ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΚΑΣ ΓΙΑ ΜΑΖΩΝΑΚΗ: «Ο ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ ΚΙ ΕΓΩ, ΑΝΤΙΠΑΘΟΥΣΑΜΕ Ο ΕΝΑΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ»

Δεν διστάζει να παραδεχτεί τα σφάλματά του, να μιλήσει για τις δύσκολες σχέσεις στην οικογένειά του και να τοποθετηθεί ανοιχτά για ανθρώπους και ζητήματα που συζητιούνται.
Από τον Ηλία Μαραβέγια
Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου του, «ΙΧΩΡ: Το αίμα των θεών», ο Γιώργος Δούκας μιλά στην «Espresso» σε μια συνέντευξη με αποκαλύψεις για άγνωστες πλευρές της πορείας του. Ανατρέχει από τη νυχτερινή ζωή στη συγγραφή και στην προσωπική του ωρίμανση.
Το «ΙΧΩΡ: Το αίμα των θεών» μας μεταφέρει στην ελληνική μυθολογία. Ποιο ήταν το κίνητρο για να γράψεις για αυτόν τον τόσο μαγευτικό κόσμο;
Από μικρός ένιωθα γοητευμένος από τη μυθολογία. Πάντα υπήρχε μέσα μου, ανοίγοντας αμέτρητα ερωτήματα για τη γέννηση των μύθων, τις συγκρούσεις και τις ίντριγκες, αλλά και τις ιστορίες που συνεχίζουν να μας συναρπάζουν. Η πρώτη μου επίσκεψη στην Κρήτη, όπου διαδραματίζεται το «ΙΧΩΡ», με έκανε να αισθανθώ έναν ιδιαίτερο δεσμό με τη γη της. Σαν να επικοινωνούσε μαζί μου και να μου περνούσε την ενέργειά της. Με τον χρόνο, αυτό το συναίσθημα ωρίμασε και έφτασα στο σημείο να νιώσω πως μπορούσα να το βάλω στο χαρτί, δίνοντάς του υπόσταση μέσα από τη δική μου ματιά ως συγγραφέα.
Οι θεοί της ελληνικής μυθολογίας έχουν πάθη, εγωισμό και αδυναμίες, ενώ πολλές φορές τιμωρούν τους ανθρώπους. Ποιοι είναι οι σημερινοί «θεοί» της κοινωνίας;
Ίσως η απάντησή μου να φανεί απρόσμενη, όμως πιστεύω πως για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου οι «θεοί» είναι οι απλοί άνθρωποι. Σε όλο τον κόσμο βλέπουμε σούπερ σταρ, πολιτικούς και κυβερνήσεις να ακυρώνονται. Πλέον ο κόσμος είναι αυτός που τιμωρεί. Η τεχνολογία μπορεί να έχει και θετικές πλευρές, δεν μας βλάπτει μόνο. Σήμερα η δύναμη των ανθρώπων είναι πρωτόγνωρη: αρκεί να πάψουν να ακολουθούν στα κοινωνικά δίκτυα έναν σούπερ σταρ και να στραφούν στον επόμενο για να τον «γκρεμίσουν». Γι’ αυτό θεωρώ πως οι σούπερ σταρ, όπως τους ξέραμε, δεν υπάρχουν πια. Όταν η προσωπική ζωή μιας διασημότητας είναι τόσο εύκολα προσβάσιμη, εκείνη χάνει τη δύναμή της. Δεν αποτελεί πια «θεό».
Αν γυρίσουμε στην Κύπρο, όπου γεννήθηκες τον Αύγουστο του 1974, την εποχή της τουρκικής εισβολής, και παρακολουθήσουμε την πορεία σου από το τραγούδι στη συγγραφή, θα φανταζόσουν τη ζωή σου ως βιβλίο;
Δεν νομίζω πως αυτό θα ενδιέφερε κάποιον αυτή την περίοδο. Εκτιμώ ότι ίσως αποκτήσει ενδιαφέρον αφού ολοκληρωθεί η τριλογία μυθολογικών βιβλίων που ετοιμάζω και παρουσιάσω έργα μου και στο εξωτερικό. Επιπλέον, έχει προγραμματιστεί, πρώτα ο Θεός, να γίνει το πρώτο μου σίριαλ. Δεν θα προέρχεται από κάποιο βιβλίο μου, αλλά από δικό μου πρωτότυπο σενάριο, που είναι μαύρη κωμωδία.

