ΕΥΘΑΝΑΣΙΑ: ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ – ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΙ ΗΘΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΣΕ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΕΛΛΑΔΑ

Ο 43χρονος ηθοποιός και σκηνοθέτης Arnaud Denis αποφάσισε να τερματίσει τη ζωή του μέσω ευθανασίας στο Βέλγιο. Μετά την τοποθέτηση εμφυτεύματος για την αποκατάσταση κήλης, ο Arnaud υπέστη σοβαρή αναπηρία και βασανιζόταν από φρικτούς πόνους.
Στην Ισπανία, λίγους μήνες πριν, η 25χρονη Νοέλια προσέφυγε στην ευθανασία και έβαλε τέλος στη ζωή της, παρά τη διαφωνία της οικογένειάς της. Το 2022, η νεαρή είχε μείνει τετραπληγική όταν πήδηξε από τον πέμπτο όροφο, σε απόπειρα αυτοκτονίας που ακολούθησε ομαδικό βιασμό. Έκτοτε αντιμετώπιζε έντονους σωματικούς πόνους.
Οι δύο περιπτώσεις προκάλεσαν αντιδράσεις και έντονο ενδιαφέρον, επαναφέροντας στη δημόσια συζήτηση ένα διαχρονικό ζήτημα που απασχολεί την ανθρωπότητα: την ευθανασία.
Το 2003, η υπόθεση ευθανασίας του Βενσάν Ιμπέρ στη Γαλλία είχε συγκλονίσει τη διεθνή κοινή γνώμη. Ο Ιμπέρ τραυματίστηκε βαριά σε τροχαίο τον Σεπτέμβριο του 2000. Τα επόμενα τρία χρόνια τα πέρασε σε νοσοκομειακό κρεβάτι, τετραπληγικός, χωρίς όραση και ακοή. Μπορούσε να επικοινωνεί μόνο πατώντας ένα πλήκτρο σε ειδικά σχεδιασμένο υπολογιστή, ενώ για να σχηματίσει μία φράση απαιτούνταν ολόκληρες ώρες.
Η μητέρα του, Μαρί, δεν έφυγε στιγμή από το πλευρό του και παρακολουθούσε καθημερινά τη δοκιμασία του. Τελικά, οι δυο τους αποφάσισαν να σταματήσουν αυτό το μαρτύριο. Η Μαρί Ιμπέρ του χορήγησε βαρβιτουρικά, προκειμένου να τον βοηθήσει να πεθάνει, όμως το προσωπικό του νοσοκομείου αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί. Εκείνη συνελήφθη, ενώ ο γιος της οδηγήθηκε στην εντατική και πέθανε τρεις ημέρες αργότερα. Η Μαρί αθωώθηκε τελικά τόσο κοινωνικά όσο και νομικά, με την υπόθεση να φέρνει την ευθανασία στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής και να ανοίγει στη Γαλλία έναν μεγάλο διάλογο για το δικαίωμα στον θάνατο.
Η ευθανασία επανέρχεται συχνά στην επικαιρότητα και δεν απασχολεί μόνο την κοινή γνώμη. Το δικαίωμα σε έναν αξιοπρεπή θάνατο έχει αποτελέσει θέμα και για τον παγκόσμιο κινηματογράφο, μέσα από βιογραφικές ταινίες, κοινωνικά δράματα αλλά και δυστοπικές ιστορίες, που φωτίζουν τις ηθικές και νομικές διαστάσεις του.
Ενδεικτικές και ιδιαίτερα γνωστές ταινίες είναι οι: The Sea Inside (2004), Million Dollar Baby (2004), The Room Next Door (2024).
Ο Εθνικός Οργανισμός Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου (NHS) περιγράφει την ευθανασία ως τη σκόπιμη πράξη που οδηγεί στον τερματισμό μιας ζωής, με σκοπό να ανακουφιστεί ο ασθενής από τον πόνο.
Η ευθανασία μπορεί να διαχωριστεί σε «ενεργητική» και «παθητική».
