Ο ΚΥΡ ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟ ΒΙΕΤΝΑΜ

Το άρθρο αφηγείται το ταξίδι ενός ζευγαριού στο Βιετνάμ μέσα από τη μορφή του κυρ Γιάννη, ενός 87χρονου πρώην δημάρχου με αλύγιστο πνεύμα, βαθιά πολιτική μνήμη και ακόρεστη δίψα για ζωή. Στις διαδρομές τους από το Ανόι έως τη Χόι Αν, ο ηλικιωμένος άνδρας ξεδιπλώνει την ιστορία του, συγκινείται από τις εικόνες του πολέμου και της αντοχής, ενώ την ίδια ώρα η Ελλάδα δοκιμάζεται από καταστροφικές φωτιές που βαραίνουν την ψυχή του. Το κείμενο κορυφώνεται με τη σιωπηλή, τρυφερή αποκάλυψη της προσωπικής του ζωής και κλείνει ως ένας συγκινητικός αποχαιρετισμός σε έναν άνθρωπο που έζησε και ταξίδεψε με αξιοπρέπεια μέχρι το τέλος.
Πιο αναλυτικά
Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης / Εικόνες: Ιωσήφ Μανίκης, Εύα Μιμιλίδου
*Από τη συλλογή Το δώρο της μπλε πόλης.
Από τα φοιτητικά μου χρόνια, το Βιετνάμ ήταν για μένα κάτι σαν μύθος. Ένας τόπος μακρινός και τραυματισμένος, που όμως στάθηκε όρθιος. Ίσως γι’ αυτό το διαλέξαμε πρώτο, όταν ξεκινήσαμε τα μεγάλα μας ταξίδια με τη σύζυγό μου.
Το ταξίδι αυτό μας χάρισε φίλους, στιγμές και αναμνήσεις πολύτιμες. Κι έναν άνθρωπο που δεν θα ξεχνούσαμε εύκολα: τον κυρ Γιάννη. Ήρεμος, ευγενικός, με μια παρουσία διακριτική αλλά καθηλωτική.
Ογδονταεφτά χρονών, με κορμί εικοσάρη και φωνή καμπάνα, ο κυρ Γιάννης ήταν φτιαγμένος από άλλη στόφα. Γεμάτος πάθος, περιέργεια, δίψα για ζωή. Δεν είχε παραδώσει τα όπλα, δεν ήξερε καν πού τα είχε αφήσει.
Ήρθε στο ταξίδι μ’ έναν φίλο. Τη γυναίκα του την είχε χάσει χρόνια πριν, μα δεν κλείστηκε στο πένθος. Αντίθετα, κι εδώ ίσως έγκειται το μεγαλείο του, έπιασε τον φίλο του από το μπράτσο και είπε:
«Πάμε. Υποσχεθήκαμε ένα γεια στον Χο Τσι Μινχ».

Στο Ανόι, πρώτος ξύπνησε να προλάβει το μαυσωλείο του Χο Τσι Μινχ. Στάθηκε εκεί, ευλαβικά, σαν να μιλούσε μ’ έναν παλιό φίλο.
Όταν γύρισε, είπε σχεδόν ψιθυριστά:
«Ξέρετε, είχε περάσει κι από τη Θεσσαλονίκη. Το ’16. Στρατιώτης στους Γάλλους». Σαν να ήθελε να ενώσει τη δική μας ιστορία με τη δική του.
Ο Χο, με το σύνθημα “Τρία γεύματα την ημέρα για όλους”, έδωσε στον λαό του ελπίδα για μια καλύτερη ζωή. Κι εκείνοι τον ακολούθησαν μέχρι τη νίκη.
Ο κυρ Γιάννης τον τίμησε όπως το είχε τάξει. Στο λεωφορείο, λίγο αργότερα, στάθηκε μπροστά και τραγούδησε επαναστατικά τραγούδια. Όσοι μπορούσαν, τον συνόδευαν.

