ΖΑΧΑΡΗ ΚΑΙ ΔΙΑΒΗΤΗΣ: ΑΡΚΕΙ ΕΝΑ ΓΛΥΚΟ ΓΙΑ ΝΑ ΝΟΣΗΣΟΥΜΕ;

Ένα γλυκό συχνά γεννά το ερώτημα: ζάχαρη και διαβήτης πάνε πάντα μαζί; Όμως, η κατανάλωση ζάχαρης από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει γιατί κάποιος εμφανίζει διαβήτη.
Ο τύπος 1 είναι αυτοάνοσος και δεν προκαλείται από τη διατροφή. Ο τύπος 2 συνδέεται με συνδυασμό παραγόντων, στους οποίους περιλαμβάνονται το οικογενειακό ιστορικό, η ηλικία, το υπέρβαρο ή η παχυσαρκία και η σωματική αδράνεια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ζάχαρη δεν έχει σημασία. Σημαίνει ότι άλλο είναι μια συνήθεια που συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο και άλλο η βεβαιότητα πως «έπαθε διαβήτη επειδή έτρωγε γλυκά».
Ζάχαρη και διαβήτης: Γιατί πρέπει πρώτα να ξεχωρίσουμε τον τύπο;
Ο σακχαρώδης διαβήτης χαρακτηρίζεται από αυξημένη γλυκόζη στο αίμα: ο οργανισμός είτε δεν παράγει αρκετή ινσουλίνη είτε δεν μπορεί να τη χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά. Πίσω από αυτή την κοινή περιγραφή, όμως, βρίσκονται διαφορετικοί μηχανισμοί.
Στον τύπο 1, το ανοσοποιητικό σύστημα καταστρέφει τα κύτταρα του παγκρέατος που παράγουν ινσουλίνη. Η αιτία δεν είναι πλήρως γνωστή, γονίδια και περιβαλλοντικοί παράγοντες ενδέχεται να συμβάλλουν και δεν υπάρχει γνωστός τρόπος πρόληψης.
Ο τύπος 1 δεν προκαλείται από την κατανάλωση ζάχαρης. Μπορεί επίσης να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, παρότι διαγιγνώσκεται συχνά σε παιδιά, εφήβους και νεαρούς ενηλίκους. Η έκφραση «παιδικός διαβήτης» δεν περιγράφει, επομένως, όλη την εικόνα.
Πώς αναπτύσσεται ο τύπος 2 και ποιοι παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο;
Στον τύπο 2, τα κύτταρα δεν ανταποκρίνονται καλά στην ινσουλίνη. Με τον χρόνο, το πάγκρεας μπορεί να μην παράγει αρκετή ώστε να διατηρεί φυσιολογική τη γλυκόζη του αίματος.
Δεν υπάρχει ένας μοναδικός παράγοντας που να εξηγεί κάθε περίπτωση. Με υψηλότερο κίνδυνο συνδέονται το υπέρβαρο ή η παχυσαρκία, η μεγάλη περίμετρος μέσης, η μεγαλύτερη ηλικία, το οικογενειακό ιστορικό, η σωματική αδράνεια και το ιστορικό διαβήτη κύησης.
Κάποιοι από αυτούς τους παράγοντες μπορούν να επηρεαστούν, άλλοι όχι. Δεν επιλέγουμε την ηλικία ή το οικογενειακό μας ιστορικό, γι’ αυτό και μια διάγνωση δεν αποτελεί απόδειξη ότι κάποιος «δεν πρόσεχε».
Γιατί η συζήτηση επιστρέφει στα ζαχαρούχα ποτά;
Η συχνή κατανάλωση ζαχαρούχων ποτών έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2. Τα ποτά αυτά μπορούν επίσης να συμβάλουν σε αύξηση βάρους — έναν από τους παράγοντες που σχετίζονται με τη νόσο.
Μια μετα-ανάλυση προοπτικών μελετών υπολόγισε σχετικό κίνδυνο 1,20 ανά 330 ml ζαχαρούχου αναψυκτικού την ημέρα. Με απλά λόγια, η εκτίμηση αντιστοιχεί σε 20% υψηλότερο σχετικό κίνδυνο, όχι σε πιθανότητα 20% να εμφανίσει κάποιος διαβήτη.