Ως ενεργητική ευθανασία νοείται η συνειδητή ενέργεια του γιατρού που προκαλεί τον θάνατο ασθενούς με ανίατη ασθένεια ή ανθρώπου ο οποίος βρίσκεται στο τελικό στάδιο της ζωής του.
Η παθητική ευθανασία συνδέεται με τη μη παροχή ή την παύση μηχανικής υποστήριξης και θεραπείας που κρατά έναν άνθρωπο στη ζωή. Χαρακτηριστική είναι δικαστική υπόθεση στην Καλιφόρνια το 1983, όταν κρίθηκε ότι οι γιατροί που διέκοπταν τη μηχανική υποστήριξη ασθενούς, με τη σύμφωνη γνώμη της οικογένειας, δεν μπορούσαν να διωχθούν για φόνο.
Στην ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία, ο γιατρός διαθέτει στον ασθενή τα απαραίτητα μέσα, όμως εκείνος είναι που εκτελεί την ενέργεια που οδηγεί στον θάνατο, όπως η λήψη ενός φαρμάκου.
Η εφαρμογή μιας τέτοιας διαδικασίας δεν γίνεται χωρίς αυστηρούς κανόνες, καθώς στις χώρες όπου επιτρέπεται η ευθανασία ή η ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία ισχύουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Απαραίτητη είναι η ελεύθερη και ξεκάθαρη έκφραση της επιθυμίας του ασθενούς. Παράλληλα, η κατάσταση της υγείας του αξιολογείται και από δεύτερο, ανεξάρτητο γιατρό, διαφορετικό από εκείνον που εξετάζει το αίτημα, ενώ όλες οι υποθέσεις καταγράφονται και ελέγχονται από τα αρμόδια όργανα.
Η αναζήτηση νόμιμης πρόσβασης σε διαδικασία υποβοηθούμενου θανάτου οδήγησε ακόμη και στη διατύπωση του όρου «τουρισμός θανάτου». Εδώ και χρόνια, για παράδειγμα, κάτοικοι άλλων χωρών ταξιδεύουν στην Ελβετία προκειμένου να υποβληθούν σε υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Εκεί η ενεργητική ευθανασία εξακολουθεί να απαγορεύεται, ενώ η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι νόμιμη και αποποινικοποιημένη από το 1942.
Ευθανασία και υποβοηθούμενος θάνατος στην Ευρώπη: Οι χώρες όπου επιτρέπονται
Η Ολλανδία έγινε το 2002 η πρώτη χώρα παγκοσμίως που αποποινικοποίησε την ευθανασία, θεσπίζοντας νόμο για τον τερματισμό της ζωής ύστερα από αίτημα και για την υποβοηθούμενη αυτοκτονία. Εκεί, ευθανασία θεωρείται η περίπτωση κατά την οποία «ο γιατρός χορηγεί στον ασθενή θανατηφόρα δόση κατάλληλου φαρμάκου», ενώ στην υποβοηθούμενη αυτοκτονία ο ίδιος ο ασθενής παίρνει το φάρμακο.
Μεταξύ των χωρών που επιτρέπουν την υποβοηθούμενη θανάτωση περιλαμβάνονται το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, η Γερμανία, η Ισπανία, η Αυστρία, η Πορτογαλία και η Γαλλία.

Το Βέλγιο ακολούθησε την Ολλανδία και το 2002 προχώρησε στην αποποινικοποίηση της ευθανασίας, θέτοντας και αυτό συγκεκριμένους όρους. Ο ασθενής οφείλει να μπορεί να εκφράζει τη βούλησή του, να μην υπάρχει προοπτική βελτίωσης και να δηλώνει ότι βιώνει αφόρητο πόνο. Το αίτημα απαιτείται να είναι εθελοντικό, ώριμα εξετασμένο, επανειλημμένο και απαλλαγμένο από οποιαδήποτε εξωτερική επιρροή. Το 2014 η ρύθμιση αυτή επεκτάθηκε και στους ανηλίκους.
