ΤΟΛΗΣ ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΣ: ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗ, ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ, ΤΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ, ΤΑ ΧΡΕΗ ΚΑΙ ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΦΟΡΙΑΣ

Πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του Τόλη Βοσκόπουλου, το άρθρο σκιαγραφεί τη διαδρομή ενός αληθινού σταρ του ελληνικού τραγουδιού, που από τα δύσκολα παιδικά χρόνια στην Κοκκινιά έφτασε να γίνει ο «Πρίγκιπας» της νύχτας, με τεράστιες επιτυχίες, λατρεία του κοινού και θυελλώδεις έρωτες που απασχόλησαν όσο και η καριέρα του. Παρά τη δόξα και τα μεγάλα κασέ, η ζωή του σημαδεύτηκε από προσωπικές ανατροπές, οικονομικά προβλήματα και βαριά χρέη προς την εφορία, πριν φύγει από τη ζωή το 2021, αφήνοντας πίσω του έναν μύθο που παραμένει ζωντανός.
Πιο αναλυτικά
Υπάρχουν τραγουδιστές που γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία και καλλιτέχνες που αφήνουν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην ιστορία. Υπάρχει, όμως, και ο Τόλης Βοσκόπουλος. Ένας πραγματικός σταρ, ο οποίος είχε το μοναδικό χάρισμα να μετατρέπει κάθε εμφάνισή του σε μεγάλο γεγονός, κάθε τραγούδι του σε επιτυχία και κάθε ερμηνεία του σε μια μικρή θεατρική παράσταση.
Δεν ήταν τυχαίο που επί δεκαετίες το κοινό τον αποκαλούσε «Πρίγκιπα» του ελληνικού τραγουδιού. Τον τίτλο αυτό δεν του τον χάρισε κανείς. Τον κατέκτησε μόνος του, πάνω στις πίστες, μέσα από αμέτρητες νύχτες γεμάτες πάθος, συγκίνηση και αποθέωση.
Ο Απόστολος Βοσκόπουλος γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1940 στην Κοκκινιά του Πειραιά. Ήταν το δωδέκατο παιδί μιας οικογένειας Μικρασιατών προσφύγων και το μοναδικό αγόρι μετά από έντεκα κορίτσια. Ο πατέρας του διατηρούσε μανάβικο και ήλπιζε ότι ο γιος του θα αναλάμβανε κάποια ημέρα την οικογενειακή επιχείρηση. Ο Τόλης, όμως, είχε χαράξει από πολύ μικρός διαφορετικό δρόμο. Το θέατρο τον μάγεψε και αποφάσισε ότι η δική του ζωή θα βρισκόταν επάνω στη σκηνή.
Ο απόλυτος σταρ και η πρωτοφανής λατρεία του κόσμου
Ο Τόλης Βοσκόπουλος υπήρξε ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένους καλλιτέχνες της ελληνικής νύχτας, με τα υψηλότερα κασέ της εποχής του. Ήταν sex symbol, είδωλο και πρώτη φίρμα για πολλές δεκαετίες, με την τεράστια δημοτικότητά του να κορυφώνεται τη δεκαετία του 1970.

Οι γυναίκες τον λάτρευαν και μαγνητίζονταν από το βλέμμα και τις ερμηνείες του. Στις εμφανίσεις του ξεσπούσαν σε εκδηλώσεις υστερίας, ενώ δεν ήταν λίγες εκείνες που λιποθυμούσαν στα πόδια του. Την ίδια στιγμή, νεαροί θαυμαστές έφταναν στο σημείο να τροχίζουν τους μπροστινούς κοπτήρες των δοντιών τους, προκειμένου να αποκτήσουν τη χαρακτηριστικά «ελκυστική» οδοντοστοιχία του τραγουδιστή.
Τα περιοδικά πουλούσαν χιλιάδες αντίτυπα όταν φιλοξενούσαν τον Τόλη Βοσκόπουλο στα εξώφυλλά τους, είτε για τις καλλιτεχνικές επιτυχίες είτε για την πολυτάραχη προσωπική του ζωή. Ο ίδιος έσπαγε συνεχώς τα ρεκόρ στις πωλήσεις δίσκων και εισιτηρίων.
Έξω από τους κινηματογράφους και τα θέατρα όπου εμφανιζόταν σχηματίζονταν ουρές που περικύκλωναν ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα. Η Αστυνομία συνόδευε την πράσινη Jaguar του, ενώ ο ίδιος αναγκαζόταν ορισμένες φορές να οδηγεί μεταμφιεσμένος, φορώντας περούκα και μουστάκι, ώστε να ξεφεύγει από τη φρενίτιδα των θαυμαστών.

Ένα απόγευμα στη Θεσσαλονίκη, όταν πήγε να παίξει μπιλιάρδο μαζί με τον Στράτο Διονυσίου, περισσότεροι από 17.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν αυθόρμητα έξω από το στέκι για να τον αποθεώσουν. Τελικά, χρειάστηκε η επέμβαση της Αστυνομίας για να απεγκλωβιστεί από τον ασφυκτικό κλοιό.
Στα νυχτερινά κέντρα της παραλιακής όπου τραγουδούσε επικρατούσε το αδιαχώρητο. Η αφρόκρεμα των θαμώνων των μπουζουκιών έδινε πραγματική μάχη για να εξασφαλίσει ένα τραπέζι. Ο Τόλης ήταν ο Τόλης. Ένας και μοναδικός.
Τα δύσκολα πρώτα βήματα
Η τεράστια επιτυχία δεν ήρθε εύκολα ούτε ξαφνικά. Ο Τόλης Βοσκόπουλος πάλεψε πολύ για να καταφέρει να καθιερωθεί.
Ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Μπορεί να μην είχε ιδιαίτερη κλίση στα γράμματα, διέθετε όμως έντονες καλλιτεχνικές ανησυχίες. Ολοκλήρωσε το Γυμνάσιο στην Αίγυπτο, όπου είχε μετακομίσει μία από τις έντεκα αδελφές του.
Σε ηλικία 15 ετών γράφτηκε στη Δραματική Σχολή, ενώ στη συνέχεια έγινε μέλος του μπαλέτου του Γιάννη Φλερύ. Εμφανιζόταν σε μικρούς ρόλους, χωρίς αρχικά να γνωρίζει ιδιαίτερη επιτυχία, και παράλληλα έμαθε μόνος του να παίζει μπουζούκι.
