TRAVEL

ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΑΙΩΝΟΒΙΑ ΠΛΑΤΑΝΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΓΛΕΝΤΙΑ, 1 ΩΡΑ ΚΑΙ 3 ΛΕΠΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Το parallaximag.gr προτείνει έναν εναλλακτικό Αύγουστο κοντά στη Θεσσαλονίκη, με βυζαντινή ιστορία, αιωνόβια πλατάνια και αυθεντικό παραδοσιακό γλέντι.

Κάνε το couscous.gr προτιμώμενη πηγή στην Google

Το Γυναικόκαστρο Κιλκίς προβάλλεται ως ένας ιδιαίτερος, εναλλακτικός προορισμός κοντά στη Θεσσαλονίκη, όπου η βυζαντινή ιστορία συναντά την προσφυγική μνήμη και την παράδοση. Το Παλαιό και το Νέο Γυναικόκαστρο κουβαλούν αιώνες ιστορίας, από αρχαίους τάφους και το ισχυρό βυζαντινό κάστρο του 14ου αιώνα έως τις περιπέτειες των Ποντίων, Καυκασίων και Θρακιωτών προσφύγων που εγκαταστάθηκαν εκεί τον 20ό αιώνα. Αφορμή για επίσκεψη δίνουν και τα 47α Γυναικοκάστρεια, ένα τετραήμερο παραδοσιακό γλέντι με ελεύθερη είσοδο, που αναδεικνύει τον ζωντανό χαρακτήρα της περιοχής.

Πιο αναλυτικά

Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Όταν όλοι τον Αύγουστο συνωστίζονται σε παραλίες αναζητώντας μια ελεύθερη ξαπλώστρα ή μια γωνιά στην αμμουδιά που δεν έχει ακόμη καταληφθεί από τα beach bar, εμείς επιλέγουμε να ζήσουμε τον τελευταίο μήνα του καλοκαιριού διαφορετικά, ανακαλύπτοντας εναλλακτικούς προορισμούς που δε θα βρεις σε τουριστικούς καταλόγους.

Βυζαντινή ιστορία, αιωνόβια πλατάνια και ένα από τα πιο αυθεντικά παραδοσιακά γλέντια της Βόρειας Ελλάδας.

Αυτά θα συναντήσεις στο Γυναικόκαστρο Κιλκίς.

Εκεί όπου η ιστορία του 14ου αιώνα συναντά τον παλμό των Γυναικοκαστρείων, προσφέροντας την ιδανική αφορμή για ένα αξέχαστο, εναλλακτικό road trip.

Ειδικότερα μάλιστα το πρώτο σαββατοκύριακου του Αυγούστου όπου ο Πολιτιστικός Σύλλογος Παλαιού Γυναικοκάστρου διοργανώνει τα 47α Γυναικοκάστρεια 2026, ένα τετραήμερο γλέντι με πλήθος καλλιτεχνών και χορευτικά τμήματα από την Κεντρική Μακεδονία και ελεύθερη είσοδο.

Το Παλαιό Γυναικόκαστρο είναι ιδιαίτερα γνωστό για τα ερείπια του κάστρου του. Πρόκειται για έναν ισχυρό προμαχώνα της Θεσσαλονίκης, ο οποίος βρίσκεται 45 χιλιόμετρα βορειότερα και εποπτεύει την ευρύτερη περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Γαλλικό και Αξιό. Το φρούριο είναι χτισμένο πάνω σε έναν φυσικά απόκρημνο λόφο, σε υψόμετρο 200 μέτρων, ενώ εκτείνεται σε μια έκταση περίπου 25 στρεμμάτων που περιβάλλεται από λιθόκτιστα τείχη. Στην κορυφή του δεσπόζει ο πύργος, ενώ κατά μήκος των τειχών διακρίνονται ακόμη οι θέσεις άμυνας.