Στο Λουξεμβούργο, η ευθανασία ή η υποβοηθούμενη αυτοκτονία αποποινικοποιήθηκε το 2009. Η Ισπανία, από την πλευρά της, ενέκρινε το 2021 νόμο που επιτρέπει αμφότερες τις πρακτικές για ανθρώπους οι οποίοι υποφέρουν αφόρητα.
Το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας αποφάνθηκε το 2020 πως ο νόμος που ποινικοποιούσε τις υπηρεσίες υποβοηθούμενης αυτοκτονίας αντίκειται στο Σύνταγμα. Όπως ανέφερε, οι νομοθέτες οφείλουν να «διασφαλίσουν ότι παραμένει επαρκής χώρος για το άτομο να ασκήσει το δικαίωμά του σε έναν αυτοκαθοριζόμενο θάνατο και να επιδιώξει και να πραγματοποιήσει την απόφαση να τερματίσει τη ζωή του με τους δικούς του όρους».
Στην Αυστρία, η νομοθεσία τροποποιήθηκε το 2022, έπειτα από δικαστική κρίση ότι η απαγόρευση της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας προσβάλλει το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης.
Έπειτα από πολυετή συζήτηση και αφού είχε προηγηθεί βέτο από τον πρόεδρο της χώρας, το κοινοβούλιο της Πορτογαλίας ενέκρινε το 2023 νομοσχέδιο για την άδεια ευθανασίας.
Στην Ιρλανδία, ειδική επιτροπή εισηγήθηκε προς την κυβέρνηση να «εισάγει νομοθεσία που να επιτρέπει την υποβοηθούμενη θανάτωση». Τον Οκτώβριο του 2024, τα μέλη του ιρλανδικού κοινοβουλίου ψήφισαν να εξετάσουν την έκθεση, χωρίς ωστόσο να έχει κατατεθεί μέχρι σήμερα νέα νομοθεσία.
Η γαλλική Εθνοσυνέλευση ενέκρινε οριστικά τον Ιούλιο του 2026 τη νομιμοποίηση και την αποποινικοποίηση της ιατρικώς υποβοηθούμενης ευθανασίας στη Γαλλία. Έναν μήνα αργότερα, μετά και την έγκριση του Συνταγματικού Συμβουλίου της χώρας, ο νόμος τέθηκε σε εφαρμογή.

Τι προβλέπει το ελληνικό δίκαιο για την ευθανασία
Στην Ελλάδα, το πλαίσιο που εφαρμόζεται είναι διαφορετικό.
Με βάση το ελληνικό δίκαιο, η ευθανασία δεν επιτρέπεται. Ο Ποινικός Κώδικας την αντιμετωπίζει ως μορφή ανθρωποκτονίας: όταν κάποιος, από οίκτο και ύστερα από επίμονη επιθυμία του ασθενούς, προκαλεί τον θάνατό του, προβλέπεται ποινή φυλάκισης.
Απαγορεύεται και η ιατρικά υποβοηθούμενη αυτοκτονία, δηλαδή η βοήθεια προς έναν ασθενή ώστε να τερματίσει τη ζωή του, και τιμωρείται αυστηρά. Ούτε οι γιατροί ούτε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο επιτρέπεται να μετέχουν σε τέτοιες πράξεις.
Επομένως, ο νόμος δεν παρέχει στον γιατρό τη δυνατότητα να προχωρήσει σε ενεργητική ευθανασία, ακόμη κι αν υπάρχει η συναίνεση του ασθενούς. Αντίθετα, αναγνωρίζεται πλήρως η βούληση του ασθενούς να αρνηθεί ή να διακόψει τη θεραπεία του οποτεδήποτε, η οποία καθορίζει τελικά και το καθήκον του γιατρού. Σημειώνεται ότι η μη χορήγηση θεραπείας από τον γιατρό δεν έχει ποινική σημασία, όταν η θεραπεία αυτή δεν προκαλεί άμεσα τον θάνατο και ο τελευταίος επέρχεται φυσικά και αναπόφευκτα.
