TRAVEL

Ο ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΖΟΡΜΠΑ ΣΤΑ ΣΚΟΠΙΑ

Ο Γιώργος Στάμκος, με αφορμή τον Νίκο Καζαντζάκη, περιγράφει τα νεκροταφεία ως «πέτρινες βιβλιοθήκες» και παραθέτει το ρητό για τη φώτιση.

Το άρθρο φωτίζει τη βαθιά και δημιουργική φιλία ανάμεσα στον Νίκο Καζαντζάκη και τον Γιώργο Ζορμπά, ξεκινώντας από τον τάφο του τελευταίου στα Σκόπια και ακολουθώντας τη ζωή του από τη Χαλκιδική έως το Άγιον Όρος. Μέσα από το ιστορικό και ανθρώπινο αυτό ταξίδι, αναδεικνύεται πώς ο Ζορμπάς ενέπνευσε τον Καζαντζάκη να αγαπήσει τη ζωή και να αψηφήσει τον θάνατο, μετατρέποντάς τον σε έναν από τους πιο καθοριστικούς ψυχικούς του οδηγούς.

Πιο αναλυτικά

Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Λέξεις / Εικόνες: Γιώργος Στάμκος

«Το αληθινό νόημα της φώτισης είναι να κοιτάς όλη τη σκοτεινιά με φωτεινά μάτια.» Νίκος Καζαντζάκης

Τα νεκροταφεία είναι μεγάλες «πέτρινες βιβλιοθήκες», και πάνω στις λιγοστές λέξεις που είναι γραμμένες στην κάθε πέτρα ή μάρμαρο, μπορείς να διαβάσεις την πιο συμπυκνωμένη καταγραφή της ιστορίας της ζωής ανθρώπων που δεν υπάρχουν πια. Ένα ονοματεπώνυμο, δύο χρονολογίες με μια παύλα (-) ανάμεσά τους και, σε σπάνιες περιπτώσεις, μια λακωνική επιγραφή.

Όλα τα βιώματα, τη σοφία και τα μυστικά, που είχε ο κάθε άνθρωπος, τα πήρε μαζί του φεύγοντας. Κάποιες φόρες, όμως, ακόμη κι αυτή η μικρή περίληψη στο ψυχρό μάρμαρο, από έναν άνθρωπο που δεν ζει πια, αρκεί για να «ανάψει το φιτίλι» μιας πυρετώδους αναζήτησης, ενεργοποιώντας μια αλυσιδωτή αντίδραση από συναισθήματα, σκέψεις κι εμπνεύσεις.

Σε έναν λιτό οικογενειακό τάφο, που ανήκει στην οικογένεια Γιάντα (JADA) και βρίσκεται στο νεκροταφείο Μπούτελ, στα βόρεια προάστια της πόλης των Σκοπίων, διακρίνεται ένα ονοματεπώνυμο, γραμμένο στα κυριλλικά: ГЕОРГИОС ЗОРБАС (1865–1941). Το όνομα αυτό, όπως και ο οικογενειακός τάφος, που είναι ένας ανάμεσα σε χιλιάδες μέσα σ’ αυτή την αχανή νεκρόπολη της πρωτεύουσας της Βόρειας Μακεδονίας, θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο, αν δεν άνηκε σε έναν άνθρωπο που ενέπνευσε, όσο κανένας άλλος, έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, φιλοσόφους και στοχαστές του 20ου αιώνα: τον Νίκο Καζαντζάκη (1883-1957).

«Στη ζωή μου, οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα· από τους ανθρώπους, ζωντανούς και πεθαμένους, πολύ λίγοι βοήθησαν τον αγώνα μου. Όμως, αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι αφήκαν βαθύτερα τ’ αχνάρια τους στην ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τον Όμηρο, το Νίτσε, τον Μπέρξονα, τον Βούδα και το Ζορμπά.

Ο πρώτος στάθηκε για μένα το γαληνό κατάφωτο μάτι, σαν το δίσκο του ήλιου, που φωτίζει με απολυτρωτική λάμψη τα πάντα· ο Βούδας, το άπατο κατάμαυρο μάτι όπου πνίγεται και λυτρώνεται ο κόσμος· ο Μπέρξονας με αλάφρωσε από μερικά άλυτα φιλοσοφικά ρωτήματα που με τυραννούσαν στα πρώτα νιάτα˙ ο Νίτσε με πλούτισε με καινούριες αγωνίες και μ’ έμαθε να μετουσιώνω τη δυστυχία, την πίκρα, την αβεβαιότητα σε περηφάνια˙ κι ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’ αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο», γράφει ο Καζαντζάκης στον Πρόλογο του βιογραφικού του βιβλίου Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά.

