ΠΡΟΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ ΑΓΧΟΣ: ΤΙ ΤΟ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΤΑΙ

Γράφει ο Γιώργος Λουφέκης, coach της ομάδας L-Crew, BSc Αθλητικές Επιστήμες, cMSc Βελτιστοποίηση αθλητικής απόδοσης, cMSc Συνθετική Συμβουλευτική & Ψυχοθεραπεία (l-crew.gr, loufekis_g).
Το προαγωνιστικό άγχος συγκαταλέγεται στα φαινόμενα που έχουν μελετηθεί περισσότερο στην αθλητική ψυχολογία, παραμένοντας όμως συχνά παρεξηγημένο στην καθημερινή πρακτική. Πολλοί το εκλαμβάνουν ως σημάδι ελλιπούς προετοιμασίας ή χαμηλής αυτοπεποίθησης. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη. Αθλητές με εξαιρετική φυσική κατάσταση, τεχνική κατάρτιση και σημαντική εμπειρία μπορεί να αισθάνονται έντονη εσωτερική ένταση λίγο πριν αγωνιστούν. Επομένως, προκύπτει ένα πιο σημαντικό ερώτημα: αφού δεν εξαρτάται μόνο από το επίπεδο ετοιμότητας, ποια είναι η πραγματική του προέλευση;
Πριν από τον αγώνα: τι κρύβεται πίσω από αυτό το συναίσθημα;
Το κλειδί βρίσκεται στην προσωπική ερμηνεία που δίνει ο αθλητής σε όσα πρόκειται να ζήσει. Με βάση τη θεωρία της γνωστικής αξιολόγησης, η αγχωτική αντίδραση δεν προκαλείται απλώς από το ίδιο το γεγονός, αλλά από το νόημα που αποκτά για το άτομο. Ένας αγώνας από μόνος του είναι ουδέτερος· αποκτά συναισθηματικό βάρος όταν συνδέεται με την προσωπική αξία, την ανάγκη επιβεβαίωσης ή τον φόβο ότι θα υπάρξει αποτυχία.
Η ψυχολογική πίεση μεγαλώνει όταν ο αθλητής συνδέει στενά την απόδοσή του με την αυτοεικόνα του. Έτσι, το προαγωνιστικό άγχος δεν αποτελεί ένα φαινόμενο ανεξάρτητο από την προσωπικότητά του, αλλά φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον εαυτό του. Όσοι χαρακτηρίζονται από έντονη τελειομανία, αυστηρή αυτοκριτική ή ισχυρή ανάγκη ελέγχου είναι πιθανότερο να πιέζονται περισσότερο πριν εκτεθούν αγωνιστικά.
Αυτό δε σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι έχουν προετοιμαστεί λιγότερο· σε αρκετές περιπτώσεις ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Η βασική διαφορά βρίσκεται στις απαιτήσεις που θέτουν εσωτερικά στον εαυτό τους. Για αυτούς τους αθλητές, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η αγωνιστική επίδοση, αλλά και η προστασία μιας συγκεκριμένης εικόνας που έχουν διαμορφώσει για τον εαυτό τους. Πρόκειται για μηχανισμό που δεν αφορά αποκλειστικά τον αθλητισμό.
Στην ουσία, πρόκειται για βαθύτερα μοτίβα τα οποία εκδηλώνονται και έξω από τον αγωνιστικό χώρο. Ο φόβος απέναντι στην αξιολόγηση, η αδυναμία να γίνει αποδεκτό ένα λάθος και η ανάγκη να επιβεβαιωθεί κάποιος μέσα από την επίδοσή του εμφανίζονται και στην καθημερινότητα. Ο αγώνας απλώς συμπυκνώνει αυτές τις εσωτερικές διεργασίες, κάνοντάς τες πιο έντονες και εμφανείς. Υπό αυτή την έννοια, το άγχος αποτελεί συνέχεια του συνολικού τρόπου με τον οποίο λειτουργεί ψυχικά ο αθλητής.