Τα δεδομένα είναι παρατηρησιακά και δείχνουν συσχέτιση, όχι από μόνα τους αιτιότητα· μάλιστα, η συσχέτιση ήταν μικρότερη στις μελέτες που συνυπολόγισαν τον δείκτη μάζας σώματος. Ο αριθμός δεν μετατρέπει ένα αναψυκτικό σε «δόση» που προκαλεί διαβήτη ούτε προβλέπει τι θα συμβεί σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.
Είναι λοιπόν όλα τα σάκχαρα το ίδιο;
Τα ευρήματα για τα ζαχαρούχα ποτά δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτόματα σε κάθε τρόφιμο που περιέχει σάκχαρα. Άλλη μετα-ανάλυση, η οποία εξέτασε τα σάκχαρα συνολικά, τη φρουκτόζη και τη σακχαρόζη, δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει ότι τα σάκχαρα που περιέχουν φρουκτόζη αυξάνουν τον κίνδυνο ανεξάρτητα από τη μορφή του τροφίμου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η απεριόριστη κατανάλωση είναι αθώα. Δείχνει ότι η μορφή και η πηγή της πρόσληψης έχουν σημασία στην ερμηνεία των δεδομένων.
Χρήσιμη εδώ είναι η έννοια των «ελεύθερων σακχάρων»: περιλαμβάνει όσα προστίθενται σε τρόφιμα και ποτά, αλλά και εκείνα που υπάρχουν φυσικά στο μέλι, στα σιρόπια και στους χυμούς. Δεν περιλαμβάνει τα σάκχαρα μέσα σε ολόκληρα φρούτα και λαχανικά.
Υπάρχει ποσότητα κάτω από την οποία είμαστε ασφαλείς;
Δεν υπάρχει ένας αριθμός γραμμαρίων που να εγγυάται ότι δεν θα εμφανίσουμε διαβήτη. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συστήνει τα ελεύθερα σάκχαρα να παραμένουν κάτω από το 10% της ημερήσιας ενέργειας, ενώ μείωση κάτω από το 5% μπορεί να προσφέρει επιπλέον οφέλη. Πρόκειται για γενική διατροφική σύσταση, όχι για όριο πρόληψης της νόσου.
Σε μια ενδεικτική διατροφή 2.000 θερμίδων, τα ποσοστά αυτά αντιστοιχούν σε λιγότερα από 50 γραμμάρια και περίπου 25 γραμμάρια, αντίστοιχα. Ένα κουτάκι αναψυκτικού με ζάχαρη μπορεί να περιέχει έως 40 γραμμάρια ελεύθερων σακχάρων, περίπου 10 κουταλάκια του γλυκού.
Η σύγκριση δείχνει πόσο μπορεί να συνεισφέρει ένα μόνο ποτό στη συνολική πρόσληψη. Και η ζάχαρη δεν βρίσκεται μόνο στα επιδόρπια: μία κουταλιά της σούπας κέτσαπ μπορεί να περιέχει περίπου 4 γραμμάρια ελεύθερων σακχάρων.
Τι κρατάμε για την καθημερινότητά μας;
Ο τύπος 2 μπορεί συχνά να προληφθεί ή να καθυστερήσει. Η σωματική δραστηριότητα, η υγιεινή διατροφή με περιορισμό της υπερβολικής ενεργειακής πρόσληψης, της ζάχαρης και των ανθυγιεινών λιπαρών, η διατήρηση υγιούς βάρους και η αποφυγή καπνού περιλαμβάνονται στα μέτρα μείωσης του κινδύνου.
Το ζητούμενο δεν είναι να αποδώσουμε όλη την ευθύνη σε ένα τρόφιμο, αλλά να δούμε τη συνολική εικόνα. Αν μας απασχολεί ο προσωπικός μας κίνδυνος, ιδιαίτερα όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό ή προηγούμενος διαβήτης κύησης, η συζήτηση με τον γιατρό μας είναι πιο χρήσιμη από έναν αυθαίρετο κανόνα για τα γλυκά.
Ένα γλυκό δεν εξηγεί μια διάγνωση — και μια διάγνωση δεν είναι λόγος να κρίνουμε τον άνθρωπο που την έχει.