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο τάφος του Ζορμπά στα Σκόπια

Τι να πει ένας διανοούμενος σ’ έναν Δράκο;

Πώς δέθηκε τόσο βαθιά ένας τριαντάρης Κρητικός διανοούμενος, ο οποίος είχε γράψει μάλιστα και διατριβή για τον Γερμανό φιλόσοφο Φρειδερίκο Nίτσε, μ’ έναν πενηντάρη εργάτη από τη Μακεδονία, που ίσα-ίσα ήξερε μερικά κολλυβογράμματα; Με έναν άνθρωπο που από τη μια ήταν γλεντζές, γυναικάς και «πρωτόγονος» κι από την άλλη δουλευτάρης, οικογενειάρχης, κι ευαίσθητος παίκτης σαντουριού; Με κάποιον που, φαινομενικά τουλάχιστον, εκπροσωπούσε διαμετρικά αντίθετες αξίες για έναν διανοούμενο συγγραφέα, όπως ο Καζαντζάκης;

Κι όμως! Φαίνεται πως μια αιθέρια συγκολλητική ουσία συνέδεσε τους δύο άνδρες. Η σχέση τους ήταν εξαρχής δημιουργικά εκρηκτική και δεν άργησε να εξελιχθεί σε μια δυνατή και αληθινή φιλία. Μπορεί να έβλεπαν τη ζωή και τον κόσμο με διαφορετική ματιά και να διαφωνούσαν, αλλά ακριβώς αυτό δημιουργούσε μια τρομερή «διαφορά δυναμικού» χάρη στην οποία εκλυόταν μια απίστευτη δημιουργική ενέργεια.

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο τάφος του Ζορμπά στα Σκόπια

Ο πιο μεταφρασμένος, πολυδιαβασμένος και επιδραστικός Έλληνας συγγραφέας του προηγούμενου αιώνα, παραδέχθηκε πως «αν ήταν να διάλεγα σήμερα έναν ψυχικό οδηγό, έναν γκουρού, που λένε οι Ινδοί, ή έναν “γέροντα”, που λένε στο Άγιον Ορός, θα διάλεγα τον Ζορμπά».

Από την πλευρά του ο Ζορμπάς εξομολογήθηκε στον Καζαντζάκη: «Αφεντικό, άνθρωπο δεν αγάπησα σαν εσένα».

«Η φιλία τους ήταν κάτι το τρομερό. Ήταν ένας διανοούμενος που τα έχασε όταν συνάντησε έναν εργάτη, γιατί του μάθαινε πολλά πράγματα για τη ζωή. Ήθελε να είναι και ο ίδιος Ζορμπάς, δεν μπορούσε όμως», εξηγεί ο Γιωργος Στασινάκης, συγγραφέας του βιβλίου Καζαντζάκης και Ζορμπάς: Μια Αληθινή Φιλία.

Αν το Καταφύγι Πιεριών, όπου γεννήθηκε το 1865, ήταν η αφετηρία της διαδρομής του Γιώργου Ζορμπά, η Χαλκιδική ήταν ο τόπος όπου έζησε μερικά από τα πιο κρίσιμα χρόνια της ζωής του. Εργάστηκε στα ορυχεία της Στρατονίκης (Ίσβορο), μαθαίνοντας όλες τις δουλειές του μεταλλείου. Εκεί ερωτεύτηκε την Ελένη, τη δεκαπεντάχρονη κόρη του αρχιεργάτη Γιάννη Καλκούνη, που τον είχε δεξί του χέρι. Την άφησε έγκυο σε μια εποχή που τα ήθη ήταν πολύ αυστηρά και τέτοιες προσβολές δεν συγχωρούνταν εύκολα. Μόνο ένας γάμος μπορούσε να τις «ξεπλύνει». Αντιμέτωπος με την οργή του πεθερού του ο Ζορμπάς «έκλεψε» την Ελένη και μαζί την πήγε στο Παλαιοχώρι Χαλκιδικής, όπου ένας παπάς τους πάντρεψε κρυφά.

