ΜΕΜΑ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΥ: ΕΡΩΤΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΔΑΣ ΜΠΡΙΖΙΤ ΜΠΑΡΝΤΟ

Η βιογραφία της Μέμας Σταθοπούλου φωτίζει τη διαδρομή μιας από τις πιο ξεχωριστές παρουσίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, από τα πρώτα της βήματα στην Πάτρα και το θέατρο μέχρι τη μεγάλη της επιτυχία δίπλα στον Θάνο Λειβαδίτη και την απόφασή της να εγκαταλείψει τη λάμψη για την οικογένεια. Πίσω από την εικόνα της «Ελληνίδας Μπριζίτ Μπαρντό» αποκαλύπτεται μια γυναίκα αυθεντική, παθιασμένη και αφοσιωμένη, με έντονους έρωτες, δύσκολες επιλογές, προσωπικές απώλειες και ένα τέλος που σφράγισε μια ζωή σχεδόν κινηματογραφική.
Πιο αναλυτικά
Τα μυστικά της «Ελληνίδας Μπριζίτ Μπαρντό» αποκαλύπτονται στις σελίδες της βιογραφίας της που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις 24 Γράμματα, με την υπογραφή του Παναγιώτη Λ. Ρηγόπουλου.
Η Μέμα Σταθοπούλου υπήρξε ξεχωριστή περίπτωση σταρ της «χρυσής» εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Πρωταγωνίστησε σε κωμωδίες και μελοδράματα, έγινε ζευγάρι στην οθόνη και στη ζωή με έναν άλλον σταρ της εποχής, τον Θάνο Λειβαδίτη, και λατρεύτηκε από το κοινό.
Από τον Ηλία Μαραβέγια
Μόνο που η ιστορία της δεν τελείωσε όπως όλοι φαντάζονταν. Στο απόγειο της δόξας της, όταν οι προτάσεις έπεφταν βροχή, η Μέμα είπε «τέλος». Παντρεύτηκε, απέκτησε δύο παιδιά, αφοσιώθηκε στην οικογένειά της, χώρισε και επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα της, την Πάτρα, αφήνοντας πίσω της τον φαντασμαγορικό κόσμο του θεάματος. Εκεί πέθανε τελικά από καρκίνο τον Οκτώβριο του 1999.
Η βιογραφία της από τον Παναγιώτη Ρηγόπουλο επιχειρεί να φωτίσει όχι μόνο την καριέρα αλλά κυρίως τη γυναίκα πίσω από την εικόνα. Μια γυναίκα που, όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο, «δεν ήταν απλώς μια όμορφη γυναίκα της μεγάλης οθόνης», αλλά «μια ξεχωριστή παρουσία του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου, που δεν χωρούσε σε καλούπια». Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγαλύτερο μυστικό της.

Από την Παναχαϊκή… στο σανίδι
Η Δήμητρα (Μέμα) Σταθοπούλου γεννήθηκε στην Πάτρα, μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Από μικρή έδειξε ιδιαίτερη αγάπη για τον αθλητισμό και τον χορό. Στον στίβο, μάλιστα, διακρίθηκε με τα χρώματα της Παναχαϊκής, κερδίζοντας μετάλλια στο άλμα εις μήκος. Οταν λοιπόν ανακοίνωσε στους γονείς της ότι θα κατέβαινε στην Αθήνα για να δώσει εξετάσεις στη Γυμναστική Ακαδημία, κανείς δεν υποψιάστηκε την ανατροπή που ετοίμαζε. Γιατί η νεαρή Πατρινή δεν πέρασε τελικά το κατώφλι της Γυμναστικής Ακαδημίας αλλά εκείνο της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου.