Με λίγα λόγια, η ευθανασία στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι παράνομη, ακόμη και όταν πρόκειται για σοβαρή ασθένεια.

Η Μαρία Μηλαπίδου, Δρ Νομικής και Μέλος Εργαστηρίου Μελέτης Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής στο Τμήμα Ιατρικής του ΑΠΘ παρουσιάζει τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της ευθανασίας, υπό το νομικό αλλά και το ηθικό τους πρίσμα.
«Τα επιχειρήματα υπέρ της ευθανασίας ξεκινούν από την ελευθερία της επιλογής και την αυτονομία του ανθρώπου. Κάθε άνθρωπος θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να επιλέγει αν θέλει να συνεχίσει να ζει, σύμφωνα με τη δική του αντίληψη για την αυτονομία και την προσωπική του βούληση».
Ένα ακόμη επιχείρημα σχετίζεται με την ποιότητα ζωής, καθώς διατυπώνεται η θέση ότι δεν είναι δυνατόν να επιβάλλεται σε έναν άνθρωπο η συνέχιση της ζωής του, όταν αυτή έχει υποβαθμιστεί τόσο ώστε να μη συνάδει πια με τις προσωπικές αξίες και ανάγκες του. «Υπό αυτή την έννοια, η επιλογή της ευθανασίας παρουσιάζεται ως ένας τρόπος υπεράσπισης της ποιότητας ζωής, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται τον θάνατο», εξηγεί η ίδια.
Η αξιοπρέπεια έχει επίσης άμεση σχέση με την αυτονομία και την ελευθερία της επιλογής. «Ένα βασικό επιχείρημα όσων υποστηρίζουν το δικαίωμα στην ευθανασία είναι ότι κάθε άνθρωπος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ορίζει ο ίδιος τι σημαίνει για εκείνον αξιοπρεπής θάνατος. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρονται και μαρτυρικές καταθέσεις συγγενών των ανθρώπων που επέλεξαν την ευθανασία – σύμφωνα με τις οποίες, η ζωή των συγκεκριμένων ανθρώπων είχε μετατραπεί σε μαρτύριο και η επιλογή της ευθανασίας αντιμετωπίστηκε ως λύτρωση».
Ένα επιπλέον επιχείρημα υπέρ της ευθανασίας συνδέεται με τη διασφάλιση των πόρων υγείας και το οικονομικό κόστος της μακροχρόνιας νοσηλείας, όπως εξηγεί η ίδια: «Ένας ασθενής που βρίσκεται σε σοβαρή κατάσταση και νοσηλεύεται για μεγάλο χρονικό διάστημα συνεπάγεται κόστος τόσο για την οικογένειά του όσο και για το σύστημα υγείας. Η ευθανασία παρουσιάζεται, επίσης, από ορισμένους ως πράξη ανθρωπισμού.
Ταυτόχρονα, διατυπώνεται η άποψη πως η ευθανασία ενδέχεται να προστατεύσει τα αγαπημένα πρόσωπα του ασθενούς από το ψυχολογικό και πρακτικό βάρος μιας μακράς περιόδου φροντίδας. Η παρατεταμένη ασθένεια μπορεί να απαιτεί συνεχή υποστήριξη και φροντίδα, ενώ η καθημερινή παρακολούθηση ενός ανθρώπου που υποφέρει και πλησιάζει στον θάνατο μπορεί να έχει σημαντικό ψυχολογικό κόστος για την οικογένειά του».

Στον αντίποδα, τα επιχειρήματα κατά της ευθανασίας συνδέονται καταρχάς με την αποστολή του γιατρού, ο οποίος οφείλει να εξαντλήσει κάθε δυνατότητα για να θεραπεύσει ή να σώσει τον ασθενή, ακόμη και όταν τελικά δεν το κατορθώσει.
Η κ. Μηλαπίδου επισημαίνει: «Η υποχρέωση αυτή συνδέεται και με την ευθύνη που μπορεί να έχει ο γιατρός σε περίπτωση παράλειψης. Επομένως, τίθεται το ερώτημα πώς ο γιατρός μπορεί να μετατραπεί από πρόσωπο που προσπαθεί να σώσει τον ασθενή σε πρόσωπο που προκαλεί τον θάνατό του».
