TRAVEL

Ο ΧΙΛΑΡΙ ΣΤΟ ΕΒΕΡΕΣΤ

Η σειρά του Ιωσήφ Μανίκη με εικόνες από τον ίδιο και την Εύα Μιμιλίδου αποτυπώνει ταξίδια, τόπους και πρόσωπα πριν χαθούν στη μνήμη.

Κάνε το couscous.gr προτιμώμενη πηγή στην Google

Το άρθρο αφηγείται, με λογοτεχνική και προσωπική ματιά, το ταξίδι του Ιωσήφ Μανίκη στο Νεπάλ και την προσπάθειά του να φωτογραφίσει το Έβερεστ από αεροπλάνο, ανακαλώντας ταυτόχρονα την ιστορική ανάβαση του Έντμουντ Χίλαρι και του Τένσινγκ Νοργκέι. Μέσα από την αγωνία για τον καιρό, τη σύντομη αποκάλυψη των Ιμαλαΐων και μια σχεδόν ονειρική στιγμή όπου μοιάζει να αντικρίζει τον Χίλαρι στην κορυφή, το κείμενο μιλά για τη δύναμη του ταξιδιού, της μνήμης και της φωτογραφίας να αιχμαλωτίζουν το εφήμερο μεγαλείο.

Πιο αναλυτικά

Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης / Εικόνες: Ιωσήφ Μανίκης & Εύα Μιμιλίδου

Κάθε ταξίδι είναι μια συνάντηση με τόπους, πρόσωπα και κομμάτια του εαυτού μας.

Οι ιστορίες και οι φωτογραφίες αυτής της σειράς είναι απόπειρες να κρατηθεί κάτι από εκείνη τη στιγμή, πριν χαθεί στον χρόνο.

Οι εικόνες από το Έβερεστ πάντα με παρέσερναν όπως ο ορίζοντας τραβά το βλέμμα ενός μοναχικού οδοιπόρου. Κάτι απέραντο, υπερβατικό, σχεδόν εξωγήινο. Ένα ανάγλυφο που δεν απεικονίζει απλώς το ύψος της Γης αλλά την ίδια τη φαντασία του ανθρώπου όταν επιμένει να κοιτά ψηλά.

Σκεφτόμουν τον Χίλαρι και τον Νοργκέι, τους δύο πρώτους ανθρώπους που στάθηκαν ποτέ στην κορυφή του Έβερεστ. Όχι μόνο ως ορειβάτες, αλλά σαν δύο καρδιές που χτυπούσαν στον ίδιο ρυθμό απέναντι στην πιο επιβλητική σιωπή του κόσμου. Μια συμμαχία απαραίτητη, γιατί κανείς δεν ανεβαίνει μόνος στην κορυφή. Τουλάχιστον αν θέλει να επιστρέψει σώος.

Κι όμως, από εκείνες τις ιστορικές στιγμές δεν υπάρχει καμία φωτογραφία του ίδιου του Χίλαρι. Καμία εικόνα να τον δείχνει να ποζάρει στην “οροφή του κόσμου”. Ήταν εκεί, ήταν ο πρώτος, κι όμως ο φακός του στράφηκε αλλού.

Φωτογράφισε τον Νοργκέι, με μια ραβδοσκαπάνη στο χέρι και σημαίες που ανέμιζαν στον άνεμο. Την κάμερα δεν την έστρεψε ποτέ προς τον εαυτό του. Δεν του πέρασε απ’ το μυαλό. Ούτε χειροκρότημα, ούτε πόζα. Μόνο η κορυφή κι ένα βλέμμα προς τα κάτω, προς τη διαδρομή που είχαν διαβεί.

Λέγεται πως την κάμερα την είχε μέσα στο μπουφάν του, για να την προστατέψει από τον παγετό. Κι όταν την έβγαλε, δεν την ύψωσε σαν τρόπαιο. Την έστρεψε προς τις κορυφογραμμές, τα παγωμένα μονοπάτια, τις σκιές των σύννεφων που γλιστρούσαν πάνω στο λευκό ανάγλυφο της Ασίας, στο άπλωμα των Ιμαλαΐων.

Σαν να ήθελε να πει:

“Να τι καταφέραμε. Όχι εγώ, εμείς. Κι ακόμα κι αυτό, μόνο επειδή το βουνό το επέτρεψε”.

