ΤΑΤΟΥΙΝ: ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΣΑΧΑΡΑΣ, ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΠΡΟΣΓΕΙΩΘΗΚΕ Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Το άρθρο αφηγείται ένα ταξίδι στην Τυνησία, στην άκρη της Σαχάρας, που μετατρέπεται σε προσωπική επιστροφή στον κόσμο του «Πολέμου των Άστρων» και στον μυθικό Τατουίν. Μέσα από εικόνες της ερήμου, της Ματμάτας και του Μοσ Εσπα, αλλά και με χιούμορ και τρυφερές στιγμές της παρέας, ο αφηγητής συνδέει τη φαντασία με την πραγματικότητα, ώσπου ένα μικρό μπλε φωτάκι μέσα στην άμμο κάνει το όριο ανάμεσά τους να μοιάζει σχεδόν ανύπαρκτο.
Πιο αναλυτικά
Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης
Υπάρχουν ιστορίες που τελειώνουν όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Και υπάρχουν άλλες που συνεχίζουν να μας ακολουθούν αθόρυβα, σαν παλιοί συνοδοιπόροι. Χρόνια αργότερα ανακαλύπτεις ότι βρίσκονται ακόμη εκεί, κρυμμένες στις επιλογές σου, στα ταξίδια που ονειρεύτηκες, στους τόπους όπου βρέθηκες.
Για μένα, όμως, μία από αυτές τις ιστορίες άρχισε με τον Πόλεμο των Άστρων.
Δεν ήταν μόνο τα διαστημόπλοια που έσκιζαν το σκοτάδι, ούτε οι μονομαχίες με τα φωτόσπαθα. Ήταν κυρίως η αίσθηση ότι, πίσω από την περιπέτεια, υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος που συνέχιζε να υπάρχει ακόμη και όταν η οθόνη σκοτείνιαζε. Ένας κόσμος με τους τόπους και τους ανθρώπους του, που έμοιαζε να υπάρχει ανεξάρτητα από τον θεατή.
Από όλα όσα είχα δει, ένα μέρος είχε καρφωθεί περισσότερο από κάθε άλλο στη μνήμη μου. Ο Τατουίν. Ο πλανήτης της άμμου. Ένας τόπος σχεδόν γυμνός, με υπόσκαφα σπίτια, δύο ήλιους στον ουρανό κι έναν νεαρό που ονειρευόταν να φύγει. Όταν πρωτοείδα την ταινία, δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν αυτό που με γοήτευε τόσο. Σήμερα νομίζω πως το καταλαβαίνω.
Για χρόνια πίστευα ότι ο Τατουίν υπήρχε μόνο στη φαντασία. Ώσπου κάποια μέρα ανακάλυψα πως οι σκηνές είχαν γυριστεί στην Τυνησία, στην άκρη της Σαχάρας. Εκείνη τη μέρα μου γεννήθηκε μια παράξενη επιθυμία. Δεν ήθελα απλώς να επισκεφθώ μια χώρα της Βόρειας Αφρικής. Ήθελα να δω τι συμβαίνει όταν ένας πραγματικός τόπος έχει φιλοξενήσει ένα όνειρο εκατομμυρίων ανθρώπων.
Ίσως αυτός να ήταν ο πραγματικός λόγος που βρέθηκα, χρόνια αργότερα, σ’ εκείνο το ταξίδι.