Στη συνέχεια τίθεται το ζήτημα της ηθικής και της θρησκευτικής πίστης. Με βάση ορισμένες θρησκευτικές αντιλήψεις, η ζωή θεωρείται δώρο του Θεού και, επομένως, δεν αποτελεί κάτι που ο άνθρωπος μπορεί να διαθέσει ελεύθερα σύμφωνα με τη δική του βούληση.
Η κ. Μηλαπίδου αναφέρεται και στην ικανότητα του ασθενούς να λάβει μια τέτοια απόφαση: «Ένα ακόμη ζήτημα αφορά την ικανότητα του ασθενούς να λάβει μια τέτοια απόφαση», αναλύει η κ. Μηλαπίδου. «Υποστηρίζεται ότι μια ανίατη ασθένεια μπορεί να έχει επηρεάσει τη σκέψη και την ικανότητα λήψης αποφάσεων του ασθενούς. Επομένως, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο διαθέτει την απαραίτητη ικανότητα για να αποφασίσει ότι θέλει να πεθάνει».
Παράλληλα, μπορεί να εμφανιστεί και αίσθημα της ενοχής στον ασθενή. Δεν είναι αποδεκτό να δημιουργείται στους ανθρώπους αυτούς η πεποίθηση ότι αποτελούν βάρος και πως, για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να διαλέξουν τον θάνατο.
Για τους γιατρούς, αντίστοιχα, ανακύπτει το θέμα της ηθικής συνείδησης. «Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας προβλέπει τη δυνατότητα του γιατρού να απέχει από μια ιατρική πράξη για λόγους ηθικής συνείδησης. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο γιατρός μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση της συγκεκριμένης ιατρικής πράξης και θα πρέπει να παραπέμψει τον ασθενή σε άλλον γιατρό».
Ένα ακόμη σημείο που τίθεται είναι η πιθανότητα να υπάρξει βελτίωση ή ακόμη και ένα απρόσμενα θετικό αποτέλεσμα. Έτσι, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη μια μη αναστρέψιμη επιλογή, όταν η κατάσταση του ασθενούς ενδέχεται ακόμη να αλλάξει.

Προγενέστερες Οδηγίες και «Διαθήκες Ζωής» στην Ελλάδα
Οι Προγενέστερες Οδηγίες ή «Διαθήκες Ζωής» αποτελούν γραπτές και νομικές καταγραφές των επιλογών ενός ανθρώπου για την ιατρική φροντίδα του, στην περίπτωση που ο ίδιος δεν μπορεί να αποφασίσει. Σε αρκετές ανεπτυγμένες χώρες, κυρίως στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, εφαρμόζονται ευρέως και έχουν θεσμική, δεσμευτική ισχύ, όχι όμως και στην Ελλάδα.
Οι οδηγίες αυτές λειτουργούν ως κατεύθυνση για γιατρούς και φροντιστές όταν κάποιος βρίσκεται στο τελικό στάδιο μιας ασθένειας, έχει υποστεί σοβαρό τραυματισμό ή βρίσκεται σε κώμα, αλλά και όταν πάσχει από άνοια σε προχωρημένο στάδιο και πλησιάζει στο τέλος της ζωής του.
Δεν απευθύνονται αποκλειστικά σε ηλικιωμένους ούτε αφορούν μόνο απρόβλεπτες συνθήκες στο τέλος της ζωής. Επιτρέπουν σε κάθε άνθρωπο να λάβει την περίθαλψη που επιθυμεί, περιορίζοντας παράλληλα την περιττή ταλαιπωρία και απαλλάσσοντας τους φροντιστές από την ευθύνη των αποφάσεων σε περιόδους κρίσης ή πένθους. Έτσι περιορίζονται η σύγχυση και οι διαφωνίες για τις επιλογές που θα αποφάσιζαν άλλοι για λογαριασμό του ασθενούς.