Γιατί η προπόνηση από μόνη της δεν εξαλείφει το άγχος
Ένα από τα πιο συνηθισμένα πιστεύω είναι πως η επαρκής προπόνηση μπορεί να εξαφανίσει το άγχος. Η αντίληψη αυτή στηρίζεται στη σκέψη ότι η καλή προετοιμασία φέρνει αυτοπεποίθηση και, κατά συνέπεια, ψυχραιμία. Πράγματι, η προπόνηση περιορίζει την αβεβαιότητα σχετικά με την απόδοση, όμως δεν αγγίζει αναγκαστικά τη βαθύτερη αιτία του άγχους. Το θέμα δεν αφορά μόνο το «αν μπορώ», αλλά και το «τι σημαίνει αν δεν τα καταφέρω». Επομένως, η αγωνία σχετίζεται τόσο με την ικανότητα όσο και με τον τρόπο που ερμηνεύεται μια πιθανή αποτυχία.
Όταν η ενθάρρυνση δεν αρκεί για να μειώσει την ένταση
Εδώ εμφανίζεται και το όριο της συνηθισμένης ενθάρρυνσης. Εκφράσεις όπως «έχεις προπονηθεί καλά, θα τα πας τέλεια» προέρχονται από καλή διάθεση, συχνά όμως δεν βοηθούν όσο περιμένουμε. Απευθύνονται στη λογική σκέψη του αθλητή, ενώ το άγχος γίνεται αισθητό κυρίως στο σώμα και στο συναίσθημα. Έτσι προκύπτει μια εσωτερική αντίθεση: από τη μία γνωρίζει ότι έχει προετοιμαστεί, από την άλλη εξακολουθεί να νιώθει ένταση. Αυτή η διαφορά μπορεί να τροφοδοτήσει την αμφιβολία και να τον κάνει να σκέφτεται γιατί δε «νιώθει» όπως θα έπρεπε.
Γιατί η ενίσχυση του κινήτρου δεν λύνει πάντα το πρόβλημα
Η απόπειρα να περιοριστεί το άγχος με περισσότερο κίνητρο συχνά δεν αγγίζει την πραγματική του βάση. Το προαγωνιστικό άγχος δεν δείχνει ότι λείπει η διάθεση ή η ενέργεια, αλλά ότι ενεργοποιούνται συγκεκριμένες εσωτερικές διεργασίες. Η αποτελεσματική διαχείριση δεν έχει στόχο απλώς να «ανεβάσει» τον αθλητή, αλλά να τον οδηγήσει στην κατανόηση όσων συμβαίνουν μέσα του εκείνη τη στιγμή. Πρώτο ουσιαστικό βήμα είναι να αναγνωρίσει τις σκέψεις, τις προσδοκίες και τα συναισθήματα που συνδέονται με τον αγώνα.
Τρεις άξονες για τη διαχείριση του προαγωνιστικού άγχους
Μια πραγματικά ολοκληρωμένη διαχείριση του προαγωνιστικού άγχους χρειάζεται να στηρίζεται ταυτόχρονα σε τρία βασικά επίπεδα:
1. Στη γνωστική κατανόηση.
2. Στην επίγνωση των συναισθημάτων.
3. Στη ρύθμιση των σωματικών αντιδράσεων.
Ο αθλητής χρειάζεται πρώτα να καταλάβει ποιες σκέψεις περνούν από το μυαλό του, να αναγνωρίσει τα συναισθήματά του και να προσέξει τις σωματικές του αντιδράσεις. Καθώς αντιλαμβάνεται τι πυροδοτείται μέσα του και ποιοι είναι οι λόγοι, μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με την εμπειρία του αγώνα. Στόχος δεν είναι να αποκτήσει απόλυτο έλεγχο, αλλά να μάθει να τη διαχειρίζεται με μεγαλύτερη λειτουργικότητα. Έτσι, το άγχος δεν θεωρείται πλέον ένα εμπόδιο που πρέπει οπωσδήποτε να εξαφανιστεί, αλλά μια κατάσταση που μπορεί να γίνει κατανοητή και να ρυθμιστεί.