Πρώτος στις ανηφόρες, στις φωνές, στις αντοχές. Η καρδιά του δεν είχε ημερομηνία λήξης.
Στο Ανόι, τα ξημερώματα, βλέπαμε ηλικιωμένους να κάνουν τάι τσι δίπλα στις μικρές παγόδες, ενώ τα χιλιάδες δίκυκλα πλημμύριζαν ήδη τους δρόμους πριν ακόμη ανέβει ο ήλιος. Ο κυρ Γιάννης στεκόταν συχνά για λίγο και τους παρακολουθούσε σιωπηλός, σαν να αναγνώριζε κάτι οικείο μέσα σ’ εκείνη την πειθαρχημένη ηρεμία.

Τον θυμάμαι ακόμη στο κατάστρωμα του πλοίου στον κόλπο του Χα Λονγκ, να κοιτάζει σιωπηλός τους καταπράσινους βράχους που ξεπηδούσαν μέσα από τη σμαραγδένια θάλασσα σαν βουνά ξεχασμένα από άλλον κόσμο.
Ή στον Μεκόνγκ, πάνω στις στενές βάρκες σαμπάν, να χαμογελά στους ανθρώπους που ζούσαν μέσα στα νερά και στους κοκοφοίνικες, σαν να τους γνώριζε χρόνια.

Στο Κου Τσι, μέσα στα στενά υπόγεια τούνελ των Βιετκόνγκ, ο κυρ Γιάννης σώπασε πρώτη φορά πραγματικά. Προχωρούσε σκυφτός μέσα στη γη, αγγίζοντας πότε-πότε τους χωμάτινους τοίχους, σαν να προσπαθούσε να νιώσει με τα χέρια του πώς άντεξαν αυτοί οι άνθρωποι τόσα χρόνια πολέμου.
Όταν βγήκαμε ξανά στο φως, έμεινε για λίγο ακίνητος.
«Γι’ αυτό δεν τους νίκησαν ποτέ», είπε μόνο.

Στη Χουέ περπατούσε αργά μέσα στην παλιά αυτοκρατορική ακρόπολη, με μια προσοχή σχεδόν τελετουργική, λες και άκουγε ακόμη βήματα από άλλες εποχές πίσω από τους τοίχους.
Όσο περνούσαν οι μέρες και πύκνωναν οι κοινές μας εμπειρίες, ο κυρ Γιάννης άρχισε να μας ανοίγεται. Όχι από ανάγκη εντυπωσιασμού, ούτε από φιλαυτία. Μιλούσε όπως περπατούσε.
Με βήμα σταθερό και λόγια λιτά, ακόμη και τις πιο δύσκολες αναμνήσεις τις αφηγούνταν χωρίς να βαραίνει απ’ αυτές.
Μας εξιστόρησε τη ζωή του. Είχε υπάρξει Δήμαρχος σε μια κωμόπολη της Πελοποννήσου. Στη δικτατορία, τον έδιωξαν. Ήταν, βλέπεις, από εκείνους που δεν σιώπησαν. Οι διώξεις δεν τον λύγισαν. Κι όταν ήρθε η Μεταπολίτευση, ο λαός τον ξαναψήφισε, σαν να του έλεγε: εμείς δεν ξεχνάμε.
Έκτοτε αφιέρωσε τη ζωή του στα κοινά. Ταυτόχρονα, διατηρούσε και κτήματα. Πολλά κτήματα, που του επέτρεψαν να ζήσει μια άνετη ζωή.