Η απόφασή της, που έμοιαζε με παρόρμηση, αποδείχθηκε τελικά καθοριστική. Το 1963, ενώ ήταν ακόμη σπουδάστρια, βρέθηκε στη σκηνή του Κεντρικού, δίπλα στον Δημήτρη Χορν, στον «Δικέφαλο αετό» του Ζαν Κοκτό. Χρόνια αργότερα θα εξηγούσε η ίδια πόσο σημαντική υπήρξε εκείνη η πρώτη της μεγάλη συνεργασία: «Στο θέατρο θεωρώ την πιο σημαντική μου συνεργασία αυτή με τον Χορν, γιατί μου έδωσε πάρα πολλά, μου έβαλε τις βάσεις. Εχω πολύ μεγάλη πείρα από το θέατρο και τον κινηματογράφο, και τα αγαπάω όλα όσα έχω κάνει, αλλά αν έπρεπε να ξεχωρίσω κάτι, αυτό θα ήταν η συνεργασία μου με τον Χορν». Ηταν ένα ντεμπούτο που έδειχνε ότι η νεαρή ηθοποιός δεν ήρθε απλώς για να προσθέσει άλλη μία όμορφη παρουσία στο θέατρο. Είχε αποφασίσει να σταθεί στα ίσα απέναντι στους μεγάλους.

Ο Κατράκης και η πρώτη κάμερα
Ο κινηματογράφος μπήκε στη ζωή της το 1964, με την ταινία «Οι επικίνδυνοι» του Πάνου Λάφη, μια συμμετοχή που οδήγησε στην αποβολή της από τη σχολή του Εθνικού, καθώς ο κινηματογράφος απαγορευόταν αυστηρά στους σπουδές, με αποτέλεσμα η Μέμα να ολοκληρώσει τελικά τις σπουδές της στην υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Πέλου Κατσέλη. Στους τίτλους εμφανίστηκε αρχικά ως Δήμητρα Σταθοπούλου, όμως πολύ γρήγορα το βαφτιστικό της όνομα θα έδινε τη θέση του στο «Μέμα», με το οποίο έμελλε να τη γνωρίσει ολόκληρη η Ελλάδα.
Στο εν λόγω φιλμ απέναντί της βρέθηκαν δυνατά ονόματα της εποχής: Μάνος Κατράκης, Γκιζέλα Ντάλι, Νίκος Ξανθόπουλος, Γιάννης Μαλούχος, Ανέστης Βλάχος και ο Θάνος Λειβαδίτης. Η πρώτη επαφή με τον κινηματογράφο ήταν για εκείνη εμπειρία δέους. Ανάμεσα στους ανθρώπους που τη βοήθησαν να βρει γρήγορα τον βηματισμό της ήταν ο Μάνος Κατράκης. «Θυμάμαι τον Μάνο Κατράκη να μπαίνει στο πλατό με αυτό το φυσικό πατρικό ύφος και να σε ηρεμεί χωρίς να χρειάζεται να πει πολλά. Μου είχε δώσει μία συμβουλή που ποτέ δεν ξέχασα: μη σκέφτεσαι την κάμερα, μη σκέφτεσαι τον κόσμο, δώσε απλώς την αλήθεια σου στον ρόλο. Η αλήθεια είναι που κρατάει το θεατή».
Και η συμβουλή του έμελλε να γίνει σχεδόν προσωπικό της καλλιτεχνικό αξίωμα. «Ηταν σαν πατρικό χέρι που με καθοδηγούσε στα πρώτα μου βήματα στον κινηματογράφο. Οταν φοβόμουν ή έτρεμα μπροστά στην κάμερα, οι συμβουλές του και η παρουσία του με έκαναν να συγκεντρωθώ και να εμπιστευτώ τη φωνή μου, τη φυσικότητα και την ερμηνεία μου» έλεγε η αξέχαστη ηθοποιός.

Ο Θάνος και ένας έρωτας σαν κινηματογραφικό σενάριο
Στους «Επικίνδυνους» γράφτηκε και η αρχή μιας πολύ μεγαλύτερης ιστορίας. Τότε ήρθε κοντά στον Θάνο Λειβαδίτη.