Οι Διαθήκες Ζωής ανταποκρίνονται ουσιαστικά στην ονομασία τους: πρόκειται για ένα έγγραφο που μοιάζει με διαθήκη, όπου η βούληση του συντάκτη καταγράφεται ενώ εκείνος απουσιάζει. Περιλαμβάνει έγκυρες και νομικά δεσμευτικές αποφάσεις πριν από τον θάνατο του «κληρονομούμενου», σχετικά με τις ιατρικές επιλογές του. Το άτομο περιγράφει εκ των προτέρων πιθανά μελλοντικά ιατρικά σενάρια, για την περίπτωση που ο ασθενής έχει βρεθεί σε μια de facto «ασυνείδητη πραγματικότητα» και δεν μπορεί να εκφράσει εκείνη τη στιγμή ποια θεραπεία θεωρεί κατάλληλη.
Οι Διαθήκες Ζωής είναι δυνατό να αφορούν, μεταξύ άλλων, τις παρακάτω ιατρικές αποφάσεις: την καρδιοαναπνευστική αναζωογόνηση, τον μηχανικό αερισμό, τη σίτιση μέσω σωλήνα, την αιμοκάθαρση, τη χορήγηση αντιβιοτικών και αντιϊκών φαρμάκων, καθώς και την παρηγορητική αγωγή.
Η κ. Μηλαπίδου αναφέρεται στη σχέση των Προγενέστερων Οδηγιών με την ευθανασία, υπογραμμίζοντας ότι αυτές στηρίζουν τόσο το έργο των γιατρών όσο και την αυτονομία του ασθενούς:
«Οι προγενέστερες οδηγίες είναι μια κατασκευή, η οποία θα μπορούσε να δώσει λύση σε διάφορες περιπτώσεις και θα μπορούσε να αφορά το σύνολο των ανθρώπων. Δεν έχει να κάνει μόνο με το αν κάποιος είναι άρρωστος ή έχει πρόβλημα υγείας – θα μπορούσε ο καθένας να συντάξει μία και σε περίπτωση που του συμβεί το οτιδήποτε, θα εξυπηρετούσε πάρα πολύ να είναι κατοχυρωμένο νομοθετικά για δύο λόγους: Αρχικά γίνεται σεβαστή η αυτοδιάθεση, η επιθυμία και η αυτονομία του ατόμου. Επίσης, θα διευκόλυνε πολύ τους γιατρούς οι οποίοι έρχονται πολλές φορές σε δύσκολη θέση, καθώς όταν δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με τον ασθενή, αναγκαστικά απευθύνονται στους συγγενείς, οι οποίοι είτε δεν σκέφτονται τη βούληση του ασθενούς είτε μαλώνουν μεταξύ τους».
Όπως διευκρινίζει η ίδια, στην Ελλάδα μια τέτοια διαθήκη δεν αναγνωρίζεται νομικά, ακόμη κι αν έχει συνταχθεί ενώπιον συμβολαιογράφου:
«Είναι όμως μια συζήτηση που είναι ανοιχτή και υπήρχε μια διάθεση να ρυθμιστεί με πρόσφατα νομοσχέδια. Υπάρχει και η έννοια του πληρεξουσίου υγείας, που στη συγκεκριμένη περίπτωση ορίζεις κάποιο συγγενικό σου πρόσωπο, να πάρει αυτός τις αποφάσεις σε περίπτωση που σου συμβεί το οτιδήποτε. Και αυτό προβλέπεται νομοθετικά σε άλλες χώρες, ενώ στην Ελλάδα δεν έχει ισχύ».
Η κ. Μηλαπίδου εντοπίζει, πάντως, ένα σημαντικό ζήτημα στις προγενέστερες οδηγίες: το πότε και με ποιον τρόπο θα επικαιροποιούνται.