Εκείνες τις μέρες, τέλη Αυγούστου, στην Ελλάδα φλεγόταν ο τόπος, κυριολεκτικά. Το αγαπημένο “καλοκαιρινό θέμα” των ειδήσεων ήταν, όπως σχεδόν κάθε χρόνο, οι φωτιές. Μόνο που αυτή τη φορά δυστυχώς η Πελοπόννησος ήταν στο μάτι του κυκλώνα.
Τα νέα μάς έφταναν σπαραχτικά, σταγόνα-σταγόνα, μέσα από εφαρμογές, μηνύματα και δορυφορικές εικόνες. Αλλά τα κρατούσαμε μακριά από τον κυρ Γιάννη. Τι να του πούμε;
Ότι καίγεται η γη του, το χωριό σου, το βιος σου; Ότι δεκάδες νεκροί χάθηκαν στη φωτιά;
Κι εμείς εκεί, στο Βιετνάμ. Στη χώρα όπου, όπως έλεγε ο Σαββόπουλος, “πυρπόλησαν το ρύζι”. Μόνο που τώρα, εμείς καιγόμασταν. Το βιος του κυρ Γιάννη καιγόταν, και ο ίδιος δεν ήξερε τίποτα. Τον προσέχαμε σαν μικρό παιδί. Φιλτράραμε κουβέντες, αλλάζαμε θέμα, χαμηλώναμε τα βλέμματα στις ειδήσεις.
Δεν ξέραμε αν κάναμε καλά. Ούτε ποιο ήταν το σωστό. Από τόσο μακριά, τι μπορούσε ν’ αλλάξει; Κι έπειτα, σε δυο-τρεις μέρες θα επιστρέφαμε.
Ίσως γι’ αυτό αφήναμε κι εμείς σιγά-σιγά τον ρυθμό της χώρας να μας παρασύρει. Οι μέρες κυλούσαν πιο αργά εκεί, σαν να υπήρχε ακόμη χρόνος να κοιτάζεις γύρω σου, να παρατηρείς, να στέκεσαι λίγο περισσότερο στους ανθρώπους.

Την τελευταία μας βόλτα την κάναμε στη Χόι Αν. Το ποτάμι αντανακλούσε χιλιάδες φαναράκια κι όλη η πόλη έμοιαζε να αιωρείται μέσα σε χρώματα και σκιές.
Εκεί, ανάμεσα σε πολύχρωμα μεταξωτά, ποταμίσιους ήχους και μια βραδινή αύρα που μύριζε λωτό και κανέλα, με πλησίασε ο κυρ Γιάννης.
Με τράβηξε παράμερα, σχεδόν συνωμοτικά.
«Σε εμπιστεύομαι», μου είπε, με σοβαρότητα. «Και θέλω να σου εκμυστηρευτώ κάτι».
«Ό,τι θέλεις, κυρ Γιάννη μου», του απάντησα χαρωπά. Μα μέσα μου σφίχτηκα. Φοβήθηκα μήπως έμαθε κάτι, μήπως ένιωσε.
Με κοίταξε και χαμογέλασε.
«Έχω μια φιλενάδα στην Ελλάδα».
Ησυχία. Για ένα δευτερόλεπτο δεν κατάλαβα αν ακούω καλά.
«Μπράβο, κυρ Γιάννη! Έτσι σε θέλω», του είπα και τον σκούντησα φιλικά στον ώμο, με ανακούφιση, μα και θαυμασμό. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήξερε να γερνάει. Είχε βρει τον τρόπο να επιβιώνει και να ζει, ταυτόχρονα.
«Ξέρεις… θέλω να ζητήσω μια χάρη από τη γυναίκα σου».
«Ορίστε; Τι χάρη;»
«Να πάρει ένα δώρο στη φίλη μου. Κάτι που να της αρέσει».
Η σύζυγός μου, βέβαια, ανταποκρίθηκε με τη φυσικότητα μιας καλής νεράιδας. Γύρισε ανάμεσα στους πάγκους, στα μαγαζάκια, στα φαναράκια και τα ξυλόγλυπτα. Και διάλεξε με γούστο, τρυφερότητα και διακριτικότητα, ένα μικρό δώρο από τη Χόι Αν, κάτι που να ταιριάζει σ’ εκείνη τη γυναίκα που, χωρίς να τη γνωρίζουμε, ένιωθα πως ήξερε να αγαπά τον κυρ Γιάννη όπως του άξιζε να αγαπηθεί.
Ένα δώρο που θα ταξίδευε με τις αποσκευές του, αλλά θα έφτανε στη σωστή καρδιά.