Στα 20 του χρόνια παντρεύτηκε την ηθοποιό Στέλλα Στρατηγού, αδελφή του ηθοποιού Στέφανου Στρατηγού. Οι δυο τους προσπαθούσαν να επιβιώσουν μέσα σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, έχοντας ως βασικό στήριγμα τη σύνταξη της μητέρας της Στέλλας. Οι συνθήκες έντονου άγχους, αϋπνίας και κακής διατροφής επιβάρυναν σοβαρά την υγεία του, με αποτέλεσμα να προσβληθεί από φυματίωση.
Την περίοδο που βρισκόταν στα όρια της εγκατάλειψης κάθε ονείρου για επαγγελματική αποκατάσταση, εμφανίστηκε στη ζωή του σαν από μηχανής θεός η τραγουδίστρια Δούκισσα. Η ερωτική σχέση τους τού άνοιξε τον δρόμο για τις πίστες, τα στούντιο ηχογράφησης και τα κινηματογραφικά πλατό.
Οι δυο τους συμπρωταγωνίστησαν ως κινηματογραφικό ζευγάρι στην ταινία «Καταραμένη ώρα», όπου ερμήνευσαν μαζί το τραγούδι «Έχω μια αρραβωνιάρα», το οποίο έγινε μεγάλη επιτυχία.
Η πρώτη θεατρική εμφάνιση του Τόλη Βοσκόπουλου πραγματοποιήθηκε το 1958. Λίγα χρόνια αργότερα έκανε και τα πρώτα του βήματα στη δισκογραφία. Η μεγάλη ανατροπή στην καριέρα του ήρθε το 1968, με την ιστορική «Αγωνία» του Γιώργου Ζαμπέτα. Το τραγούδι κατέρριψε κάθε εμπορικό ρεκόρ της εποχής, ξεπερνώντας τις 300.000 πωλήσεις.
Από εκείνη τη στιγμή, ο δρόμος της επιτυχίας ήταν πλέον ανοιχτός. Ο Τόλης Βοσκόπουλος μετατράπηκε στον απόλυτο σταρ του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.
Η απρόσμενη γνωριμία με τον Γιώργο Ζαμπέτα
Η φωνή του Τόλη Βοσκόπουλου ήταν εύθραυστη και ελαφρώς ένρινη. Μπορεί να μην είχε το βάθος ενός μεγάλου λαϊκού βάρδου όπως ο Στέλιος Καζαντζίδης, διέθετε όμως μια μοναδική σκηνική ισορροπία ανάμεσα στην πρόζα και την ερμηνεία, η οποία γοήτευε το κοινό. Παράλληλα, έγραφε και ο ίδιος τραγούδια.
Η καθοριστική ευκαιρία παρουσιάστηκε το 1967, στο θέατρο «Φλόριντα» της λεωφόρου Αλεξάνδρας, στο σημείο όπου σήμερα βρίσκεται το ξενοδοχείο «Ρark».
Ο Γιώργος Ζαμπέτας είχε γράψει τη μουσική για την παράσταση «Πέντε πρόσωπα ζητούν μεροκάματο» και προόριζε τη σύνθεση «Μανούλα μου, μανίτσα μου, θα πάρω τη βαλίτσα μου» για τον Γιάννη Πουλόπουλο. Ο Πουλόπουλος, όμως, δεν κατάφερε να συμφωνήσει με τον θίασο και το τραγούδι δόθηκε τελικά στον 27χρονο τότε Τόλη Βοσκόπουλο.
Η «Βαλίτσα» μετατράπηκε σε τεράστια επιτυχία. Ο Ζαμπέτας, εντυπωσιασμένος από την απήχηση και την ερμηνεία του, του εμπιστεύθηκε την επόμενη χρονιά την «Αγωνία». Οι ασύλληπτες πωλήσεις του τραγουδιού εκτόξευσαν τον Βοσκόπουλο στον έναστρο ουρανό της καλλιτεχνικής καταξίωσης. Ένας νέος τροβαδούρος της αγάπης είχε πλέον γεννηθεί.
Ο Βοσκόπουλος δεν περιοριζόταν στο να τραγουδά. Κάθε φορά που ανέβαινε στην πίστα, υποδυόταν έναν ολόκληρο ρόλο. Έκλαιγε, γελούσε, άπλωνε τα χέρια του προς το κοινό, κοίταζε τους ανθρώπους στα μάτια και τους μιλούσε κατευθείαν στην καρδιά.
Δημιούργησε ένα εντελώς προσωπικό ύφος, το οποίο πολλοί επιχείρησαν να μιμηθούν, χωρίς κανείς να καταφέρει πραγματικά να το αντιγράψει.
Στη μακρά πορεία του συνεργάστηκε με ορισμένους από τους σημαντικότερους δημιουργούς της ελληνικής μουσικής, όπως ο Γιώργος Ζαμπέτας, ο Μίμης Πλέσσας, ο Άκης Πάνου, ο Θανάσης Πολυκανδριώτης, ο Μάριος Τόκας και ο Γιώργος Κατσαρός. Παράλληλα, έγραψε δική του μουσική και στίχους, ενώ τραγούδια του ερμηνεύτηκαν από μεγάλα ονόματα της ελληνικής δισκογραφίας.
Η επιτυχία του δεν περιορίστηκε στο τραγούδι. Υπήρξε και ιδιαίτερα επιτυχημένος ηθοποιός, πρωταγωνιστώντας σε θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες που αγαπήθηκαν από το κοινό. Η σπάνια σκηνική του παρουσία τού επέτρεπε να κινείται με την ίδια άνεση ανάμεσα στο θέατρο και το τραγούδι, δύο κόσμοι που για τον ίδιο παρέμεναν πάντα αλληλένδετοι.
Οι θυελλώδεις έρωτες, οι τέσσερις γάμοι και οι επεισοδιακοί χωρισμοί
Η προσωπική ζωή του Τόλη Βοσκόπουλου απασχόλησε την επικαιρότητα όσο ελάχιστων Ελλήνων καλλιτεχνών. Θα μπορούσε άνετα να αποτελέσει το σενάριο μιας κινηματογραφικής ταινίας ή μιας πολυεπεισοδιακής τηλεοπτικής σειράς με έρωτες, πάθη, χωρισμούς και ίντριγκες. Ο Τόλης τα έζησε όλα.