Στο δυτικό τμήμα, εντός των τειχών, βρίσκεται ένα πηγάδι διαμέτρου 2 μέτρων και εμφανούς βάθους 28 μέτρων. Επειδή ένα μέρος του είναι μπαζωμένο, εκτιμάται —σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων— πως το πραγματικό του βάθος φτάνει τα 70 μέτρα. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι γύρω στο 1922 υπήρχε στο βάθος του ένα ξύλινο πάτωμα, ενώ άλλοι ισχυρίζονται πως στον πυθμένα του ξεκινούσε μια στοά εξόδου που κατέληγε σε κοντινό ποταμό. Η εκδοχή για την ύπαρξη αυτής της στοάς εξηγείται από το γεγονός ότι πιθανότατα επέτρεπε στους εγκλείστους να προμηθεύονται πόσιμο νερό κατά τη διάρκεια πολιορκιών.

Λόγω της ιδιόμορφης μορφολογίας του, ο φυσικός αυτός απόκρημνος βράχος είχε κατοικηθεί από την προχριστιανική εποχή (1100 π.Χ. – Εποχή του Σιδήρου), γεγονός που επιβεβαιώνεται από ανασκαφές στο ανατολικό του τμήμα, όπου ανακαλύφθηκαν προχριστιανικοί τάφοι με προσανατολισμό προς τον Νότο. Τα ευρήματα αυτά πιστοποιούν την παρουσία οικισμών στην περιοχή εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια.

Το βυζαντινό κάστρο ιδρύθηκε την περίοδο 1328-1341 από τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ’ Παλαιολόγο, με σκοπό την άμυνα και την προστασία των τοπικών οικισμών από τις βαρβαρικές επιδρομές. Υπήρξε ένα εξαιρετικά ισχυρό φρούριο, στο οποίο διέμεναν Βυζαντινοί αξιωματούχοι, ενώ συνδέθηκε στενά με τους δυναστικούς αγώνες του Ιωάννη Καντακουζηνού και τους εμφύλιους πολέμους του 1341. Το καλοκαίρι του 1342, κατέφυγαν εκεί για να σωθούν από τη λαϊκή εξέγερση των Ζηλωτών ο διοικητής της Θεσσαλονίκης, πρωτοστράτωρ Θεόδωρος Συναδηνός, μαζί με χίλιους αριστοκράτες, καθώς και ο ίδιος ο Καντακουζηνός με τους στρατιώτες του.

Τέλος, το 1384, ο Γαζή Εβρενός, αφού κατέλαβε τις Σέρρες, τη Δράμα και το Μοναστήρι, κυρίευσε το Γυναικόκαστρο, καθώς και το Κάστρο του Αγίου Βασιλείου, το οποίο και κατέστρεψε.

Το 1922 ο πληθυσμός ήταν 2.000 κάτοικοι ενώ σήμερα δεν υπερβαίνουν τους 1.000, εκ των οποίων μόλις οι 500 είναι μόνιμοι κάτοικοι. Ο υπόλοιπος πληθυσμός μετανάστευσε σταδιακά στο Κιλκίς, στη Θεσσαλονίκη ή στη Γερμανία. Η κύρια απασχόληση των κατοίκων είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία.

Το Παλαιό Γυναικόκαστρο είναι ένας ιστορικός οικισμός με συνεχή παρουσία από τη βυζαντινή εποχή, ο οποίος βρίσκεται χτισμένος πάνω στα θεμέλια του αρχικού Γυναικοκάστρου. Γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα (περίπου το 1450), το χωριό απαριθμούσε 20 χριστιανικές και 31 μουσουλμανικές οικίες.

Ο ελληνικός πληθυσμός, που διέμενε συγκεντρωμένος στη συνοικία «Καραούλι», παρέμεινε στο χωριό έως το 1907. Τότε, αναγκάστηκε να αποχωρήσει λόγω των βουλγαρικών βιαιοτήτων, με πολλούς κατοίκους —ανάμεσά τους και την οικογένεια του Ιωάννη Παπαϊωάννου— να εγκαθίστανται στο Ζευγολατειό Κορινθίας.