Η κινηματογραφική τους συνύπαρξη εξελίχθηκε σε έναν παθιασμένο και πολύχρονο έρωτα, που έμελλε να γίνει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ειδύλλια της εποχής. Μαζί θα πρωταγωνιστήσουν σε δεκάδες ταινίες. Μόνο μέσα στην τριετία 1964-1967 η Μέμα θα συμμετάσχει σε δεκαπέντε κινηματογραφικές παραγωγές, πολλές από αυτές στο πλευρό του Λειβαδίτη. «Στη σκιά μιας άλλης», «Απονη ζωή», «Το φτωχόπαιδο», «Οι καταφρονεμένοι», «Ο νικητής», «Με ιδρώτα και δάκρυα», «Θα ζήσω για σένα», «Επιστροφή», «Αφήστε με να ζήσω», «Οι άγγελοι της αμαρτίας», «Η παραστρατημένη», «Δοκιμασία», «Του χωρισμού το τρένο», «Το κορίτσι της οργής» και «Οι σφαίρες δε γυρίζουν πίσω». Ο κόσμος ήθελε να τους δει και μαζί και στη ζωή. Και, πράγματι, έγιναν ζευγάρι.
Τη σεζόν 1971-1972 δημιούργησαν μάλιστα και δικό τους θίασο. Η Μέμα και ο Θάνος είχαν αγοράσει γειτονικά διαμερίσματα στη Νεάπολη Εξαρχείων, συγκεκριμένα στην οδό Ιπποκράτους. Εκείνη στο 105, εκείνος στο 107. Ουσιαστικά συζούσαν, ενώ ο κόσμος περίμενε ότι κάποια στιγμή ο κινηματογραφικός έρωτας θα κατέληγε σε γάμο. Δεν κατέληξε όμως. Δυστυχώς το ρομάντσο τους δεν θα είχε ευτυχισμένο τέλος. Η Μέμα θα παντρευόταν τελικά έναν άλλον άνδρα.

Ο Βόγλης, το χαστούκι και το «μαχαίρωμα»
Η κινηματογραφική της διαδρομή δεν ήταν μόνο ρομάντσα και λαμπερές πρεμιέρες. Ηταν και σκληρή δουλειά, συχνά με πραγματικό ρίσκο. Στην ταινία «Ενας μάγκας στα σαλόνια» ένα χαστούκι του Γιάννη Βόγλη ήταν τόσο δυνατό που η Μέμα έχασε για λίγα λεπτά την ακοή της και την επαφή της με την πραγματικότητα. «Δεν άκουγα τίποτα, δεν καταλάβαινα πού βρισκόμουν» είχε πει. Οταν χρειάστηκε να επαναληφθεί η σκηνή, ο Βόγλης φοβόταν πλέον να την αγγίξει. Παρ’ όλα αυτά η ταινία έκανε τεράστια επιτυχία.
Τότε συνέβη κάτι ακόμη πιο χαρακτηριστικό της εποχής: οι θεατές μπέρδεψαν την ηθοποιό με τον ρόλο της! Στο δρόμο την σταματούσαν και της έκαναν παρατηρήσεις για τη συμπεριφορά της απέναντι στον κινηματογραφικό Πετρή, που τον υποδυόταν ο Γιάννης Βόγλης. Κάποιοι της έλεγαν πως τον κορόιδεψε, άλλοι «καλά σού έκανε και σε βάρεσε». Η οθόνη είχε γίνει τόσο αληθινή, ώστε οι θεατές αισθάνονταν ότι έπρεπε να αποδώσουν… δικαιοσύνη στους ήρωες.
Ακόμα και τα παιδιά της, χρόνια μετά, θα έπεφταν στην ίδια παγίδα. Βλέποντας στην τηλεόραση μια ταινία στην οποία η μητέρα τους μαχαιρωνόταν, άρχισαν να κλαίνε γοερά. «Η μαμά μου πέθανε, τη σκότωσαν» φώναζαν. Εκείνη έτρεξε κοντά τους και προσπάθησε να τα καθησυχάσει. «Μαμά, πέθανες; Γιατί σε μαχαίρωσαν; Πώς σηκώθηκες; Τελικά έζησες;»… Το περιστατικό ήταν συγκλονιστικό, αλλά την έκανε τελικά να γελάσει. Ηταν όμως και μια μικρή απόδειξη της δύναμης που είχε αποκτήσει η εικόνα της στη συλλογική φαντασία.