Με μια μικρή ομάδα ταξιδιωτών βρεθήκαμε στον δρόμο για την Τυνησία. Στα ταξίδια αυτά όλοι ξεκινούν για τον ίδιο προορισμό, όμως ο καθένας κουβαλά στις αποσκευές του έναν διαφορετικό λόγο. Άλλος αναζητά εικόνες, άλλος ξεκούραση, άλλος μια περιπέτεια. Εγώ, χωρίς να το έχω ομολογήσει ούτε στον εαυτό μου, αναζητούσα κάτι που νόμιζα πως είχα αφήσει πίσω μου.
Η γνωριμία μας μ’ ένα ζευγάρι από την Κομοτηνή έγινε όπως γεννιούνται οι περισσότερες φιλίες στα ταξίδια: αθόρυβα. Μια κουβέντα στο λεωφορείο, ένας κοινός καφές σε μια στάση, ένα σχόλιο για τη ζέστη που δοκίμαζε τις αντοχές μας και πριν το καταλάβουμε καθόμασταν μαζί κάθε βράδυ.
Η Σίσσυ ήταν καθηγήτρια Ιταλικών και είχε κρατήσει κάτι από τον ρυθμό της γλώσσας ακόμη και όταν μιλούσε ελληνικά. Η ειρωνεία της ερχόταν αβίαστα και σχεδόν πάντα κατέληγε στον σύζυγό της.
Ο Άκης, νομικός, είχε εκείνο το στεγνό, γρήγορο χιούμορ που λύνει την αμηχανία πριν προλάβει να εμφανιστεί. Αντιμετώπιζε κάθε απρόοπτο σαν κάτι απολύτως φυσιολογικό που απλώς είχε αργήσει να συμβεί.
Ίσως γι’ αυτό δεθήκαμε τόσο γρήγορα. Τα ταξίδια έχουν έναν παράξενο τρόπο να συντομεύουν τον χρόνο. Άνθρωποι που μέχρι χθες ήταν άγνωστοι συζητούν σαν να γνωρίζονται χρόνια.

Οι πρώτες ημέρες κύλησαν όπως κυλούν συνήθως τα οργανωμένα ταξίδια. Κάθε πρωί ένας καινούργιος τόπος, κάθε βράδυ μια νέα ιστορία.
Ένα από εκείνα τα βράδια φάγαμε κρέας καμήλας σ’ ένα καταπράσινο μέρος με χουρμαδιές. Το φαγητό ήταν εξαιρετικό και η παρέα ακόμη καλύτερη. Αργότερα εμφανίστηκε μια χορεύτρια. Χόρευε με τρόπο που τραβούσε τα βλέμματα και, πριν προλάβουμε να καταλάβουμε τι συνέβαινε, ο Άκης βρέθηκε να χορεύει μαζί της. Μπήκε στον χορό με τέτοιο κέφι, που για λίγο δεν ήταν εύκολο να ξεχωρίσεις ποιος διασκέδαζε περισσότερο.
Η Σίσσυ τον παρακολουθούσε από το τραπέζι. Ύστερα σηκώθηκε και πλησίασε την πίστα.
Μπήκε στον χορό χωρίς να πει κουβέντα. Η χορεύτρια συνέχισε ατάραχη, πλησιάζοντας πότε τον Άκη και πότε τη Σίσσυ. Για λίγες στιγμές οι τρεις τους χόρευαν μαζί.
Κάποια στιγμή η Σίσσυ έκανε μια απότομη κίνηση με τη μέση της. Η χορεύτρια έκανε ένα βήμα πίσω. Η Σίσσυ έκανε άλλη μία, πιο αποφασιστική, και η χορεύτρια βρέθηκε έξω από την πίστα.
Ο Άκης έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Κοίταξε τη χορεύτρια, μετά τη Σίσσυ και ξέσπασε στα γέλια.
«Εντάξει», είπε. «Μήπως το έκανες για να χορέψουμε μαζί;»

Η Ματμάτα ήταν ένας τόπος σκαμμένος μέσα στη γη. Κατοικίες λαξευμένες στο χώμα, αυλές που άνοιγαν προς τα κάτω αντί προς τον ουρανό. Περπατούσες και δεν ήξερες αν βρίσκεσαι σε χωριό ή σε σκηνικό που είχε ξεχαστεί κάτω από τη γη. Ίσως γι’ αυτό ο τόπος έμοιαζε τόσο οικείος, σαν να τον είχα ξαναδεί κάπου χωρίς να έχω βρεθεί ποτέ εκεί.
Λίγο αργότερα φτάσαμε στη Ντουζ, στις παρυφές της Σαχάρας. Οι φωτογραφίες της ερήμου σε προετοιμάζουν για το τοπίο της, ποτέ όμως για την εμπειρία της. Ανεβήκαμε στις καμήλες λίγο πριν δύσει ο ήλιος. Εκείνες ξεκίνησαν με εκείνη τη νωχελικότητα των ζώων που γνωρίζουν ότι, στο τέλος, ο άνθρωπος θα προσαρμοστεί στον δικό τους ρυθμό.