«Η πρόταση που υπάρχει είναι να ανανεώνονται κάθε 10 χρόνια. Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι ακόμα και στις χώρες που υπάρχει ως πρόβλεψη, είναι πολύ κρίσιμο το ζήτημα το αν θα πρέπει να ανανεώνονται. Κάθε πότε θα πρέπει να ανανεώνονται; Κάθε δύο χρόνια, κάθε τρία, κάθε πέντε; Μήπως μετά από κάποιο σημαντικό γεγονός, ας πούμε ένα διαζύγιο, έναν άλλο θάνατο ή μια ασθένεια; Είναι δεδομένο ότι πρέπει να έχουν κάποια επικαιρότητα, γιατί μια προγενέστερη οδηγία που θα έχει γράψει κάποιος στα 40, μπορεί να μην ανταποκρίνεται στη βούλησή του στα 80. Συνήθως, όταν πλησιάζουμε στον θάνατο, όλοι θέλουμε να ζήσουμε, κανείς δεν θέλει να πεθάνει».

Η Χριστίνα Κυδώνα, παθολόγος και εντατικολόγος που εργάζεται με βαρέως πάσχοντες, μιλά στην parallaxi για την επιλογή της ευθανασίας και για τον τρόπο με τον οποίο την αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία:
«Οι άνθρωποι που επιλέγουν την ευθανασία έχουν το αυτεξούσιό τους για ένα σωρό πράγματα, όμως είναι σαν εμείς να θεωρούμε ότι δεν έχουν το αυτεξούσιο όσον αφορά την έννοια της ζωής. Είναι παραλογισμός αυτό, αν το δει κανείς και φιλοσοφικά αλλά και από ηθική σκοπιά. Γιατί αυτός ο ενήλικας άνθρωπος μπορεί να κάνει μια σειρά από πράγματα και να μην έχει και τον τελευταίο λόγο πάνω στη ζωή του; Αυτό έτσι κι αλλιώς, μπορεί να πει κανείς, ότι είναι παράλογο, να του το στερεί η κοινωνία.
«Για να έχεις άποψη πάνω σε αυτά τα πράγματα, πρέπει και εσύ να έχεις μια στοιχειώδη αίσθηση του τι σημαίνει βαριά νόσος», τονίζει χαρακτηριστικά η ίδια:
«Υπάρχουν καταστάσεις νοσηρές, παθήσεις που στερούν τον άνθρωπο από κάθε χαρά και από την αξιοπρέπεια της αυτονομίας. Όταν ο άνθρωπος είναι εξαρτώμενος απόλυτα είτε από μηχανήματα είτε από άλλα πρόσωπα, ίσως είναι ακινητοποιημένος ή βιώνει έντονο πόνο, είτε ψυχικό είτε σωματικό, είναι υποκρισία από την κοινωνία και το κράτος να του αρνούνται μία τέτοια επιλογή.
Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, η οποία δεν φροντίζει στο μέγιστο έτσι ώστε να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες ενός τέτοιου ανθρώπου, αλλά παρεμβαίνουν μόνο για να απορρίψουν ένα πιθανό τέτοιο αίτημα. Δεν είναι δηλαδή ότι έχουμε και μια προνοιακή δομή ή ένα σύστημα υγείας τέτοιο που όντως να προσφέρει στον πάσχοντα όλα αυτά που χρειάζεται και παραπάνω.
Ταυτόχρονα στερούν πολλά, και ειδικά από τους μη έχοντες, από τους φτωχούς γιατί κάθε νόσος βιώνεται διαφορετικά, ανάλογα με την ταξική θέση του ανθρώπους. Η σημερινή ελληνική κοινωνία ξέρουμε όλοι ότι δεν φροντίζει όσο πρέπει τους πάσχοντες και είναι παράλογο να βγαίνει μπροστά και να τους απαγορεύει μια τέτοια επιλογή ως κάτι που αφορά την ίδια και όχι το άτομο».