Παντρεύτηκε τέσσερις φορές. Πρώτη σύζυγός του ήταν η Στέλλα Στρατηγού. Ακολούθησε ο θυελλώδης έρωτας με τη Ζωή Λάσκαρη, μια σχέση που πέρασε στην ιστορία της ελληνικής showbiz. Στη συνέχεια παντρεύτηκε και χώρισε από τη Μαρινέλλα, ενώ ακολούθησε ο γάμος του με την Τζούλια Παπαδημητρίου, με την οποία απέκτησε τη Χαρά.

Έζησε επίσης έναν μεγάλο έρωτα με τη Μαριλού Πατρονικόλα, κόρη της Καλλιρόης Πατρονικόλα και ανιψιά του Αριστοτέλη Ωνάση. Παρότι η σχέση τους δεν κατέληξε σε γάμο, βρέθηκε έντονα στο επίκεντρο του κοσμικού Τύπου της δεκαετίας του 1970, καθώς ο Βοσκόπουλος συνδεόταν με μια γυναίκα από μία από τις ισχυρότερες εφοπλιστικές οικογένειες της χώρας.
Το 1996 γνώρισε την Άντζελα Γκερέκου. Οι δυο τους παντρεύτηκαν και απέκτησαν την κόρη τους, Μαρία. Παρέμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του, ξεπερνώντας πολλές δυσκολίες.
Η αδελφή του τραγουδιστή, Παναγιώτα Βοσκοπούλου, αναφέρθηκε στα απομνημονεύματά της στον έρωτα του αδελφού της με τη Ζωή Λάσκαρη, ο οποίος ξεκίνησε ενώ εκείνος ήταν ακόμη παντρεμένος με τη Στέλλα Στρατηγού:
«Τη Λάσκαρη τη γνώρισε όταν έπαιζαν μαζί στο “Μαριχουάνα Στοπ”. Τότε τρελάθηκε ο άνθρωπος. Το παθαίνει αυτό οποιοσδήποτε όταν ερωτευτεί. Αυτό έπαθε όταν γνώρισε τη Ζωή. Και ξέχασε και σπίτι και δουλειά και συνεργάτες και τα πάντα και έφυγε μαζί της. Η Στέλλα η καημένη τότε που έφυγε με τη Δούκισσα, προσπάθησε, έτρεξε, τον “κυνήγησε” και τον κατάφερε να έρθει πίσω. Μα τώρα με τη Λάσκαρη δεν έκανε τίποτα, γιατί κατάλαβε πως ό,τι κι αν έκανε θα ήταν πια μάταιο. Φυσικά και φώναξε και έκλαψε και στενοχωρήθηκε. Μα όταν τελικά χώρισε, έκανε την ανάγκη φιλοτιμία και το ξεπέρασε. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει άλλωστε; Η ζωή συνεχίζεται και είναι τόσο ωραία. Ό,τι πέθανε, πάει πέθανε. Και ο έρωτας του Τόλιου για τη Στέλλα δεν υπάρχει, που θα πει πέθανε. Η Στέλλα το κατάλαβε και το κατάπιε και πια δεν είπε τίποτα άλλο».
Η ολέθρια σχέση του Τόλη Βοσκόπουλου με τη Ζωή Λάσκαρη
Ο Τόλης Βοσκόπουλος και η Ζωή Λάσκαρη έζησαν έναν θυελλώδη έρωτα από το 1970 μέχρι το 1973. Γνωρίστηκαν στα γυρίσματα της ταινίας «Μαριχουάνα Στοπ» του Γιάννη Δαλιανίδη.
Αξέχαστη έχει μείνει η σκηνή στην οποία ο Τόλης Βοσκόπουλος τραγουδά τη μεγάλη επιτυχία του «Το φεγγάρι πανωθέ μου», ενώ η Ζωή Λάσκαρη χορεύει.
Το καλοκαίρι του 1970, ο Γιάννης Δαλιανίδης αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο όνειρό του και να ανεβάσει ένα μουσικό έργο στο θέατρο. Επέλεξε ως πρωταγωνίστρια τη Ζωή Λάσκαρη, στην πρώτη της εμφάνιση σε αθηναϊκή σκηνή, και συγκρότησε ένα εκλεκτό καστ ηθοποιών.
Έτσι ανέβηκε το γνωστό μιούζικαλ «Μαριχουάνα Στοπ», σε μουσική του Μίμη Πλέσσα και με τη συμμετοχή του ειδώλου του λαϊκού τραγουδιού της εποχής, Τόλη Βοσκόπουλου.
Την ίδια χρονιά, οι δυο τους συμπρωταγωνίστησαν στο μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη «Εραστές του ονείρου». Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο Βέμπο στις 20 Μαΐου 1972, σε κείμενο και σκηνοθεσία του Δαλιανίδη.

Οι ουρές του κόσμου ξεκινούσαν από την πλατεία Βάθης και, από την άλλη πλευρά, έφταναν μέχρι την πλατεία Μεταξουργείου. Όλοι ήθελαν να δουν από κοντά το διάσημο ζευγάρι, την ώρα που τα πρωτοσέλιδα γέμιζαν με ατελείωτες ιστορίες για τον έρωτά τους.
Αργότερα, η μεγάλη θεατρική επιτυχία των «Εραστών του ονείρου» μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο από τη Φίνος Φιλμ, γνωρίζοντας επίσης τεράστια απήχηση.
Το παθιασμένο ειδύλλιο του ζευγαριού επισφραγίστηκε πανηγυρικά μπροστά σε ολόκληρη την Ελλάδα, κατά την ασπρόμαυρη τηλεοπτική μετάδοση του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το 1972.
Ο Τόλης Βοσκόπουλος διαγωνιζόταν με τη δική του σύνθεση «Ξανθή αγαπημένη Παναγιά». Κατά τη διάρκεια της ερμηνείας του γονάτισε μπροστά στη Ζωή Λάσκαρη, η οποία βρισκόταν ανάμεσα στο κοινό.
Για τρία χρόνια έζησαν έρωτα, πάθος και λατρεία, αλλά και τρέλα, στενοχώρια και αγωνία. Ο Βοσκόπουλος έβλεπε τη Λάσκαρη σαν θεά. Ήταν για εκείνον η «Ξανθή αγαπημένη Παναγιά».