Όπως εξήγησε αργότερα, το Έβερεστ δεν κατακτιέται. Το επισκέπτεσαι. Και σαν καλός επισκέπτης, δεν έκανε φασαρία. Τράβηξε δυο-τρεις φωτογραφίες, χαμήλωσε το βλέμμα σαν προσκυνητής κι έφυγε σιωπηλά.

Ο Νοργκέι ύψωσε τις σημαίες των Ηνωμένων Εθνών και του Νεπάλ και, με μια ευλάβεια σχεδόν παιδική, έθαψε στο χιόνι μερικά σοκολατάκια. Προσφορά στους θεούς ή στα ξωτικά του παγετού, κανείς δεν ρώτησε. Εκεί πάνω, κάθε χειρονομία αποκτά βαρύτητα. Ακόμα κι ένα μικρό τελετουργικό μπορεί να συγκινήσει το βουνό.

Το Έβερεστ δεν συγχωρεί την αλαζονεία. Σου δίνει ένα ραντεβού για λίγα λεπτά. Μετά σε αποχαιρετά. Κι αν αργήσεις να φύγεις, μπορεί να σε κρατήσει εκεί για πάντα.

Ο Χίλαρι στο Έβερεστ

Το όνειρό μου, σαφώς πιο ταπεινό, ήταν να φωτογραφήσω το Έβερεστ. Όχι να το κατακτήσω, αυτό το άφηνα για τους γενναίους. Εγώ ήθελα απλώς να βρεθώ σε κάποια πτητική απόσταση θαυμασμού, να αισθανθώ, έστω και για λίγο, τη μεγαλοσύνη των Ιμαλαΐων.

Με μια ταξιδιωτική συνοδεία πίσω μου που θύμιζε σχολική εκδρομή σε αυστηρό πρόγραμμα, φτάσαμε στο Κατμαντού. Η πρωτεύουσα του Νεπάλ μας καλωσόρισε με υγρασία, λαβυρινθώδη σοκάκια και μεθυστικές, αλλόκοτες μυρωδιές που άλλαζαν σε κάθε στενό. Σαν να είχες ανοίξει όλα τα βάζα ενός παλιού, ανατολίτικου παντοπωλείου, την ίδια στιγμή.

Η τελετή καύσης στον ιερό ποταμό Μπαγκμάτι ήταν από τις στιγμές εκείνες που σου κόβουν την ανάσα, είτε από την ένταση είτε από τον καπνό.

Κάπου ανάμεσα στους σαντού, που έκαιγαν θυμίαμα και στοχάζονταν τη ματαιότητα, αναρωτήθηκα σιωπηλά τι κάνω εδώ. Όχι υπαρξιακά, πρακτικά. Είχαμε διασχίσει ηπείρους για μια φωτογραφία. Ένιωσα για μια στιγμή σαν τον Χίλαρι, μόνο που εγώ αντί για κορυφή, κυνηγούσα απλώς μια καλή γωνία λήψης.

Ευτυχώς, ο αρχηγός της εκδρομής μάς προσγείωσε, κυριολεκτικά.

«Αν είναι να πετάξετε με το αεροπλανάκι, θα το μάθετε αύριο πρωί. Ή αύριο ή ποτέ. Φέτος, δεν πέταξε κανείς. Ο καιρός δεν το επέτρεψε. Το βουνό, βλέπετε, έχει άποψη».

Μας ετοίμαζε ψυχολογικά για αποτυχία. Βροχή στο Κατμαντού, ομίχλη στις καρδιές μας. Οι πιθανότητες μικρές. Ο ενθουσιασμός, αντιστρόφως ανάλογος. Για να δεις τις κορυφές, πρέπει πρώτα να τις ξεγελάσεις, να τις προλάβεις πριν τυλιχτούν σε σύννεφα με τη συνήθη μεγαλοπρέπειά τους.

Αλλά στις πέντε το πρωί, σαν έτοιμοι από καιρό, σαν θαρραλέοι, φορέσαμε μπουφάν, αρματωθήκαμε με φωτογραφικές μηχανές και ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο. Δεκαπέντε ψυχές σε ένα λεωφορειάκι, βουτηγμένες στο μισοσκόταδο και σε μια παράξενη πίστη ότι κάτι σπουδαίο θα συμβεί.