Τι να το κάνει, όμως, εκείνο το δώρο; Πού να το πάει; Σε ποια χέρια να το ακουμπήσει, όταν η επιστροφή στην πατρίδα δεν έκρυβε αγκαλιές, μα στάχτες;
Μάθαμε λίγο καιρό αφού γυρίσαμε πως ο κυρ Γιάννης δεν ήταν καλά. Ο αλύγιστος, ο αγέραστος, ο πρώτος σε όλα, είχε λυγίσει. Η καρδιά του, που τόσα είχε αντέξει, δεν άντεξε τη θλίψη για τον τόπο του που καιγόταν. Βρέθηκε στο νοσοκομείο με σοβαρά καρδιολογικά προβλήματα. Δεν μίλησε πολύ, ούτε ζήτησε τίποτα. Έμεινε σιωπηλός, όπως κάνουν οι δυνατοί όταν πονάνε.
Και μετά, ήρθαν τα Χριστούγεννα. Κι έφεραν μαζί τους μια έκπληξη, απ’ αυτές που δεν φωνάζουν, μα σου σφίγγουν τη ψυχή με τρυφερότητα.
Μια επιστολή. Όμορφα γραμμένη, με γράμματα σταθερά, σαν τον χαρακτήρα του. Ήταν από τον κυρ Γιάννη.
Μας ευχαριστούσε. Για την παρέα. Για τις συζητήσεις, τα γέλια, τους δρόμους που περπατήσαμε μαζί. Για την καλοσύνη, έγραφε, για τη φιλία. Μιλούσε σαν να ήξερε ότι αυτό το κεφάλαιο είχε πια κλείσει.

Μαζί με την επιστολή, υπήρχαν και φωτογραφίες. Εκείνες που τραβούσε αθόρυβα, με τη μηχανή του περασμένη στον λαιμό, πάντα διακριτικός, πάντα παρών, μα ποτέ φορτικός. Εικόνες από το ταξίδι μας: στο πλοιάριο στον ποταμό Μεκόνγκ, στην αυλή ενός ναού, μπροστά στα πολύχρωμα φανάρια της Χόι Αν, σε μια στιγμή που ίσως δεν θυμόμασταν, αλλά εκείνος είχε φυλάξει.
Μια φωτογραφία, όμως μας συγκίνησε. Μια χαμογελαστή γυναίκα φορούσε ένα κόκκινο μεταξωτό φουλάρι στο λαιμό της. Το δώρο του κυρ Γιάννη από τη Χόι Αν.
Από τότε, για χρόνια, κρατήσαμε επαφή. Τηλεφωνήματα λιτά αλλά ζεστά, σαν την ανάσα ενός καλοσυνάτου ανθρώπου πίσω από τη συσκευή. Ανταλλάσσαμε κάρτες, ευχές, σημάδια πως ο χρόνος περνά, μα δεν σβήνει όλα.
Όμως ο κυρ Γιάννης δεν ταξίδεψε ξανά. Το Βιετνάμ ήταν το τελευταίο του ταξίδι. Ο τελευταίος σταθμός ενός ανθρώπου που ήξερε να ταξιδεύει με τα πόδια, μα και με την καρδιά. Ένας αποχαιρετισμός όχι μονάχα σε μια χώρα, αλλά ίσως και σ’ εκείνον τον νεαρό εαυτό του που παρέμεινε ζωντανός μέχρι τέλους.
Κι έτσι, όταν αναπολώ το ταξίδι μας στο Βιετνάμ, δεν θυμάμαι μόνο εικόνες, τοπία και γεύσεις. Θυμάμαι εκείνον, τον κυρ Γιάννη. Τον άνθρωπο που ταξίδεψε στην άλλη άκρη της γης για να πει ένα “ευχαριστώ” σ’ έναν ηγέτη που θαύμαζε, να ζήσει μια τελευταία περιπέτεια, και να αφήσει πίσω του κάτι πιο δυνατό από αποσκευές. Τη μνήμη του, γραμμένη στις καρδιές μας.
Γιατί τα ταξίδια έχουν τέλος. Οι άνθρωποι που γνωρίσαμε όχι πάντα.

*Ο Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).
Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.
Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.
Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στο βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στη Θεσσαλονίκη.
Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό.
*Η Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.
Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.
Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.
Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Η αγάπη της για τη φωτογραφία συνδυάζεται με το πάθος της για τα ταξίδια και με τον σύζυγό της περιηγούνται σε διάφορα μέρη του κόσμου.