Η Παναγιώτα Βοσκοπούλου είχε γράψει για τη σχέση τους:
«Καμιά γυναίκα του, εκτός από τη Στέλλα, δεν του έδειξε αυτή την αφοσίωση, αυτή την αγάπη. Τρία χρόνια με τη Λάσκαρη, λοιπόν, έρωτας και πάθος και έκσταση. Οι εραστές του ονείρου. Του ονείρου που τελείωσε και έσβησε τόσο γρήγορα. Αν εξαρτιόταν από αυτόν, αυτό το όνειρο θα μπορούσε να ήταν ατελείωτο και παντοτινό και πραγματικό. Μα αφού άλλα ονειρευόταν αυτός και άλλα μελέταγε εκείνη, το όνειρο πήρε τέλος».
Σύμφωνα με όσα έγραφε ο Τύπος της εποχής, όταν ο Τόλης Βοσκόπουλος και η Ζωή Λάσκαρη χώρισαν το καλοκαίρι του 1973, εκείνος κατέρρευσε ψυχολογικά και απομονώθηκε στις καμπάνες του Αστέρα της Γλυφάδας, προσπαθώντας να ξεπεράσει τον χωρισμό.
Ο Μάκης Δελαπόρτας, ο οποίος έχει γράψει τη βιογραφία της Ζωής Λάσκαρη, είχε αναφέρει:
«Ο Βοσκόπουλος ναύλωνε αεροπλάνο για να πάει να δει την Λάσκαρη στην Θεσσαλονίκη γιατί οι ώρες δεν τον βόλευαν – και φοβόταν πολύ τα αεροπλάνα. Αυτοί οι δυο άνθρωποι δεν άντεξαν να είναι μαζί, περισσότερο από την πλευρά της Λάσκαρη που δεν άντεχε να τους κυνηγάνε οι παπαράτσι παντού, γιατί ο Βοσκόπουλος ήταν στις μεγάλες δόξες του και εκείνη δεν άντεχε αυτό».
Το καλοκαίρι του 1973 ήταν το σκοτεινό καλοκαίρι κατά το οποίο γράφτηκε ο επίλογος της σχέσης τους. Εκείνη την περίοδο, ο Τόλης Βοσκόπουλος είχε προγραμματίσει μια σειρά συναυλιών στη Νέα Υόρκη.
Η αείμνηστη Ματούλα, στενή φίλη και των δύο, είχε αποκαλύψει τι ακριβώς συνέβη:
«Ο Τόλης φοβόταν πολύ τα αεροπλάνα. Δεν ταξίδευε ποτέ. Έτσι αποφασίσαμε να πάμε εγώ, ο Τόλης, η Ζωή Λάσκαρη και η Μάρθα Καραγιάννη με το πλοίο. Το ταξίδι κράτησε 30 μέρες, εκεί ο Τόλης θα έμενε δύο εβδομάδες και μετά θα επέστρεφε πάλι με το καράβι. Η Ζωή όμως έπρεπε να επιστρέψει πιο γρήγορα για να γυρίσει τον “Αστερισμό της Παρθένου”. Επιστρέφει στην Ελλάδα και κατά κάποιον τρόπο εξαφανίζεται».
Ο επαγγελματικός θρίαμβος του Τόλη στη Νέα Υόρκη δεν άργησε να μετατραπεί σε προσωπικό εφιάλτη. Η Ματούλα συνέχισε την αφήγησή της:
«Εγώ ήμουν στην Ρώμη, όσο ο Τόλης ήταν στην Αμερική. Μου τηλεφωνεί μια μέρα η Ζωή Λάσκαρη και μου λέει: “Μάζεψε τα πράγματά σου και έλα επειγόντως στην Αθήνα, αποφάσισα να τελειώσει η ιστορία με τον Τόλη. Πρέπει να έρθεις και να πας στο αεροδρόμιο να τον παραλάβεις”.
Έκανα ό,τι μου είπε η Ζωή. Τον περιμένω στο αεροδρόμιο και τον βλέπω να έρχεται στην αίθουσα σχεδόν συντετριμμένος. Συνέβησαν πολλά και τίποτα. Απλώς η Ζωή αποφάσισε να περάσει στο επόμενο κεφάλαιο της προσωπικής της ζωής και ποτέ δεν είπε στον Τόλη “χωρίζουμε”. Απλώς εξαφανίστηκε, δεν απαντούσε στα τηλέφωνα και εκείνος τρελαινόταν ακόμη περισσότερο. Ακόμη και σε αεροπλάνο μπήκε, που τα έτρεμε, για να έρθει στην Αθήνα και να μάθει τι γίνεται.
Ο φόβος ότι έχανε τη Ζωή υπερνίκησε τη φοβία του για τις πτήσεις, δεν καταλάβαινε τίποτα. Η μόνη, λοιπόν, που θα μπορούσε να τον παραλάβει ήμουν εγώ. Ήμουν η πιο κατάλληλη για να τον παρηγορήσει, να του εξηγήσει, να τον ηρεμήσει. Γιατί κατά τη διάρκεια της σχέσης τους, ήμασταν οι τρεις μας συνέχεια μαζί και έτσι ανέλαβα τον ρόλο να του ανακοινώσω ότι όλα τελείωσαν.
Αμέσως από το αεροδρόμιο πήγαμε στον Αστέρα Βουλιαγμένης, στις καμπάνες στη Γλυφάδα και μείναμε για λίγο καιρό εκεί. Εκείνη την περίοδο μάθαινε νέα της Ζωής, το πώς ήταν και συχνά έκλαιγε σαν μωρό παιδί. Κάθε βράδυ περνούσε με το αυτοκίνητό του έξω από το σπίτι της, καθόταν περίπου μία ώρα από κάτω και έφευγε. Ήταν απαρηγόρητος. Είχε κλειστεί στον εαυτό του και δεν ήθελε να βλέπει άνθρωπο. Η φράση “τα λόγια είναι περιττά” ήταν ένας τίτλος που βγήκε γι’ αυτήν τη σχέση.
Για εμένα ο Τόλης Βοσκόπουλος δυο γυναίκες αγάπησε μόνο. Τη Ζωή Λάσκαρη και την Άντζελα Γκερέκου. Απλώς τη Ζωή τη γνώρισε σε μια εποχή που ήταν και οι δύο πολύ νέοι και είχε κατά κάποιον τρόπο ο δεσμός τους ημερομηνία λήξης».