Το ποτάμι, ο Φώσκολος και η Φίνος Φιλμ
Το 1967 η Μέμα βρισκόταν στο απόγειο της λάμψης της. Ο Νίκος Φώσκολος και ο Φιλοποίμην Φίνος την επέλεξαν για την ταινία «Οι σφαίρες δε γυρίζουν πίσω», το πρώτο ελληνικό γουέστερν και ταυτόχρονα το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Φώσκολου.
Τα γυρίσματα στη λίμνη Στυμφαλία και στον οδοντωτό κοντά στα Καλάβρυτα ήταν δύσκολα. Η Μέμα όμως δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει υποχωρήσεις και τα έδωσε όλα. Σε μια κρίσιμη σκηνή μέσα στο νερό επέμεινε να γυριστεί η σκηνή χωρίς διευκολύνσεις. Το τίμημα λίγο έλειψε να ήταν η ζωή της. Ο γιος της Κωνσταντίνος θυμάται: «Μας έλεγε πως για να βγει η σκηνή αληθινή κόντεψε να πνιγεί μέσα στο ποτάμι όπου γίνονταν τα γυρίσματα».
Από την πλευρά του, ο Κώστας Καζάκος, συμπρωταγωνιστής της στο φιλμ, επιβεβαίωσε χρόνια μετά την ίδια εικόνα, μιλώντας για εκείνη με βαθύ σεβασμό για τη συνεργασία τους. «Η Μέμα ήταν ηθοποιός ουσίας. Δεν την ενδιέφερε να φανεί ωραία, την ενδιέφερε να είναι αληθινή». Για τον Καζάκο, η αυταπάρνησή της δεν ήταν εντυπωσιασμός αλλά στάση ζωής. «Δεν έκανε πίσω σε τίποτα. Αν ο ρόλος ήθελε πόνο, τον περνούσε. Αν ήθελε ρίσκο, το έπαιρνε. Οπως σε εκείνη τη σκηνή στο ποτάμι, όταν λίγο έλειψε να πνιγεί».

Το «τέλος» του έρωτα της οθόνης και η οικογένεια
Υστερα ήρθε η μεγάλη ανατροπή. Η γυναίκα που όλοι περίμεναν να γεράσει πάνω στη σκηνή και μπροστά στις κάμερες αποφάσισε να εγκαταλείψει τα πάντα. Ο άνδρας με τον οποίο θα παντρευόταν ήταν ο βιομήχανος Δημήτρης Μαρούσης. Ο γάμος τους, όμως, ξεκίνησε σαν πραγματικό μελόδραμα, όπως αυτά στα οποία πρωταγωνιστούσε. Την ημέρα της τελετής ο πατέρας της υπέστη ισχυρό εγκεφαλικό επεισόδιο και δεν μπόρεσε να παραστεί, ενώ ο πεθερός της, αντίθετος με τον γάμο, δεν πήγε στην εκκλησία.
Εκείνη, λίγο πριν από τον γάμο, είχε ήδη αποφασίσει να αποχωρήσει από το θέατρο. Οχι προσωρινά. Οριστικά. Οπως εξηγεί ο Δημήτρης Μαρούσης στη βιογραφία της: «Η αποχώρησή της από τη σκηνή έγινε ενώ η ίδια μεσουρανούσε καλλιτεχνικά». Η εγκυμοσύνη της στο πρώτο τους παιδί, στα τέλη του 1974, την οδήγησε στην τελική απόφαση. «Εγώ δεν της ζήτησα ποτέ να σταματήσει, αντιθέτως της έλεγα να επανέλθει». Εκείνη όμως ήταν αμετάπειστη: «Οχι, δεν θέλω. Εχω τελειώσει από την υποκριτική. Θέλω να αφοσιωθώ στην οικογένειά μας».
