TRAVEL

ΜΟΚΣΑ ΣΤΟΝ ΔΟΥΝΑΒΗ: ΓΙΑ ΜΙΑ

Στη Μόκσα, στον Δούναβη, η τελετή καύσης των νεκρών αποτυπώνεται από τον Ιωσήφ Μανίκη και την Εύα Μιμιλίδου ως σιωπηλή, ξένη εμπειρία.

Κάνε το couscous.gr προτιμώμενη πηγή στην Google

Το άρθρο περιγράφει με λυρικό και στοχαστικό τρόπο μια ινδουιστική τελετή καύσης νεκρού στις όχθες του ιερού ποταμού Μπαγκμάτι στο Κατμαντού, αναδεικνύοντας τη βαθιά σχέση ζωής, θανάτου και λύτρωσης στη φιλοσοφία της Μόκσα. Μέσα από τις εικόνες της τελετής, αλλά και την προσωπική εμπειρία των αφηγητών, το κείμενο καταλήγει σε μια συγκινητική σύνδεση με τον Δούναβη, ως έναν δικό τους, οικείο τόπο μνήμης και τελευταίας επιστροφής.

Πιο αναλυτικά

Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης / Εικόνες: Ιωσήφ Μανίκης & Εύα Μιμιλίδου

Η μέρα ήταν αφιερωμένη στην τελετή της καύσης των νεκρών. Κι εμείς, ξένοι μεν αλλά σιωπηλά παρόντες, σταθήκαμε κάπως μακριά, σχεδόν κρυφοί μάρτυρες μιας άλλης πραγματικότητας. Ενός αποχαιρετισμού τόσο ξένου, κι όμως τόσο οικείου.

Η κοιλάδα του Κατμαντού ήταν βυθισμένη σ’ ένα γαλήνιο πέπλο ομίχλης, σαν να είχε φορέσει το πρωινό της σάρι. Ο ουρανός, βαρύς και μολυβένιος, χαμήλωνε πάνω από την κοιλάδα. Δεν υπήρχε ο παραμικρός ψίθυρος. Η ερημιά της σιωπής διάβαινε γαλήνια και κατευόδωνε τον νεκρό. Όχι σαν θρήνος, μα σαν παλαιός φίλος.

Στις όχθες του Μπαγκμάτι, εκεί όπου η ζωή και ο θάνατος συνδιαλέγονται αιώνες τώρα, είχαν συγκεντρωθεί οι συγγενείς του αποθανόντος. Στέκονταν αμίλητοι ο ένας δίπλα στον άλλον, με τις λευκές τους φορεσιές να θυμίζουν όχι μόνο πένθος, αλλά και την αποδοχή ενός κύκλου που κλείνει.

Μόκσα στον Δούναβη: Για μια

Ο Μπαγκμά τι, ποτάμι ιερό, δεν κυλούσε απλώς. Κουβαλούσε μαζί του ψυχές, μυστικά και στάχτες. Οι Ιμαλαϊκές του πηγές τού προσέδιδαν θεϊκή γενεαλογία. Ήταν το νήμα που ένωνε τη θεϊκή κατοικία του Σίβα με τον κόσμο των θνητών. Ήταν το πέρασμα της ψυχής, ένας «θεϊκός δρόμος» προς τη Μόκσα.

Αυτός ήταν κι ο λόγος που εκατοντάδες, χιλιάδες πιστοί συνωστίζονταν στις όχθες του. Για να βρουν ευλογία, να πλυθούν από τις αμαρτίες ή να αποχαιρετήσουν τα σώματα που άφηναν πίσω το βάρος της ύλης.

Μόκσα στον Δούναβη: Για μια

Η σορός του νεκρού είχε τοποθετηθεί με ευλάβεια πάνω σε μια επιμελώς φτιαγμένη στοίβα από ειδικά ξύλα. Για την πλήρη καύση της σορού απαιτούνταν αρκετά ξύλα ώστε η καύση να ολοκληρωθεί πλήρως, σαν να έπρεπε να καταναλωθεί μαζί με το σώμα και κάθε προσκόλληση στο εφήμερο.