Η αδελφή του, Παναγιώτα, περιέγραψε επίσης στα απομνημονεύματά της τη συντριβή του:
«Και μια μέρα βρέθηκε ως συνήθως μόνος, πικραμένος, να κλαίει. Ήταν απαρηγόρητος. Είχε κλειστεί στον εαυτό του και δεν ήθελε να βλέπει άνθρωπο. Τόσο πολύ του είχε κοστίσει. Μεταξύ αυτών που του συμπαραστάθηκαν τότε ήταν και η Μαρινέλλα…».
Ο Τόλης Βοσκόπουλος έγραψε τους στίχους και ερμήνευσε μαζί με τη Μαρινέλλα το τραγούδι «Τα λόγια είναι περιττά», σε μουσική του Μίμη Θειόπουλου. Η συνεργασία αυτή αποτέλεσε την αφορμή για να δημιουργηθεί μια νέα ερωτική σχέση, η οποία αργότερα κατέληξε σε γάμο.
Η κοσμικογράφος Κική Σεγδίτσα είχε επίσης μιλήσει για την ψυχολογική κατάσταση του τραγουδιστή μετά τον χωρισμό:
«Όταν ο Τόλης γύρισε από την Αμερική, πήγε στο σπίτι όπου έμεναν με την Ζωή, στους πρόποδες του Λυκαβηττού και το έσπασε ολόκληρο. Έσκισε όλα τα φουστάνια, είχε μίσος. Και μετά εξαφανίστηκε από όλους μας. Μια μέρα τηλεφώνησα στο σπίτι της Ματούλας. Ήταν εκεί, τον βρήκα. Και μου λέει: “Κική, τα διέλυσα όλα. Όλα έγιναν συντρίμμια. Ψυχή μου, αυτό στοίχισε όλη μου τη ζωή!”».
Παρά τον επώδυνο χωρισμό, τα επόμενα χρόνια ο Τόλης Βοσκόπουλος και η Ζωή Λάσκαρη κατάφεραν να διατηρήσουν μια καλή φιλική σχέση. Στις συνεντεύξεις τους μιλούσαν πάντοτε ο ένας για τον άλλον με αγάπη, σεβασμό και θαυμασμό.
Οι μεταγενέστερες επιτυχίες του «Πριν χαθεί το όνειρό μας» και «Του χωρισμού η ώρα», αλλά και η δική του σύνθεση «Αποκοιμήθηκα», την οποία ερμήνευσε ο Στράτος Διονυσίου, θεωρείται ότι «παραπέμπουν» στον πόνο και στους καημούς εκείνου του αξεπέραστου έρωτα.
Ο γάμος και το διαζύγιο με τη Μαρινέλλα
Ο Τόλης Βοσκόπουλος παντρεύτηκε τη 39χρονη τότε Μαρινέλλα τον Δεκέμβριο του 1975. Εκείνη είχε μόλις χωρίσει από τον Φρέντυ Σερπιέρη.
Το μυστήριο πραγματοποιήθηκε στην τραπεζαρία του διαμερίσματος της νύφης, στην οδό Αστυδάμαντος στο Παγκράτι. Στον «κεκλεισμένων των θυρών» γάμο παρευρέθηκαν το ζεύγος Κατσαρού, που έγιναν κουμπάροι, ο Φρέντυ Γερμανός και η αδελφή της Μαρινέλλας με τον σύζυγό της.

Το ζευγάρι μετακόμισε μαζί με την εκτός γάμου κόρη της Μαρινέλλας, Τζωρτζίνα, στη βίλα της Νέας Κηφισιάς, την οποία ο Τόλης είχε αγοράσει από τη Ρένα Βλαχοπούλου.
Οι δυο τους έγιναν ζευγάρι τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη. Έπειτα από οκτώ χρόνια κοινής πορείας, όμως, αποφάσισαν να χωρίσουν.
Όταν ο Τόλης Βοσκόπουλος έφυγε από το σπίτι, πήρε μαζί του μόνο δύο χιλιάρικα για βενζίνη και μια γαστρορραγία από τη στενοχώρια. Δώρα, σπίτια, εξοχικά και κότερο τα άφησε στη Μαρινέλλα.
Την περίοδο εκείνη εγκαταστάθηκε στην καμπάνα 304 του «Αστέρα», η οποία επρόκειτο να γίνει το σπίτι του για τα επόμενα δέκα χρόνια.
Ο επιστήθιος φίλος της Μαρινέλλας και συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο «Στούντιο 4»:
«Η σχέση της Μαρινέλλας με τον Βοσκόπουλο ήταν ένα μεγάλο λάθος».
Ο γάμος με την Τζούλια Παπαδημητρίου και ο μακροχρόνιος δικαστικός αγώνας
Ένα βράδυ στο νυχτερινό κέντρο «Ακρωτήρι», ο Τόλης Βοσκόπουλος γνώρισε την 26χρονη Τζούλια Παπαδημητρίου και σύντομα έγιναν ζευγάρι.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1985, αρραβωνιάστηκαν στο σπίτι του Γιώργου Κατσιφάρα στη Φιλοθέη. Στην τελετή παρέστη συμβολικά ως κουμπάρος ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου, σε μια εποχή κατά την οποία ο τραγουδιστής τού αφιέρωνε το «Ανεπανάληπτος».
Το ζευγάρι παντρεύτηκε τον Νοέμβριο του 1990, έπειτα από μακροχρόνια συμβίωση. Εκείνη την περίοδο, η κόρη τους, την οποία ο Τόλης είχε ήδη αναγνωρίσει ως παιδί του και είχε βαφτίσει Χαραλαμπία προς τιμήν του πατέρα του, πλησίαζε τα πέντε χρόνια.
Ο γάμος πραγματοποιήθηκε στο εκκλησάκι των Ταξιαρχών στη Στησιχόρου. Κουμπάροι ήταν ο Θόδωρος και η Σάσα Βαρδινογιάννη, ενώ παρανυφάκι ήταν η μικρή Χαρά.