Η Σαχάρα, όμως, έχει το δικό της χιούμορ.
Μια απότομη κλίση, μια στιγμιαία απώλεια ισορροπίας και η Εύα βρέθηκε στην άμμο μ’ ένα τριπλό άξελ που θα ζήλευε πατινέρ.
Ο Άκης την κοίταξε με ύφος ειδικού κριτή.
«Η εκτέλεση ήταν άψογη. Χάθηκαν μόνο λίγοι βαθμοί στην προσγείωση».
Η Εύα τίναζε την άμμο από πάνω της με αξιοπρέπεια ανθρώπου που προσπαθεί να σώσει ό,τι σώζεται.
«Αν έχεις φωτογραφία, θα κοιμηθείς έξω από το ξενοδοχείο».
«Δεν πρόλαβα», απάντησα.
Ο Άκης κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος.
«Τόσα χρόνια φωτογράφος και χάνεις τη μία σκηνή που θα σε έκανε διάσημο».

Την επόμενη μέρα αφήσαμε πίσω μας τους αμμόλοφους και διασχίσαμε τη Σότ Ελ Τζερίντ, την απέραντη αλμυρή λίμνη που άλλοτε είναι νερό, άλλοτε αλάτι κι άλλοτε μια οφθαλμαπάτη που δεν αποφασίζει τι θέλει να γίνει. Ο ήλιος έπεφτε πάνω στη λευκή της επιφάνεια και το φως σκορπιζόταν προς όλες τις κατευθύνσεις. Για λίγο δεν ήξερες αν κοιτούσες τη γη ή τον ουρανό.
Εγώ κι η Εύα φωτογραφίζαμε σχεδόν ασταμάτητα: τις αντανακλάσεις, τις σκιές, τις εγκαταλειμμένες βάρκες που έμοιαζαν να περιμένουν μια θάλασσα που είχε φύγει προ πολλού, τις μοναχικές καρέκλες στη μέση του πουθενά.
Λίγες ώρες αργότερα, τα τετρακίνητα άφησαν τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο και άρχισαν να χαράζουν πορεία πάνω στην έρημο. Η άμμος εναλλασσόταν με πετρώδεις εκτάσεις και χαράδρες, ενώ μικρές οάσεις με καταρράκτες εμφανίζονταν ξαφνικά και χάνονταν πάλι πίσω μας.
Κάπου εκεί, χωρίς καμία προειδοποίηση, το τοπίο άλλαξε. Όχι επειδή έγινε ομορφότερο, αλλά επειδή έγινε οικείο.
Μέσα στην έρημο υψώνονταν οι γνώριμες σιλουέτες του οικισμού. Τις αναγνώρισα αμέσως. Ήταν όμως η πρώτη φορά που στέκονταν μπροστά μου και όχι πάνω σε μια οθόνη.

Ήταν το Τατουίν. Όχι βέβαια ο πλανήτης, αλλά το αποτύπωμά του πάνω στη γη της Τυνησίας.
Τα αυτοκίνητα σταμάτησαν μπροστά σ’ έναν μικρό ξύλινο πίνακα.
MOS ESPA
Διάβασα το όνομα δύο φορές, όχι για να βεβαιωθώ πως το είχα διαβάσει σωστά, αλλά για να βεβαιωθώ πως βρισκόμουν πράγματι εκεί.
Κι όμως, καθώς κοιτούσα τον οικισμό, είχα την αίσθηση πως κάποιος θα μπορούσε να βγει από μία απ’ αυτές τις πόρτες ανά πάσα στιγμή, σαν να μην είχαν τελειώσει ποτέ τα γυρίσματα.
Οι χαμηλές κατασκευές ξεπρόβαλλαν μέσα απ’ την άμμο. Οι θόλοι, οι καμπύλες πόρτες και οι υπόσκαφοι χώροι έμοιαζαν παράξενα γνώριμοι, σαν να τα γνώριζες ήδη από κάποιο παλιό όνειρο.