Αν και υπήρχαν σύγχρονα κρεματόρια με μεταλλικές καμίνους και οικολογική ευσυνειδησία, πολλοί επέλεγαν ακόμη την παλιά μέθοδο και τις τελετουργίες. Ίσως γιατί η παράδοση, όσο παλιά κι αν είναι, πάντα κάτι μας θυμίζει. Η στοίβα ήταν φτιαγμένη με τρεις στρώσεις ξύλων, επιλεγμένα όχι μόνο για τη διάρκεια της καύσης τους, αλλά και για την αντοχή τους στο βάρος της σορού.

Ακόμη κι εκεί, η σοβαρότητα της στιγμής δεν αφαιρούσε το τυχαίο, το γήινο. Ένας μικρός σκύλος περιφερόταν διακριτικά ανάμεσα στους συγκεντρωμένους, κουνώντας την ουρά του σαν να ήξερε. Ίσως έψαχνε τροφή, ίσως προσπαθούσε να παρηγορήσει.

Μόκσα στον Δούναβη: Για μια

Ένα μουρμουρητό διέκοψε την απόκοσμη σιγή του ιερού τόπου. Ήταν μια χαμηλή, ρυθμική ψαλμωδία που έμοιαζε να ξεπηδά από τη μνήμη της γης. Έξι άντρες, ντυμένοι στα λευκά, με απλή φανέλα και ντότι, το παραδοσιακό ύφασμα τυλιγμένο γύρω από τη μέση, βάδιζαν αργά, σχεδόν τελετουργικά, σαν να μην κουβαλούσαν σώμα, αλλά σιωπή.

Στους ώμους τους βρισκόταν το φορείο από δεμένους κορμούς, ένα άνοιγμα για την τελευταία θέα. Στα χείλη τους, το μουρμουρητό. Στα μάτια τους, η απουσία του χρόνου.

Πίσω τους, οι συγγενείς του νεκρού ακολουθούσαν με τον βηματισμό εκείνου που γνωρίζει ότι προχωρά προς το τέλος ενός κύκλου, όχι με απόγνωση, αλλά με ευλάβεια. Κάθε κίνηση είχε το βάρος της παράδοσης. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο, τίποτα πρόχειρο. Όπως κι η ίδια η ζωή, ένα σύνολο από τελετουργίες που νομίζουμε καθημερινές ώσπου να τις δούμε από μακριά.

Η τελετή δεν είχε απλώς θρησκευτικό χαρακτήρα, είχε φιλοσοφικό σκοπό. Δεν έκαιγαν έναν άνθρωπο, τον ελευθέρωναν. Η καύση εδώ δεν ήταν τέλος, μα απογείωση, μια προσπάθεια απαγκίστρωσης της ψυχής από τον ατέρμονο κύκλο των συνεχών αναγεννήσεων της σαμσάρα: γέννηση, θάνατος, επανάληψη. Η Μόκσα ήταν το ζητούμενο, η λύτρωση.

Μόκσα στον Δούναβη: Για μια

Το φορείο χαμήλωσε δίπλα στην όχθη και, πριν η σορός τοποθετηθεί πάνω στη στοίβα των ξύλων, βράχηκε με λίγο νερό από τον ποταμό. Ένα άγγιγμα καθαρμού, σαν τελευταίο αντίο του ποταμού. Ο νεκρός φορούσε γιορτινά. Λουλούδια στόλιζαν το στήθος και το μέτωπό του, κι ένα πορτοκαλί ύφασμα κάλυπτε το σώμα του σαν σάβανο ή σαν πύρινη πανοπλία για το μεγάλο ταξίδι.

Ο αρχιερέας Σάντου, ψηλός, με γενειάδα πυκνή και μάτια βαθιά, σήκωσε ένα χρυσό κύπελλο προς τον ουρανό. Έψελνε μια ωδή στον ήλιο, τον αμετάβλητο μάρτυρα της αναχώρησης. Έμοιαζε να συγκεντρώνει την ουράνια τέφρα, αν και κανείς δεν ήταν βέβαιος πώς θα μπορούσε να φυλαχτεί κάτι τόσο άπιαστο.

Μόκσα στον Δούναβη: Για μια

Με ένα νεύμα, παρέδωσε την ευθύνη της φλόγας στον υπεύθυνο, που στην προκειμένη ήταν ο ίδιος ο γιος του νεκρού. Στα χέρια του κρατούσε ένα μικρό φλεγόμενο δαδί και η κίνησή του, καθώς άναβε τη βάση της στοίβας, ήταν συγκρατημένη.

Μα στα μάτια του δεν υπήρχε αμηχανία, υπήρχε συγκέντρωση και κάτι βαθύτερο, που δεν χωρούσε εύκολα σε λέξεις.