Μεταξύ των καλεσμένων βρίσκονταν η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Κώστας Βουτσάς, ο Γιάννης Πάριος, ο Θανάσης Πολυκανδριώτης, επιχειρηματίες, συγγενείς και στενοί φίλοι του ζευγαριού.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το ζευγάρι εγκατέλειψε τον «Αστέρα» και εγκαταστάθηκε σε διαμέρισμα της οδού Στησιχόρου, πίσω από το Προεδρικό Μέγαρο.
Κατά τη διάρκεια της σχέσης τους και συγκεκριμένα στις 8 Φεβρουαρίου 1986, η Τζούλια Παπαδημητρίου γέννησε τη Χαρά, η οποία αρχικά παρουσιαζόταν ως «καρπός της εκτός γάμου σχέσης τους».
Τρεις ημέρες μετά τη γέννηση, στις 11 Φεβρουαρίου 1986, ο Τόλης Βοσκόπουλος μετέβη σε συμβολαιογράφο των Αθηνών και προχώρησε στην εκούσια αναγνώριση της Χαράς ως δικού του παιδιού.
Για τέσσερα χρόνια η ζωή τους έμοιαζε ονειρική. Τα καλοκαίρια διατηρούσαν μόνιμη καμπάνα στον «Αστέρα», ενώ ο Τόλης εμπιστευόταν πλήρως τα οικονομικά του στη γυναίκα της ζωής του, όπως επρόκειτο να πει όταν η Τζούλια τού ζήτησε να χωρίσουν, σύμφωνα με τον δικηγόρο Αλέξη Κούγια.
Στο μεταξύ, η σχέση τους είχε αρχίσει να επιδεινώνεται σοβαρά. Οι διαφωνίες και οι αλλεπάλληλοι καβγάδες ήταν καθημερινοί. Ο Τόλης υποστήριζε ότι η σύζυγός του και η οικογένειά της, με επικεφαλής την πεθερά του Ναυσικά, τον εκμεταλλεύονταν οικονομικά.
Ακολούθησαν αγωγές και μηνύσεις για υπεξαιρέσεις, απάτες και πλαστογραφίες. Η κατάσταση κατέβαλε ψυχολογικά τον τραγουδιστή, ο οποίος προτίμησε να σιωπήσει, ακολουθώντας τους στίχους του τραγουδιού «Οι άντρες δεν μιλούν πολύ», σε δικούς του στίχους και μουσική του Θανάση Πολυκανδριώτη.
Η συνέχεια υπήρξε τραγική. Οι ομηρικοί καβγάδες του Τόλη Βοσκόπουλου και της Τζούλιας Παπαδημητρίου μεταφέρθηκαν το 1995 στα τηλεοπτικά παράθυρα των δελτίων ειδήσεων.
Ο Νίκος Ευαγγελάτος, τότε παρουσιαστής στον ΣΚΑΪ, βρέθηκε πολλές φορές σε αμήχανη θέση, προσπαθώντας στον αέρα να διαχειριστεί και να λύσει τις διαφορές του ζευγαριού. Η τηλεθέαση άγγιζε σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και το 70%.
«Έχω μάρτυρες για αυτά που λέω», δήλωνε η Τζούλια Παπαδημητρίου.
«Και εγώ έχω όλη την Ελλάδα», της απαντούσε ο Τόλης Βοσκόπουλος.
Ο Αργύρης Παπαργυρόπουλος και ο Μάκης Ψωμιάδης, δύο επιχειρηματίες με τους οποίους είχε συνεργαστεί ο Τόλης Βοσκόπουλος και οι οποίοι ήταν προσωπικοί του φίλοι, εμφανίστηκαν πολλές φορές μπροστά στις κάμερες για να τον υπερασπιστούν. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ήρθαν και οι ίδιοι σε έντονη αντιπαράθεση με την Τζούλια Παπαδημητρίου στον αέρα των δελτίων.
Η οικογενειακή διαμάχη μετατράπηκε σε δημόσιο θέαμα για τηλεοπτικούς σταθμούς, εφημερίδες και περιοδικά.
«Θέλω να βλέπω το παιδάκι μου έστω και μισή ώρα την εβδομάδα, μου το στερούν και αυτό», έλεγε ο Τόλης Βοσκόπουλος στους δημοσιογράφους, υπό την επήρεια αλκοόλ, κλαίγοντας μπροστά στις κάμερες και έχοντας πρησμένα μάτια.
Μετά τη λύση του γάμου τους το 1996, η επιμέλεια της Χαράς ανατέθηκε στη μητέρα της με απόφαση του Αρείου Πάγου.
Όπως αναφέρεται σε απόφαση του Αρείου Πάγου, ο Τόλης πληροφορήθηκε από τη μικρότερη αδελφή του, την ηθοποιό Γκάρυ Βοσκοπούλου, ότι «δεν είναι βιολογικός πατέρας της Χαράς και ότι αυτή δεν γεννήθηκε από τη σχέση του με την Τζούλια Παπαδημητρίου, αλλά από τεχνητή γονιμοποίηση με ξένο σπερματοζωάριο αγνώστου άνδρα».
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ένας πολυετής δικαστικός αγώνας από την πλευρά του τραγουδιστή, με αίτημα την ακύρωση της αναγνώρισης της Χαράς.
Αρχικά, η Τζούλια Παπαδημητρίου υποστήριξε ενώπιον της Δικαιοσύνης ότι είχε παρέλθει η προβλεπόμενη διετής αποσβεστική προθεσμία. Ο ισχυρισμός της, ωστόσο, απορρίφθηκε ως αβάσιμος.
Το δικαστήριο έκρινε ότι η πλάνη του τραγουδιστή εξακολουθούσε να υφίσταται και μετά την πάροδο της διετίας, καθώς ο ίδιος πληροφορήθηκε μόλις τον Σεπτέμβριο του 2005 από την αδελφή του ότι ενδεχομένως δεν ήταν ο βιολογικός πατέρας της Χαράς.
Στη συνέχεια, ο Βοσκόπουλος επιχείρησε μέσω του δικηγόρου του να έρθει σε εξωδικαστική συνεννόηση με την πρώην σύζυγό του, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες αιματολογικές εξετάσεις και να διαπιστωθεί, μέσω DNA, αν ήταν ο βιολογικός πατέρας της Χαράς.
Οι δύο πλευρές συμφώνησαν ότι η Τζούλια και η Χαρά θα προσέρχονταν το μεσημέρι της 26ης Ιανουαρίου 2006 για τις εξετάσεις. Τελικά, όμως, δεν εμφανίστηκαν.