Ο Χίλαρι στο Έβερεστ

Το αεροπλάνο μάς περίμενε: ένα μικρό κουκλάκι των αιθέρων με δεκαπέντε μονές θέσεις, όλες στο παράθυρο. Τουλάχιστον η δημοκρατία στον αέρα είχε επιβληθεί. Κάθε επιβάτης κι ένας φωτογράφος, κάθε κάθισμα κι ένα βλέμμα προς το θαύμα.

Καθόμουν πρώτος, λίγα μέτρα πίσω από το πιλοτήριο. Μπορούσα να δω το πρόσωπο του κυβερνήτη ή μάλλον την έκφραση:

“Ας ελπίσουμε να μην έχουμε εκπλήξεις σήμερα”.

Εμείς από πίσω, με τις κάμερες δεμένες στα σώματά μας σαν να ήταν προέκταση του βλέμματός μας. Έτοιμοι για τη μάχη. Εντάξει, όχι κανονική μάχη, περισσότερο έμοιαζε με σιωπηλή αναμέτρηση με τον χρόνο και τον εαυτό μας.

Από μακριά, αν μας έβλεπε κανείς, θα νόμιζε πως είμαστε αποστολή του National Geographic. Ή, πιο σωστά, της πιο φιλόδοξης υποομάδας, εκείνων που κάνουν “αναβάσεις” μεταξύ πρωινού μπουφέ και σπα.

Αλλά και ποιος νοιάζεται. Εκείνη τη στιγμή, όλοι πιστεύαμε πως ίσως, ίσως αυτή η πτήση να φτάσει κάπου ψηλά. Πιο ψηλά απ’ ό,τι ονειρευτήκαμε. Ίσως να μας παραχωρήσει το βουνό ένα νεύμα, μια χάρη, ένα άνοιγμα μέσα από τα σύννεφα. Για λίγα λεπτά. Όσο διαρκεί μια φωτογραφία.

Η πρώτη ανακοίνωση του κυβερνήτη έπεσε πάνω μας σαν πρωινό ντους με χαλασμένο θερμοσίφωνα.

«Ο καιρός δεν είναι καλός. Κατά ενενήντα εννιά τοις εκατό, δεν θα πετάξουμε», ακούστηκε από τα μεγάφωνα, με τον τόνο ενός ανθρώπου που έχει πει αυτή τη φράση τόσες φορές, που πια δεν έχει την παραμικρή ελπίδα ότι θα διαψευστεί.

Η ατμόσφαιρα στην καμπίνα ήταν βαριά, σαν τα σύννεφα που μας τύλιγαν. Δεν βλέπαμε τίποτα και ούτε ξέραμε τι να περιμένουμε.

Ένιωθα σαν να βρισκόμουν σε τελετή που απειλείται με ακύρωση από τον καιρό. Όλα είχαν στηθεί, όλα ήταν έτοιμα, εκτός από την έγκριση των ουρανών.

Ο Χίλαρι στο Έβερεστ

Και τότε, σαν να είχε γραφτεί από κάποιον που ξέρει να κάνει σασπένς, στις επτά και τριάντα ακριβώς, το μεγάφωνο αντήχησε ξανά. Αυτή τη φορά μ’ έναν ενθουσιασμό συγκρατημένο, αλλά σχεδόν ποιητικό:

«Η πτήση θα γίνει. Ο ουρανός άνοιξε για λίγο».

Το πλήρωμα εδάφους κοίταζε προς τα πάνω σαν να είχαν δει ένα θαύμα ή τουλάχιστον, ένα διάλειμμα στον βαρύ μονόλογο των σύννεφων.

Σαν να μας περίμεναν.

Το αεροπλάνο, ένα μεταλλικό έντομο με φτερά ελπίδας και φινιστρίνια-μάτια γεμάτα προσμονή, άρχισε να παίρνει ύψος.

Ανεβαίναμε κι εμείς μαζί του, όχι μόνο σε ύψος, αλλά και σε προσδοκία.

Ο φόβος ήταν εκεί, μπερδεμένος με τον ενθουσιασμό, δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιο από τα δύο σε καθοδηγούσε.

Δεν θυμάμαι να είχα ξαναζήσει τόσο παράξενο μείγμα φόβου και προσμονής. Μια ένταση που δεν ήξερα αν έπρεπε να την απολαύσω ή να την αποφύγω.