Ο νεκρός κειτόταν γαλήνια, με το πρόσωπο στραμμένο στον ουρανό, σαν να κοιτούσε προς τ’ άστρα. Πύρινες πορτοκαλί γλώσσες σιγά σιγά τον τύλιξαν και ακολούθησε πυκνός γκρίζος καπνός, που τον σκόρπισε ο άνεμος. Η μορφή του χάθηκε στον ουρανό.

Μόκσα στον Δούναβη: Για μια

Κάποια ώρα αργότερα, όταν απέμενε μόνο η στάχτη, ένας μικρός μεταλλικός κάδος με στάχτες παραδόθηκε στον γιο από τα χέρια του Σάντου. Η τελετή δεν έμοιαζε να τελειώνει, απλώς περνούσε στο επόμενο στάδιο.

Ο γιος στάθηκε στην άκρη του ποταμού, πάνω από τα νερά που κυλούσαν με τον αργό ρυθμό της μνήμης. Άνοιξε την τεφροδόχο με μια ιερότητα που δεν είχε ούτε βαρύγδουπες χειρονομίες ούτε μεγάλα λόγια, μόνο απλότητα.

«Οι στάχτες σου, πατέρα, να γίνουν αστρόσκονη και να πλημμυρίσουν το σύμπαν», είπε.

Η φωνή του δεν ήταν λυγμική, ήταν καθαρή, ένας ήρεμος ψίθυρος πάνω από το νερό. Άδειασε την τεφροδόχο και οι στάχτες σκορπίστηκαν πάνω στην επιφάνεια του ποταμού και χάθηκαν σιγά σιγά στο ρεύμα. Έπειτα γονάτισε. Σκύβοντας το κεφάλι, δεν έκλαψε, απλώς σώπασε.

Μόκσα στον Δούναβη: Για μια

Η σύζυγός μου σταμάτησε κάποια στιγμή να φωτογραφίζει. Όχι από αμηχανία. Είχε βρεθεί μπροστά σε πολύ πιο σκληρές εικόνες. Κατέβασε αργά τη μηχανή και την άφησε να κρέμεται από τον λαιμό της, σαν να μην είχε πια λόγο να βρίσκεται στα χέρια της.

Έσκυψε ελαφρά το κεφάλι, όχι σαν υπόκλιση, αλλά σαν άνθρωπος που προσπαθεί να εστιάσει καλύτερα σε κάτι που δεν συλλαμβάνεται εύκολα.

«Δεν προσπαθούν να τον κρύψουν», είπε χαμηλόφωνα. «Ούτε να τον κάνουν απλώς ανεκτό».

Δεν ρώτησα ποιον. Ήταν σαφές.

«Δεν τον μεταφέρουν αλλού για να μην τον βλέπουν», συνέχισε. «Δεν βιάζονται. Δεν τελειώνουν γρήγορα για να συνεχίσουν τη μέρα τους, σαν να μην προηγήθηκε τίποτα».

Η φωνή της δεν είχε ένταση. Έμοιαζε να προσπαθεί περισσότερο να καταλάβει παρά να κρίνει.

«Εδώ», είπε ύστερα από λίγο, «ο θάνατος δεν μοιάζει με παρένθεση».

Μόκσα στον Δούναβη: Για μια

Την ίδια πάντα ώρα, κάτω από τον ουράνιο ίσκιο και δίπλα στις πέτρινες εξέδρες καύσης, μικροί και μεγάλοι λούζονταν στο ρεύμα του ποταμού. Παιδιά, άντρες και γυναίκες κρατούσαν στα χέρια τους άνθη ή μικρά δοχεία με νερό. Έμπαιναν στο ποτάμι χωρίς δισταγμό, έπλεαν, εξαγνίζονταν. Κι όλα αυτά εκεί όπου πριν λίγα λεπτά είχε παραδοθεί στη φωτιά μια ζωή.

Ο Μπαγκμάτι δεν ήταν ποτάμι, ήταν ύμνος. Σε κάθε του στροφή έκρυβε μια συλλαβή της ύπαρξης, έναν αναστεναγμό, μια προσευχή που δεν ζητούσε απάντηση. Ήταν η ραχοκοκαλιά ενός κόσμου που πίστευε στην επανάληψη περισσότερο παρά στην αθανασία.