Ο Τόλης Βοσκόπουλος προσέφυγε τότε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζητώντας να ακυρωθεί η εκούσια αναγνώριση της Χαράς, λόγω «πλάνης του που εμφιλοχώρησε μεταξύ της δηλώσεως και της βουλήσεώς του ως προς την ιδιότητά του ως φυσικού πατέρα της τελευταίας».
Το δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης σε εργαστήριο ανάλυσης DNA ή RNA, ώστε να αποδειχθεί αν ο Τόλης ήταν ο φυσικός πατέρας της Χαράς.
Ορίστηκε νέα ημερομηνία για τον εργαστηριακό έλεγχο, αλλά μητέρα και κόρη δεν εμφανίστηκαν ούτε στο δεύτερο ραντεβού. Το ίδιο συνέβη και στο τρίτο ραντεβού με τον πραγματογνώμονα.
Στο τελευταίο ραντεβού, μία γυναίκα τηλεφώνησε στον πραγματογνώμονα, συστήθηκε ως δικηγόρος της Χαράς και ζήτησε να αλλάξει η ημερομηνία της αιμοληψίας, υποστηρίζοντας ότι η Χαρά βρισκόταν στο εξωτερικό.
Μετά τις εξελίξεις αυτές, ο τραγουδιστής προσέφυγε εκ νέου στη Δικαιοσύνη.
Με αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι «εφόσον η δήλωση εκούσιας αναγνωρίσεως τέκνου που γεννήθηκε χωρίς γάμο είναι προϊόν ουσιώδους πλάνης της βούλησης του δηλούντος, ο τελευταίος δικαιούται ακόμη κι αν τέλεσε γάμο με τη μητέρα του τέκνου να ζητήσει την ακύρωση της εκούσιας αναγνωρίσεως, χωρίς η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος να αντιβαίνει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το νομικό καθεστώς των τέκνων που γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων τους».
Το Εφετείο κήρυξε τελικά άκυρη την πράξη εκούσιας αναγνώρισης της Χαράς. Οι δικαστές δέχθηκαν ότι ο Τόλης Βοσκόπουλος είχε παραπλανηθεί όταν υπέγραφε την πράξη αναγνώρισης. Ως αποτέλεσμα, η Χαρά έχασε το δικαίωμα διατροφής κατά τη διάρκεια των σπουδών της, όπως είχε αναφερθεί τότε.
Ο κεραυνοβόλος έρωτας με την Άντζελα Γκερέκου
Στα 55 του χρόνια ο Τόλης Βοσκόπουλος είχε ανανεωθεί και βρισκόταν ξανά σε πολύ καλή κατάσταση. Έπινε αποκλειστικά εμφιαλωμένο νερό και μπίρες χωρίς αλκοόλ, γυμναζόταν και πρόσεχε περισσότερο τον εαυτό του.
Εκείνη την περίοδο γνώρισε την Άντζελα Γκερέκου στο «On the Rocks» στη Βάρκιζα. Ο έρωτάς τους ήταν κεραυνοβόλος και έμοιαζε να αποτελεί τη ζωντανή εκπλήρωση του τραγουδιού «Εγώ αγαπώ μία».
Η πανέμορφη Κερκυραία τού πήρε τα μυαλά και ο Τόλης αισθανόταν ξανά πραγματικά ευτυχισμένος, έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα. Την αγάπη του εξέφρασε και μέσα από το τραγούδι «Γαλανομάτα μάγισσα», στο βιντεοκλίπ του οποίου πρωταγωνίστησε η Άντζελα Γκερέκου.
Οι πρώτοι ψίθυροι για τη σχέση τους επιβεβαιώθηκαν λίγο αργότερα.
Το ερωτευμένο ζευγάρι παντρεύτηκε στις 2 Αυγούστου 1996, στο δημαρχείο της γενέτειρας της νύφης, στην Κέρκυρα. Κουμπάροι τους ήταν ο δημοσιογράφος Τέρενς Κουίκ και ο επιχειρηματίας Στέργιος Βρούσγος.

Έναν χρόνο μετά τον περιπετειώδη χωρισμό από την προηγούμενη σύζυγό του, το καλοκαίρι του 1996, ο «Κουρσάρος της Νύχτας» εμφανίστηκε αναγεννημένος μέσα από τις στάχτες του, την ώρα που πολλοί πίστευαν ότι ο μύθος του είχε πλέον σβήσει.
Το μυστικό της μεγάλης επιστροφής του «Πρίγκιπα» στον θρόνο του ελληνικού πενταγράμμου έφερε τη σφραγίδα της «γαλανομάτας μάγισσας» Άντζελας Γκερέκου, η οποία αργότερα θα του χάριζε την πολυαγαπημένη του κόρη, Μαρία.
Ο Τόλης Βοσκόπουλος παραχώρησε την πρώτη του συνέντευξη για τη σχέση στον Τέρενς Κουίκ. Ο ίδιος και η Άντζελα Γκερέκου εμφανίστηκαν ντυμένοι στα λευκά και έλαμπαν από ευτυχία.
Ο Τόλης και ο Τέρενς Κουίκ, φίλοι από τα παλιά, συναντήθηκαν ξανά σε μια εξομολογητική συνέντευξη, η οποία αποτέλεσε ουσιαστικά τον προάγγελο του γάμου, με κουμπάρο τον γνωστό δημοσιογράφο και μετέπειτα πολιτικό.
Πέντε χρόνια αργότερα γεννήθηκε η κόρη τους, Μαρία.
Λίγο πριν γεννήσει η Άντζελα Γκερέκου, ο Τόλης Βοσκόπουλος είχε μιλήσει στην εκπομπή «Prive» της Έλενας Κατρίτση για τον μεγάλο τους έρωτα:
«Είμαι χαζεμένος από το όνειρο που ζω με την Άντζελα και την εγκυμοσύνη της!».
Οι δύσκολες στιγμές και τα τεράστια χρέη
Ο Τόλης Βοσκόπουλος δεν υπολόγισε ποτέ ιδιαίτερα το χρήμα. Δεν το έπιανε στα χέρια του και δεν γνώριζε ούτε πόσα ακριβώς κέρδιζε ούτε πόσα ξόδευε ο ίδιος ή οι άνθρωποι που διαχειρίζονταν τα οικονομικά του.
Σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει το 2001 στον Νίκο Χατζηνικολάου και στην εκπομπή «Ενώπιος ενωπίω», είχε δηλώσει, αρνούμενος παράλληλα να μιλήσει αναλυτικά για το παρελθόν του:
«Έχω βρεθεί πολλές φορές σε δύσκολη θέση γιατί εγώ τα μυαλά μου δεν τα έχω καλά και δεν του δίνω σημασία και όταν είχα και εγώ κάποια στιγμή ανάγκη χρειάστηκε να ζητήσω και δανεικά. Και εκεί κατάλαβα ότι δεν έχω καμία αξία εγώ σαν άνθρωπος. Γιατί μόλις καταλάβαιναν ότι δεν έχω χρήματα δεν με υπολόγιζε κανείς, δεν μου έδινε σημασία κανείς, δεν με δάνειζε κανείς και εκεί κατάλαβα ότι το χρήμα νικάει τον άνθρωπο και το μίσησα».
Παρά τη λάμψη και την τεράστια επιτυχία, ο Τόλης Βοσκόπουλος βρέθηκε πολλές φορές στο επίκεντρο της δημοσιότητας λόγω σοβαρών οικονομικών και φορολογικών υποθέσεων. Ωστόσο, δεν σταμάτησε ποτέ να εργάζεται.

Η σκηνή ήταν η μεγαλύτερη δύναμή του και η επικοινωνία με το κοινό αποτελούσε την πραγματική του ανάσα.
Ο Τόλης ήταν ένας άνθρωπος που ξεκίνησε από τη φτώχεια και έφτασε στην αναγνώριση και στην απόλυτη δόξα. Δεν θεοποίησε, όμως, ποτέ το χρήμα. Κυκλοφορούσε συχνά χωρίς χρήματα και δεν γνώριζε ούτε πόσο κόστιζαν τα τσιγάρα ούτε πόσο κόστιζε η βενζίνη.
Άλλοι πλήρωναν τους λογαριασμούς και άλλοι διαχειρίζονταν τα συμβόλαια, τις πίστες και τις θεατρικές συμφωνίες του. Εκείνος ήταν ο άνθρωπος που έφερνε τα χρήματα και στη συνέχεια τα μοίραζε.
Με τη βοήθειά του ζούσαν φτωχές οικογένειες, φίλοι και συνεργάτες. Παρέμενε πάντα γαλαντόμος, τόσο στις εύκολες όσο και στις δύσκολες περιόδους. Γι’ αυτό, παρότι αμείφθηκε πλουσιοπάροχα στη διάρκεια της καριέρας του, είδε τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής να εξανεμίζονται.
Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπισε εξαιρετικά σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο άνθρωπος που κάποτε χάριζε πανάκριβα αυτοκίνητα στις γυναίκες και τις απειλούσε ότι θα τα κάψει αν δεν δέχονταν να τον συναντήσουν, βρέθηκε στο στόχαστρο της Εφορίας.
Οι οφειλές του φέρονταν να φτάνουν τα 5,5 εκατομμύρια ευρώ, καθώς είχε κατηγορηθεί ότι δεν εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών από το 1993 μέχρι το 1997 για τις αμοιβές που εισέπραττε από εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Σύμφωνα με το «πόθεν έσχες» που είχε καταθέσει η Άντζελα Γκερέκου στη Βουλή, το 2019 οι τραπεζικές καταθέσεις του ζευγαριού ανέρχονταν σε μόλις 1,85 ευρώ.
Οι οφειλές του Τόλη Βοσκόπουλου προς το Δημόσιο είχαν ξεκινήσει από τις 60.000 ευρώ το 2000 και, επτά χρόνια αργότερα, είχαν φτάσει τα 8.023.979,1 ευρώ.
Οι οφειλές της Άντζελας Γκερέκου προς το Δημόσιο ανέρχονταν στις 25.062,66 ευρώ, έχοντας ξεκινήσει από τις 8.223 ευρώ.
Το ζευγάρι διέθετε συνολικά 19 ακίνητα σε Αθήνα, Κορυδαλλό και Μαλεσίνα Φθιώτιδας. Από αυτά, τα εννέα βρίσκονταν στο όνομα του Τόλη Βοσκόπουλου, ενώ ορισμένα οδηγήθηκαν σε πλειστηριασμό.
Το τέλος μιας ολόκληρης εποχής
Τον Μάιο του 2021, ο Τόλης Βοσκόπουλος αισθάνθηκε έντονη δύσπνοια. Αντιμετώπιζε ήδη χρόνιο αναπνευστικό πρόβλημα, το οποίο τον ταλαιπωρούσε, ενώ κατά την περίοδο της πανδημίας του κορονοϊού παρέμενε στο σπίτι του.
Όταν αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, μετέβη στο νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε μοριακό τεστ για τον κορονοϊό, το οποίο ήταν αρνητικό.
Παρέμεινε για λίγες ημέρες στο νοσοκομείο, όπου έκανε τις απαραίτητες εξετάσεις, και στη συνέχεια πήρε εξιτήριο.
Δύο μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 11 Ιουλίου, διακομίστηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας. Το ΕΚΑΒ είχε ειδοποιηθεί για ασθενή που αντιμετώπιζε σοβαρή αναπνευστική δυσχέρεια.
Στις 19 Ιουλίου 2021, λίγες ημέρες πριν συμπληρώσει το 81ο έτος της ηλικίας του, ο Τόλης Βοσκόπουλος έφυγε από τη ζωή, βυθίζοντας στο πένθος ολόκληρη την Ελλάδα.
Ο θάνατός του θεωρήθηκε το οριστικό τέλος μιας ολόκληρης εποχής για το ελληνικό λαϊκό τραγούδι.

Το τελευταίο «αντίο» στον αγαπημένο καλλιτέχνη είπαν συγγενείς, φίλοι, συνεργάτες και πλήθος κόσμου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, την Τετάρτη 21 Ιουλίου.


Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης. Χιλιάδες επώνυμοι και ανώνυμοι θαυμαστές συγκεντρώθηκαν για να αποχαιρετήσουν τον «Πρίγκιπα» του ελληνικού τραγουδιού, τραγουδώντας το «Ανεπανάληπτος».