Με τις φωτογραφικές μηχανές περασμένες στον λαιμό σαν μετάλλια άνευ επιτεύγματος, κοιταζόμασταν μεταξύ μας.

Μια ομάδα ταξιδιωτών που ήθελαν απλώς να απαθανατίσουν το ανέφικτο.

Ο καθένας μας είχε έρθει εδώ με μια ιδέα ρομαντισμού, ν’ αγγίξει με τον φακό του το φευγαλέο μεγαλείο.

Ή, πιο ειλικρινά, να βγάλουμε τουλάχιστον μία φωτογραφία που θα ζήλευε και ο πιο δύσπιστος γνωστός μας.

Αλλά τίποτα.

Ανεβαίναμε για πολλή ώρα μέσα σε ένα πηχτό γκρι που έμοιαζε με το εσωτερικό ενός ξεχασμένου σύννεφου.

Μόνο η βροχή ζωγράφιζε το τζάμι, λεπτές σταγόνες που κυλούσαν όπως οι πινελιές ενός αφηρημένου καλλιτέχνη.

Καμία κορυφή, καμία λάμψη, καμία υπόσχεση.

Δεν θυμάμαι πόση ώρα πέρασε. Στα μεγάλα ύψη, ο χρόνος μοιάζει να μπερδεύεται με το υψόμετρο.

Ο Χίλαρι στο Έβερεστ

Κάποια στιγμή πίστεψα πως είχαμε σταματήσει να ανεβαίνουμε. Ή, ακόμη χειρότερα, πως είχαμε αρχίσει ήδη την επιστροφή.

Οι σιωπηλοί συνεπιβάτες μου είχαν το ίδιο βλέμμα. Εκείνο που φοράς όταν χάνεις κάτι προτού καν το αντικρίσεις.

Κανείς δεν μιλούσε.

Όλοι κοιτούσαμε τις φωτογραφικές μας μηχανές, που πλέον κρέμονταν άβολα, χωρίς σκοπό.

Ήταν σαν να λέγαμε:

“Τζάμπα η προσπάθεια. Και ήρθαμε από την άλλη πλευρά του κόσμου για να τραβήξουμε σύννεφα. Που έχουμε και στη Θεσσαλονίκη, ευχαριστούμε πολύ”.

Και τότε, η ιστορία πήρε μια απροσδόκητη στροφή.

Η πόρτα του πιλοτηρίου άνοιξε, και μαζί της κάτι άλλαξε στον αέρα.

Η αεροσυνοδός, μια φιγούρα κομψής διακριτικότητας, που δεν ήξερες ποτέ αν χαμογελά επειδή πρέπει ή επειδή ξέρει κάτι παραπάνω, στάθηκε μπροστά μου μ’ ένα χαμόγελο που έφτανε απ’ το ένα αυτί ως το άλλο.

Δεν είπε λέξη. Και δεν χρειαζόταν.

Απλώς έσκυψε ελαφρώς, με κοίταξε στα μάτια με εκείνο το βλέμμα που συνδυάζει επαγγελματισμό και κάτι σαν μυστικό και με κάλεσε με μια χειρονομία να λύσω τη ζώνη μου.

Πριν προλάβω να κάνω οποιαδήποτε δεύτερη σκέψη, πιο πολύ από απορία παρά από κατανόηση, την έλυσα.

Η ίδια με πήρε απαλά από το χέρι και με τον αέρα μιας χορεύτριας που γνωρίζει καλά το επόμενο βήμα, με οδήγησε προς τον ουρανό.

Ή μάλλον, προς το πιλοτήριο.

Η πόρτα άνοιξε και ο κυβερνήτης γύρισε προς το μέρος μου μ’ ένα χαμόγελο ήσυχο, σχεδόν συνωμοτικό, σαν να μου αποκάλυπτε ένα μυστικό.

«Έχεις δυο λεπτά», είπε απλά, σαν να μου χάριζε κάτι πολύτιμο και εύθραυστο.

Σαν να άνοιγε ο ουρανός για λίγο, μόνο για μένα.

Κι εγώ, πρόθυμος, σχεδόν με την αθωότητα παιδιού που του επιτρέπουν να πατήσει το κουμπί στο ασανσέρ, σήκωσα το κεφάλι.

Και τότε, είδα.

