλά ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη ζωή με την ίδια περιέργεια, τον ίδιο ενθουσιασμό και την ίδια διάθεση να μοιράζεται όσα αγαπά με τους ανθρώπους γύρω του. Καθώς αποχαιρετιστήκαμε στο κέντρο της Αθήνας, η κουβέντα είχε ήδη περάσει στο επόμενο ταξίδι, στο επόμενο πρότζεκτ, στην επόμενη συνάντηση. Και αυτό ίσως εξηγεί γιατί, τόσα χρόνια μετά, ο Λάκης Γαβαλάς παραμένει ακριβώς εκεί που ήταν πάντα.
Μέσα στα πράγματα. Και κυρίως, μέσα στη ζωή.