Το ζευγάρι έζησε κάποια χρόνια ευτυχισμένο και δημιούργησε μεγάλη οικογένεια, αποκτώντας οκτώ παιδιά ή τόσα τουλάχιστον επέζησαν. Ο πολυτεχνίτης Ζορμπάς εργάστηκε ως σιδεράς, περιδιαβαίνοντας τα χωριά της Χαλκιδικής, με κύριο μέλημά του να θρέψει την πολυμελή του οικογένεια. Ωστόσο το 1909 μια τραγωδία του κτυπά την πόρτα. Η αγαπημένη του Ελένη πεθαίνει και ξαφνικά μένει χήρος, και μόνος με τα ανήλικα παιδιά του. Οκτώ στόματα για να θρέψει και να φροντίσει. Τρία χρόνια αργότερα ακολουθούν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913), που φέρουν κοσμογονικές αλλαγές. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποσύρεται από τα Βαλκάνια, η Μακεδονία, που περνά στην κυριαρχία της Ελλάδας, γίνεται τόπος πολεμικών συγκρούσεων και τα μεταλλεία Χαλκιδικής κλείνουν, με τον Ζορμπά να μένει χωρίς δουλειά. Αναγκάζεται τότε να καταφύγει στο γειτονικό Άγιον Όρος όπου θα εργαστεί ως ξυλοκόπος στις δασωμένες πλαγιές του Άθωνα.

Η σχέση του με τη μοναστική πολιτεία δεν ήταν τυχαία. Και ο πατέρας του, Φώτης, όταν έχασε τη γυναίκα του Ευγενία -και μητέρα του Ζορμπά- ζήτησε καταφύγιο στο Άγιον Όρος κι έγινε καλόγερος με το όνομα Φιλάρετος. Μήπως αυτό ήθελε να κάνει κι ο Ζορμπάς; Να αποσυρθεί εντελώς από τα εγκόσμια;

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο τάφος του Ζορμπά στα Σκόπια

Τέτοιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, όταν το 1915 συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον Νίκο Καζαντζάκη. Ο συγγραφέας ταξίδευε εκείνη την εποχή μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό ανά την Ελλάδα για ν’ αποκτήσει, όπως έλεγε, «συνείδηση της γης και της φυλής του».

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο τάφος του Ζορμπά στα Σκόπια

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν γι’ αυτόν οι Νέες Χώρες, που μόλις απελευθερώθηκαν από τον οθωμανικό ζυγό. Νέες Χώρες ίσως σήμαιναν και νέες ευκαιρίες για τον Καζαντζάκη που περνούσε τότε μία φάση τυχοδιωκτισμού.

Ο Νίκος Καζαντζάκης και ο τάφος του Ζορμπά στα Σκόπια

Μάλιστα, τον Οκτώβριο του 1915, είχε υπογράψει συμβόλαιο στη Θεσσαλονίκη με κάποιον Ιωάννη Σκορδίλη για τη δημιουργία μιας επιχείρησης ξυλείας. Πηγαίνοντας στο Άγιον Όρος αναζητούσε πνευματικότητα αλλά κι εργάτες για τη «μεγάλη επιχείρηση» που ετοίμαζε. Εκεί συνάντησε τον Ζορμπά, που ήταν ήδη πενήντα ετών. Τον τράβηξε η ιδιοσυγκρασία και οι παραξενιές του. Ο Ζορμπάς ξεχώριζε σαν ψηλό στάχυ μέσα από την ανθρωποθάλασσα του φόβου και της μετριότητας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

* Ο Γιώργος Στάμκος είναι συγγραφέας. Ζει και δημιουργεί στη Θεσσαλονίκη και ταξιδεύει συχνά στη βαλκανική ενδοχώρα.

** Το κείμενο αυτό είναι προδημοσίευση από το κεφάλαιο “Νίκος Καζαντζάκης: Στα Ανηφορικά Μονοπάτια της Έμπνευσης ” του καινούργιου βιβλίου του Γ. Στάμκου με τίτλο 99% Έμπνευση, το οποίο κυκλοφορεί το φθινόπωρο από τις εκδόσεις The Law of Success Publishing.