Για τους ινδουιστές, εδώ, ο θάνατος δεν ήταν το τέλος, αλλά η πύλη. Η Μόκσα, η λύτρωση από τον ατέρμονο κύκλο, δεν ήταν υπόσχεση, αλλά τρόπος ζωής.

Μόκσα στον Δούναβη: Για μια

Ανάμεσά τους, ένα παιδί ξεχώριζε. Ήταν δεν ήταν έξι ετών. Είχε κατεβεί ως τα γόνατα στο ποτάμι και έσκυβε πότε πότε προς την όχθη, εκεί όπου είχαν απομείνει λεπτά στρώματα στάχτης, σχεδόν αόρατα.

Βούτηξε τα δάχτυλά του, τα σήκωσε και άλειψε το πρόσωπό του με τη γκρίζα σκόνη. Έπειτα το στήθος του. Σαν παιχνίδι, σαν μίμηση, σαν να δοκίμαζε μια γλώσσα πριν μάθει τις λέξεις της.

Το νερό παρέσυρε αμέσως ό,τι περίσσευε.

Το παιδί γέλασε. Όχι δυνατά. Ένα σύντομο γέλιο, σαν ανάσα.

Μου φάνηκε, έστω για μια στιγμή, πως το γέλιο δεν ανήκε αποκλειστικά στο παιδί. Σαν να είχε περάσει πρώτα μέσα από το νερό. Δεν είμαι βέβαιος. Δεν το ανέφερα ποτέ.

Η ασημένια ροή του ιερού ποταμού συνέδεε αξεδιάλυτα τους αέναους κύκλους, τη ζωή και τον θάνατο, παρασύροντας μαζί της και κάτι από μας, τους παρόντες, τους προσωρινούς.

Η σύζυγός μου στεκόταν ακίνητη. Δεν κοίταζε πια το ποτάμι συνολικά, αλλά μόνο εκείνο το σημείο. Δεν μετέφερε το βάρος της από το ένα πόδι στο άλλο. Δεν έκανε καμία κίνηση.

Για πρώτη φορά από τότε που είχαμε φτάσει εκεί, δεν έμοιαζε με επισκέπτρια.

Μόκσα στον Δούναβη: Για μια

Το ίδιο βράδυ, στο ξενοδοχείο, άνοιξε το παράθυρο πριν καν βγάλει τα παπούτσια της. Ο αέρας έφερε μαζί του τον μακρινό θόρυβο της πόλης. Δεν υπήρχε ποτάμι εκεί κοντά, μόνο δρόμοι, φώτα, μια καθημερινότητα που δεν γνώριζε τελετουργίες.

Έμεινε για λίγο να κοιτάζει έξω, σαν να περίμενε να διακρίνει κάτι γνώριμο μέσα στο σκοτάδι.

«Θέλω να μου υποσχεθείς κάτι», είπε τελικά. Δεν γύρισε προς το μέρος μου.
«Στην περίπτωση που φύγω πρώτη, θέλω να μου υποσχεθείς ότι η στάχτη μου θα πάει στο ποτάμι… στον Δούναβη».

Η φωνή της ήταν ήρεμη, σχεδόν γαλήνια. Σαν να μιλούσε για κάτι που είχε ήδη βρει τη θέση του μέσα της, όχι ως πίστη αλλά ως ανάγκη, σαν έναν τρόπο να παραμένει μέρος της ροής του κόσμου.

Δεν ρώτησα γιατί. Δεν ένιωσα ότι υπήρχε απάντηση που να χρειαζόταν να ειπωθεί.

Ο Δούναβης ήταν ποτάμι οικείο. Όχι ιερό κατά τα ινδουιστικά πρότυπα, αλλά ιερό για εκείνη. Γιατί τα νερά του είχαν υπάρξει καθρέφτης της παιδικής της ηλικίας. Εκεί είχε πετάξει μικρά βότσαλα ευχών, είχε καθίσει στις όχθες του με βιβλία και τις πρώτες της ανησυχίες.

Υποσχέθηκα.

*Ο Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).

Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.

Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.

Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στο βιβλιοπωλείο Βαγονέτο στη Θεσσαλονίκη.

Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό

*Η Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.

Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.

Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.

Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.

Η αγάπη της για τη φωτογραφία συνδυάζεται με το πάθος της για τα ταξίδια και με τον σύζυγό της περιηγούνται σε διάφορα μέρη του κόσμου.