Περπάτησα λίγα μέτρα χωρίς να μιλάω. Επί χρόνια κουβαλούσα μέσα μου δύο διαφορετικές εικόνες του ίδιου τόπου: το σκηνικό που υπήρχε μπροστά μου και τον Τατουίν που είχε χτίσει η φαντασία μου.
Εκεί, για πρώτη φορά, οι δύο εικόνες συνυπήρχαν χωρίς να ξεχωρίζω ποια ήταν πραγματική και ποια είχα φτιάξει με τη φαντασία μου.
Ο Άκης έβγαλε τα γυαλιά ηλίου και κοίταξε γύρω του.
«Αν πεταχτεί τώρα κανένας με φωτόσπαθο, εγώ επιστρέφω με το πρώτο καράβι».
«Δεν έχει καράβια εδώ», του απάντησα.
Έριξε μια ματιά στη θάλασσα της άμμου και αναστέναξε.
«Αυτό ακριβώς με ανησυχεί».
Η Σίσσυ γέλασε.
«Μη φοβάσαι. Εδώ ούτε η μάνα μου δεν θα σε έβρισκε».
Ο Άκης κούνησε το κεφάλι του.
«Αυτό είναι το πιο αισιόδοξο πράγμα που έχω ακούσει σήμερα».

Προχωρήσαμε αργά μέσα στον οικισμό.
Τα σπίτια είχαν σχεδόν το ίδιο χρώμα με την άμμο. Οι πόρτες τους, βαμμένες σ’ ένα ξεθωριασμένο πράσινο, έμοιαζαν περισσότερο με περάσματα παρά με εισόδους. Από τους τοίχους προεξείχαν σωλήνες, καλώδια και παράξενα μεταλλικά εξαρτήματα, φτιαγμένα κάποτε για να πείσουν τον θεατή ότι βρίσκονταν σ’ έναν άλλο πλανήτη.
Σε στύλους έξω από τα μικροσκοπικά σπίτια κρέμονταν ακόμη ρούχα που έμοιαζαν βγαλμένα από τις ταινίες. Πολύχρωμα φουλάρια ανέμιζαν νωχελικά πάνω σ’ ένα σκοινί, παρότι ο αέρας σχεδόν δεν φυσούσε.

Κάπου πιο πέρα, δυο καμήλες αναπαύονταν δίπλα σε λευκασμένα κόκαλα ζώων. Για μια στιγμή δεν ήξερες αν αποτελούσαν μέρος του σκηνικού ή της καθημερινότητας της ερήμου.
Εκείνη τη στιγμή έπαψε να με απασχολεί τι ανήκε στην ταινία και τι στην έρημο. Τα δύο είχαν ενωθεί μέσα μου πολύ πριν φτάσω ως εδώ.
Η Εύα είχε ήδη αρχίσει να φωτογραφίζει όσα οι περισσότεροι προσπερνούσαν. Μια σκιά πάνω σ’ έναν θόλο, ένα σκουριασμένο μεταλλικό εξάρτημα, τη λεπτή γραμμή που άφηνε ο ήλιος καθώς γλιστρούσε πάνω στους τοίχους.
Εγώ ακολουθούσα πιο αργά, όχι γιατί έψαχνα καλύτερη γωνία, αλλά γιατί προσπαθούσα να θυμηθώ πώς είχα αντικρίσει αυτόν τον κόσμο την πρώτη φορά. Τότε κατάλαβα πως δεν είχα ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα για να δω το σκηνικό μιας ταινίας. Είχα ταξιδέψει για να συναντήσω εκείνον τον πρώτο θεατή που κάποτε πίστεψε πως κάπου στο σύμπαν υπήρχε πραγματικά ένας πλανήτης με δύο ήλιους.