Οι σημερινοί κάτοικοι είναι στην πλειονότητά τους Πόντιοι και Καυκάσιοι πρόσφυγες, καθώς και ένα μικρό ποσοστό Σαρακατσαναίων. Οι οικογένειες αυτές κατάγονταν αρχικά από χωριά της περιοχής της Αργυρούπολης του Πόντου, από όπου μετακινήθηκαν μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78 προς την περιοχή του Αρνταχάν, εγκαθιστάμενες συγκεκριμένα στα χωριά Πεπερέκ και Τοροσκώφ του Καρς.

Η πορεία τους προς την Ελλάδα υπήρξε ιδιαίτερα περιπετειώδης:

Το 1913, δώδεκα οικογένειες από το Πεπερέκ έφτασαν ακτοπλοϊκώς στην Καβάλα.

Το 1914, προστέθηκαν ακόμη 40 οικογένειες από τις Σέρρες.

Πριν από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υποχρεώθηκαν να επιστρέψουν πίσω και αποβιβάστηκαν στο Μπατούμι. Κατά την τελευταία φάση αυτού του ταξιδιού, δέχθηκαν επίθεση από δύο τουρκικά πολεμικά πλοία, με αποτέλεσμα να αναγκαστούν να αποβιβαστούν στο Τουαπσέ της Ρωσίας το φθινόπωρο του 1914.

Η πολύχρονη αυτή περιπλάνηση έφτασε στο τέλος της το 1922, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν επέστρεψαν οριστικά σε ελληνικό έδαφος. Αρχικά έφτασαν στο Καραμπουρνάκι της Καλαμαριάς και στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στο Αβρέτ-Χισάρ (Avret-Hisar, δηλαδή «Κάστρο των Συζύγων/Γυναικών» στα τουρκικά), όπως ονομαζόταν τότε το Παλαιό Γυναικόκαστρο, όπου και ξεκίνησε η σταδιακή προσαρμογή και ο εγκλιματισμός τους στη νέα πατρίδα.

Το Νέο Γυναικόκαστρο Κιλκίς κουβαλά στις αποσκευές του μια βαριά ιστορία ξεριζωμού, ελπίδας και αναγέννησης. Χτισμένο στην κοιλάδα του Γαλλικού ποταμού, σε υψόμετρο 75 μέτρων, το χωριό αυτό αποτελεί ζωντανό μνημείο της προσφυγικής Ελλάδας του 20ού αιώνα.

Το χωριό ιδρύθηκε επίσημα από το ελληνικό κράτος το 1926.

Αρχικά ονομάστηκε «Νέα Δήμητρα». Το όνομα δόθηκε προς τιμήν της θεάς Δήμητρας (θεάς της γεωργίας), καθώς η περιοχή ήταν ένας εύφορος κάμπος, ιδανικός για να ριζώσουν οι αγρότες πρόσφυγες.

Το 1928-1929 το όνομα διορθώθηκε επίσημα σε Νέο Γυναικόκαστρο, ώστε να συνδεθεί γεωγραφικά με το γειτονικό ιστορικό Βυζαντινό Φρούριο.

Οι πρώτοι κάτοικοι ήταν Έλληνες πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη.

Ήρθαν κυρίως από 4 συγκεκριμένα χωριά της περιοχής Μετρών (Τσατάλτζας), κοντά στη λίμνη Δέρκο: το Οκλαλί, το Λαζάρκιοϊ, το Αμπαρλί και το Άκαλα.

Πριν καταλήξουν στο Κιλκίς, οι οικογένειες αυτές έζησαν μια μακρά περιπλάνηση που πέρασε από την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, ακόμη και την Πτολεμαΐδα, μέχρι να τους παραχωρηθεί η γη στην οποία βρίσκεται σήμερα το χωριό.

Παρόλο που το ίδιο το χωριό είναι σχετικά νέο (1926), το έδαφος πάνω στο οποίο χτίστηκε κρύβει αρχαία μυστικά.

Στην περιοχή έχουν ανακαλυφθεί αρχαίοι τάφοι που χρονολογούνται γύρω στο 1100 π.Χ. (Ύστερη Εποχή του Χαλκού / Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου).Αυτό αποδεικνύει ότι η κοιλάδα του Γαλλικού ποταμού κατοικούνταν αδιάλειπτα από την αρχαιότητα.