Η κ. Κυδώνα υποστηρίζει ότι «οι άνθρωποι που θέλουν πραγματικά να πεθάνουν, έχουν τρόπο… να αυτοκτονήσουν»:
«Οι τρόποι αυτοί είναι φρικτοί, επώδυνοι, θα έχουν ένα κακό τέλος. Δεν είναι ότι δεν έχουμε αυτοκτονίες στην Ελλάδα, δεν είναι ένα ανύπαρκτο φαινόμενο. Είναι σαν να στερείς από τον άνθρωπο ένα ήσυχο και αξιοπρεπές τέλος, στην περίπτωση που έχει φτάσει στο σημείο να μη θέλει άλλο τη ζωή του γιατί αυτό του προξενεί μόνο πόνο. Η ελληνική κοινωνία του στερεί το δικαίωμα σε έναν ήρεμο και ανώδυνο θάνατο».

Μιλώντας για τη συμβολή της ανακουφιστικής και παρηγορητικής φροντίδας, η κ. Κυδώνα επισημαίνει ότι η ευθανασία θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας συνολικότερης φροντίδας για τους ασθενείς, μόνο με αυστηρούς νόμους και σαφείς δικλίδες ασφαλείας:
«Όταν ένας άνθρωπος, με σώας τας φρένας, ο οποίος έχει αξιολογηθεί επανειλημμένα – γιατί εννοείται ότι πρέπει να υπάρξει ένα νομικό πλαίσιο, που αυτά θα γίνονται από δημόσιο φορέα, αφού έχουν υποστηριχθεί και ψυχικά και για την πάθηση πολλαπλώς. Όταν λοιπόν το αίτημα δεν ικανοποιείται με την πρώτη, έχει περάσει από αυτά τα φίλτρα και εννοείται πως δεν παρεμβαίνει ο ιδιωτικός τομέας ώστε να αφαιρέσουμε τον κίνδυνο παραγωγής κέρδους από τον θάνατο – η διαδικασία αυτή θα εκτελεστεί από γιατρούς ή γενικά υγειονομικοί που έχουν αυτή τη φιλοσοφία και πιστεύουν στην ανακούφιση».
Η ίδια προσθέτει ότι οι επαγγελματίες υγείας που φροντίζουν ανθρώπους με σοβαρές ασθένειες γνωρίζουν ήδη καλά τόσο την αντιμετώπιση του πόνου όσο και τη φροντίδα στις τελευταίες ώρες της ζωής:
«Οι άνθρωποι που ασχολούμαστε με τη βαριά νόσο, με έναν άλλο τρόπο, ερχόμαστε κοντά σε αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα όταν δίνουμε οπιοειδή στο τέλος του θανάτου, κάποιες φορές για τους αφόρητους πόνους, είμαστε απόλυτα εξοικειωμένοι, με την τελική στιγμή και αυτό που μας ενδιαφέρει πάντα είναι να είναι όσο δυνατόν ανώδυνο.
Τέτοιοι γιατροί, στην περίπτωση που φτιαχτεί αυτό το κατάλληλο νομικό πλαίσιο με όλες τις δικλίδες ασφαλείας, δεν θεωρώ ότι θα είχαν συνειδησιακό πρόβλημα. Ίσα-ίσα θα ένιωθαν ότι μετέχουν σε ένα σύστημα ανακουφιστικής φροντίδας».
«Όταν λέμε ότι η ζωή είναι ιερή, αυτό νοείται και θρησκευτικά αλλά και φιλοσοφικά. Το θέμα είναι να την υποστηρίζεις ως ιερή».
Η κ. Κυδώνα υπογραμμίζει, κλείνοντας, ότι η συζήτηση δεν αφορά αποκλειστικά την τελευταία βούληση του ασθενούς, αλλά και τη συνολική στάση της κοινωνίας και της πολιτείας απέναντι στους ανθρώπους με βαριές παθήσεις:
«Όταν το κράτος εμφανίζεται μόνο στην τελευταία επιθυμία του ανθρώπου, αυτό είναι άδικο για τον ίδιο τον άνθρωπο. Και ταυτόχρονα είναι σαν να ωθούμε τον κόσμο και σε μια παρανομία γιατί αυτός που είναι αποφασισμένος πρέπει να βρει έναν τρόπο».