Δεν ήταν ακριβώς θέα. Ήταν αποκάλυψη.

Ο Χίλαρι στο Έβερεστ

Ολόκληρη η οροσειρά των Ιμαλαΐων ξεδιπλώθηκε μπροστά μου σαν αρχαίο χειρόγραφο

ραμμένο με χιόνι και σιωπή.

Οι κορυφές φανερώνονταν αργά, σχεδόν διστακτικά, σαν να ξυπνούσαν για λίγο από έναν αιώνιο ύπνο.

Ήταν σαν να μου συστήνονταν μία-μία:

“Χαίρε, είμαι η Κανγκτσεντζούνγκα, με ξέρεις;

“Γεια, είμαι ο Λότσε, παρακαλώ να με φωτογραφίσεις απ’ το καλό μου προφίλ”.

Και μετά, εκείνη.

Η κορυφή. Το Έβερεστ. Η επιτομή του ακατόρθωτου.

Μια αιχμή που δεν χρειάζεται να φωνάξει, γιατί απλώς είναι.

Ο κυβερνήτης, σαν να διάβασε τη σκέψη μου ή σαν να ήθελε να βάλει σφραγίδα στο θαύμα, μου φώναξε πάνω απ’ το βουητό των κινητήρων:

«Το Έβερεστ».

Ένιωσα σαν να μου έδειχνε ένα πολύτιμο ιερό αντικείμενο. Σαν να μου ψιθύριζε ένα όνομα που δεν λέγεται δυνατά.

Και τότε τον είδα.

Εκεί, στην απόλυτη κορυφή του κόσμου, στεκόταν ο Σερ Έντμουντ Χίλαρι.

Χαμογελούσε ήσυχα, με εκείνη τη σιγουριά που έχουν όσοι έχουν σταθεί στο χείλος της αιωνιότητας κι έχουν επιβιώσει.

Μου έκανε ένα μικρό, διακριτικό χαιρετισμό.

Κι εγώ, αντανακλαστικά, σχεδόν τελετουργικά, σήκωσα τη μηχανή και τον φωτογράφησα.

Ή έτσι μου φάνηκε.

Αν τελικά δεν ήταν ο Χίλαρι αλλά ένα παιχνίδι του φωτός και της επιθυμίας, δεν έχει καμία σημασία.

Τον είδα.

Και για λίγο, πολύ λίγο, ήμουν εκεί. Μαζί του. Μαζί τους. Στον αέρα, στο φως, στον παράδεισο.

Είχα δει τον κόσμο από πάνω. Και για πρώτη φορά, τον είχα πιστέψει.

Ο Χίλαρι στο Έβερεστ

Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Τι να έλεγα;

Ήταν απλώς μια φωτογραφία.

Μήνες μετά το ταξίδι, καθώς ξεδιάλεγα εικόνες στον υπολογιστή για την έκθεση ταξιδιωτικής φωτογραφίας που θα ετοιμάζαμε με τη σύζυγό μου, το βλέμμα μου σταμάτησε.

Και τότε πάγωσα.

Ήταν μία από τις φωτογραφίες της πτήσης πάνω από τα Ιμαλάια.

Κι εκεί, στο βάθος του κάδρου, πάνω στο λευκό του Έβερεστ, μια σκιά καθαρή, ευκρινής, σχεδόν απίστευτη.

Η φιγούρα ενός ανθρώπου.

Όχι θολή, όχι τυχαία.

Στεκόταν εκεί, στην άκρη της κορυφής, με το σώμα όρθιο, ακίνητο, αινιγματικό.

Σαν να μας περίμενε.

Σαν να μην έφυγε ποτέ από εκεί.

Δεν είπα τίποτα. Ούτε τότε, ούτε τώρα.

Ίσως ήταν απλώς ένα παιχνίδι του φωτός και της φαντασίας.

Ίσως ήταν εκείνος.

Και μόνο που τον είδα, αρκεί.

Ο Χίλαρι στο Έβερεστ

*Από τη συλλογή Το δώρο της μπλε πόλης.

**Ο Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).

Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.

Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.

Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στο βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στη Θεσσαλονίκη.
Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό. 

**Η Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.

Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.

Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.

Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Η αγάπη της για τη φωτογραφία συνδυάζεται με το πάθος της για τα ταξίδια και με τον σύζυγό της περιηγούνται σε διάφορα μέρη του κόσμου.