Το 1975 γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος και το 1977 η Ελένη. Και τα δυο παιδιά της ήταν για εκείνη το παν. Ο γάμος, όμως, δεν άντεξε. Περίπου μία δεκαετία αργότερα ήρθε ο χωρισμός. Η Μέμα, ωστόσο, δεν κοίταξε ποτέ πίσω.

Η γυναίκα πίσω από τη σταρ και η συνέντευξη
«Η Μέμα ήταν ο πιο απλός και φυσικός άνθρωπος που μπορεί να φανταστεί κανείς». Με αυτόν τον τρόπο την περιγράφει στο βιβλίο ο πρώην σύζυγός της. Της άρεσαν τα μικρά ταβερνάκια, οι ήσυχες στιγμές, η οικογενειακή ζεστασιά. Διάβαζε πολύ, αγαπούσε τη φύση και παρέμενε δραστήρια. Στην Πάτρα επιχείρησε μάλιστα να ξαναχτίσει μια ζωή μακριά από τα φώτα, διατηρώντας για ένα διάστημα μπουτίκ γυναικείων ρούχων.
Τον Νοέμβριο του 1993, όταν ο μελλοντικός βιογράφος της και δημοσιογράφος Παναγιώτης Ρηγόπουλος ήταν μόλις 24 ετών, κατάφερε να της πάρει τη μοναδική τηλεοπτική συνέντευξη της ζωής της, για την εκπομπή που παρουσίαζε τότε στο τοπικό τηλεοπτικό κανάλι, το Achaia Channel. Μέχρι να την πείσει βέβαια να του την παραχωρήσει χρειάστηκε να επιμείνει πολύ καιρό.
«Την πλησίαζα σαν… κόμπρα που περιμένει υπομονετικά το υποψήφιο θύμα της, κάθε φορά που την έβλεπα να έρχεται στην επιχείρηση του αδελφού της, Νίκου με τα είδη φανοποιίας, στην οδό Αλεξάνδρου Υψηλάντου 179, λίγα μόλις μέτρα από το πατρικό μου σπίτι. Ηξερα τις ώρες της. Εκεί εργαζόταν τα τελευταία χρόνια της ζωής της για τον βιοπορισμό της, έχοντας απλώσει πάνω της τις προστατευτικές φτερούγες του ο αγαπημένος της αδελφός» αφηγείται ο ίδιος, αποκαλύπτοντας το παρασκήνιο της ιστορικής αυτής συνέντευξης, που λειτούργησε τελικά και ως εφαλτήριο για τη δημιουργία της βιογραφίας της «Ελληνίδας Μπριζίτ Μπαρντό», η οποία κυκλοφόρησε 33 χρόνια μετά.
«Η εκπομπή ήταν ζωντανή και όταν δώσαμε το τηλέφωνο για να της μιλήσει ο κόσμος στον αέρα, το τηλεφωνικό κέντρο μπλόκαρε από τις εκατοντάδες κλήσεις! Η αγάπη του κοινού και οι εκφράσεις λατρείας στο πρόσωπό της ήταν κάτι πρωτόγνωρο! Η ίδια μάλλον δεν ήταν έτοιμη να δεχτεί ότι το κοινό εξακολουθούσε να την αγαπάει, περίπου 20 χρόνια μετά το καλλιτεχνικό της “αντίο”.
Μετά το τέλος της εκπομπής ήταν συγκινημένη. Σχεδόν βουρκωμένη από την απρόσμενη λατρεία που εισέπραξε. Αλλά και υποδόρια μελαγχολική από την άρνηση των τότε ιθυνόντων του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας να την καλέσουν “έστω και για έναν δεύτερο ρόλο σε κάποια παράσταση”, όπως έλεγε, ώστε να ανέβει ξανά στη σκηνή. Ηταν κάτι που ευγενικά άφησε να ειπωθεί κατά τη διάρκεια της εκπομπής μας. Δυστυχώς, δεν την εισάκουσε κανένας υπεύθυνος της τοπικής δημοτικής αυλαίας» περιγράφει ο Παναγιώτης Ρηγόπουλος στις πρώτες σελίδες του βιβλίου και μαζί αποκαλύπτεται και το παράπονο της αξέχαστης ηθοποιού από τον πολιτιστικό φορέα της πόλης της.