Απομακρύνθηκα από τους άλλους. Ήθελα να δω τον οικισμό μόνος, χωρίς φωνές, χωρίς γέλια. Μόνο με τον ήχο της άμμου κάτω απ’ τα παπούτσια μου.
Τότε το είδα.
Μισοθαμμένο δίπλα σ’ έναν χαμηλό τοίχο, κάτι μεταλλικό προεξείχε μέσα απ’ την άμμο. Στην αρχή νόμισα πως ήταν κομμάτι από παλιό σκηνικό. Έσκυψα, φύσηξα τη σκόνη και φάνηκε ένα στρογγυλό κεφάλι με ξεθωριασμένες μπλε γραμμές.
Στην αρχή δεν είπα τίποτα. Το κοίταζα και όσο το κοιτούσα τόσο πιο βέβαιος γινόμουν πως δεν είχα κάνει λάθος. Τότε φώναξα τους άλλους.
Ο Άκης πλησίασε πρώτος, κοίταξε το αντικείμενο και συνοφρυώθηκε.
«Μη μου πεις ότι βρήκες εξωγήινο».
Δεν απάντησα. Έσκυψα λίγο ακόμη, απομάκρυνα λίγη άμμο. Το κυλινδρικό σώμα, το μπλε μεταλλικό κεφάλι, το μικρό στρογγυλό «μάτι».
Έμοιαζε τόσο πολύ με τον R2-D2, ώστε κανείς μας δεν τόλμησε να το πει αμέσως δυνατά.
Η Σίσσυ γέλασε.
«Εντάξει, αν αρχίσει να περπατάει, εγώ φεύγω πρώτη».
«Λογικό», είπε ο Άκης. «Στις ταινίες συνήθως επιβιώνει όποιος φεύγει νωρίς».
Έσκυψα ξανά και καθάρισα λίγη ακόμη άμμο. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας μικρός μεταλλικός ήχος.

Δεν ακούστηκε ακριβώς ένα «μπιπ». Περισσότερο έμοιαζε με τον αναστεναγμό μιας μηχανής που ξυπνούσε ύστερα από πολύ βαθύ ύπνο.
Κανείς δεν μίλησε. Το μικρό ρομπότ έμεινε ακίνητο, μα το μισοσβησμένο μάτι του άναψε για μια στιγμή μ’ ένα αχνό μπλε φως και μέσα στην απόλυτη ησυχία της ερήμου ακούστηκαν δυο σύντομες ηλεκτρονικές νότες, σχεδόν σαν χαιρετισμός.
Ο Άκης έκανε ασυναίσθητα ένα βήμα πίσω.
«Όχι», είπε σχεδόν ψιθυριστά. «Αυτό δεν το πληρώνει η εκδρομή».
Το φωτάκι έσβησε τόσο ξαφνικά όσο είχε ανάψει. Μείναμε όλοι ακίνητοι, περιμένοντας κάτι ακόμη. Δεν συνέβη τίποτα. Μόνο ο οικισμός, το σούρουπο και η έρημος παρέμεναν στη θέση τους. Για μια ανεπαίσθητη στιγμή, ο Τατουίν είχε πάψει να μοιάζει φανταστικός.

Καθώς απομακρυνόμασταν, γύρισα άλλη μια φορά να κοιτάξω τον οικισμό. Δεν είχε σημασία αν εκείνο το μικρό μπλε φως άναψε πραγματικά ή αν το άναψε η μνήμη μου.
Αναρωτιέμαι καμιά φορά αν όλοι κουβαλάμε μέσα μας έναν τέτοιο τόπο, που κάποτε, χωρίς να το καταλάβουμε, μας περιμένει ακόμη.
*Ο Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).
Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.
Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.
Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στο βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στη Θεσσαλονίκη.
Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό.
*Η Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.
Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.
Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.
Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Η αγάπη της για τη φωτογραφία συνδυάζεται με το πάθος της για τα ταξίδια και με τον σύζυγό της περιηγούνται σε διάφορα μέρη του κόσμου.