Το τέλος
Η ασθένειά της εκδηλώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Η διάγνωση ήταν καρκίνος του μαστού. Ακολούθησαν θεραπείες, νοσηλείες και μια άνιση μάχη που κράτησε περίπου έναν χρόνο. Η οικογένειά της πιστεύει ότι άργησε να αναζητήσει ιατρική βοήθεια. Ο γιος της Κωνσταντίνος θυμάται πως χρειάστηκε έντονη πίεση για να πειστεί να εξεταστεί. Ισως όμως, όπως σημειώνεται στη βιογραφία, ένα μεγάλο κομμάτι της ψυχής της να ήταν ήδη στραμμένο αλλού. Στα προβλήματα με τις ουσίες που αντιμετώπιζε η κόρη της, στην προσπάθεια να τη βοηθήσει, στην οικογένειά της γενικότερα. «Εκεί ήταν όλη της η ψυχή» θυμάται ο γιος της.
Η Μέμα Σταθοπούλου έφυγε από τη ζωή στις 17 Οκτωβρίου 1999, μόλις στα 57 της χρόνια. Την επόμενη ημέρα, σε ένα βροχερό απόγευμα, έγινε η κηδεία της στην Πάτρα. Ανάμεσα στους ανθρώπους που πήγαν να της πουν το τελευταίο «αντίο» ήταν και ο Θάνος Λειβαδίτης. Ο άνθρωπος που υπήρξε ο μεγάλος έρωτας της ζωής της και μαζί της δημιούργησε ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια του ελληνικού κινηματογράφου. Ο πάλαι ποτέ σύντροφός της έκλαιγε γοερά. Λίγα χρόνια μετά η κόρη της ηθοποιού, Ελένη, σκοτώθηκε σε τροχαίο δυστύχημα.

«Για μένα ήταν μάνα πάνω απ’ όλα»
Για το κοινό η Μέμα Σταθοπούλου ήταν η ξανθιά καλλονή, το sex symbol, η «Ελληνίδα Μπριζίτ Μπαρντό». Για τους κινηματογραφικούς της παρτενέρ ήταν η δυναμική πρωταγωνίστρια. Για τους θεατές, η γυναίκα των μελοδραμάτων και των μεγάλων ερώτων. Για τον γιο της όμως ήταν κάτι πολύ διαφορετικό.
«Μπορεί για τον κόσμο να ήταν η λαμπερή ηθοποιός, για μένα όμως ήταν μάνα πάνω απ’ όλα και μια γυναίκα που τίμησε τον ρόλο της μητέρας με το παραπάνω. Η μαμά μου ήταν της οικογένειας και προσιτή σε όλον τον κόσμο». Ισως γι’ αυτό η ζωή της να μοιάζει τόσο πολύ με τις ταινίες στις οποίες πρωταγωνίστησε. Είχε έρωτες, επιτυχίες, ανατροπές, γάμο, χωρισμό, οικογένεια, απώλειες και ένα πρόωρο τέλος. Μόνο που αυτή τη φορά δεν υπήρχε σκηνοθέτης για να γράψει το φινάλε διαφορετικά.
Οπως γράφει ο Παναγιώτης Ρηγόπουλος, «η πραγματική ζωή της Μέμας Σταθοπούλου θα μπορούσε να ήταν ταινία μελό». Πράγματι, κάθε κεφάλαιό της μοιάζει σαν να βγήκε από σενάριο. Μόνο που δεν ήταν ταινία. Ηταν η ζωή μιας γυναίκας που έζησε με ένταση, αγάπησε με πάθος, έγινε σταρ χωρίς ποτέ να αισθανθεί πραγματικά σταρ και, όταν ήρθε η ώρα, κατέβασε μόνη της την αυλαία. Χωρίς επιστροφή. Και γι’ αυτό, ίσως, έμεινε αξέχαστη.