Στην παρουσίαση του βιβλίου σου στο Μουσείο της Ακρόπολης, η Μαρία Τζομπανάκη και ο Βασίλης Μπισμπίκης διάβασαν αποσπάσματα. Θα ήθελες να τους δεις σε θεατρική διασκευή του «ΙΧΩΡ»;
Φυσικά! Βέβαια, συνήθως την επιλογή των ηθοποιών κάνει η εταιρεία παραγωγής που αναλαμβάνει το έργο, αλλά από την αρχή είχα φανταστεί αυτούς τους δύο. Στην ίδια σκέψη ήταν και η Πέμη Ζούνη, που με στήριξε στην προσπάθεια να γίνει το «ΙΧΩΡ» θεατρικό κείμενο, ως φίλη, δασκάλα, ηθοποιός και σκηνοθέτρια. Η βοήθειά της ήταν πολύ σημαντική.
Με ποιον τρόπο γνωρίστηκες με την Πέμη Ζούνη;
Όπως λέμε, «Το σύμπαν ξέρει». Η Πέμη κι εγώ είχαμε κοινούς φίλους, βρισκόμασταν στα ίδια στέκια και γνωριζόμασταν επιφανειακά. Όταν προέκυψε η ανάγκη, τότε ήρθαμε πραγματικά κοντά. Έχω μεγάλη πίστη στη μοίρα και θεωρώ πως όλα είναι προκαθορισμένα. Η ιδέα αυτή αποτελεί βασικό άξονα στο «ΙΧΩΡ», αλλά και στο «Κοραμά». Στη συγγραφή μου επιστρέφω διαρκώς στο θείο, σε μια ανώτερη δύναμη, στην ενέργεια, ακόμη και στη θεϊκή πλευρά που ίσως έχει μέσα του κάθε άνθρωπος. Είμαστε προέκτασή του! Θεός υπάρχει όταν κάποιος τον δοξάζει και τον εξυμνεί.
Σου λείπει η περίοδος που τραγουδούσες;
Καθόλου! Όσα συνέβησαν τότε έχουν πια μείνει πίσω, σαν μια μακρινή ανάμνηση που με βοήθησε να ανακαλύψω τον εαυτό μου. Δεν νιώθω, όμως, μετάνοια: τα λάθη μου με έφεραν εδώ και με οδήγησαν σε αυτό που κουβαλούσα μέσα μου, τη συγγραφή. Μεγάλωσα στην Κύπρο, έφυγα από το πατρικό μου στα δεκαπέντε, όταν με έδιωξε ο πατέρας μου, και άρχισα να τραγουδώ για να επιβιώσω. Αφού ολοκλήρωσα το σχολείο, ήρθα στην Ελλάδα, εμφανίστηκα σε μεγάλα σχήματα και συνεργάστηκα με σπουδαία ονόματα. Οι πρώτες εμπειρίες άρχισαν έτσι να αποτυπώνονται, αφού δούλευα έξι ή ακόμη και επτά μέρες την εβδομάδα. Για μένα, τα χρόνια της νύχτας ήταν η εφηβεία μου· η ωρίμανση ήρθε πολύ αργότερα. Κι όμως, αυτό που ονειρευόμουν κρυφά ήταν να γράφω…
Ο Γιώργος Μαζωνάκης θεωρούνταν, κατά γενική ομολογία, ένας από τους τελευταίους σταρ της Ελλάδας. Πώς αντιμετώπισες το κύμα αγάπης μετά τον θάνατό του;
Θα προσπαθήσω να είμαι αντικειμενικός. Από την πρώτη μας συνάντηση, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, ο Γιώργος Μαζωνάκης κι εγώ δεν συμπαθηθήκαμε. Η σχέση μας δεν υπήρξε ποτέ καλή και δεν δουλέψαμε ποτέ μαζί· ούτε εκείνος με συμπαθούσε ούτε εγώ εκείνον. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι χάρηκα με τον θάνατό του. Προς Θεού, δεν του άξιζε κάτι τέτοιο. Δεν συμφωνώ, ωστόσο, με την εκ των υστέρων αγιοποίηση από ανθρώπους που παλαιότερα τον κατηγορούσαν. Η προσωπική μου αντιπάθεια δεν αναιρούσε την εκτίμησή μου για τα τραγούδια του: τα έλεγα στα προγράμματά μου, επειδή τα αγαπούσε ο κόσμος. Μπορούσα να ξεχωρίζω τον καλλιτέχνη και τη δουλειά του από τη μεταξύ μας σχέση. Όμως δεν είναι σωστό να θεωρούμε ότι ο σκοπός δικαιολογεί τα μέσα. Όταν κάποιος πεθαίνει, δεν πρέπει να φερόμαστε με αυτόν τον τρόπο.
Κάτι ανάλογο έγινε και με τον πατέρα μου. Εχω μιλήσει δημόσια για εκείνον και τον έχω χαρακτηρίσει έναν από τους χειρότερους ανθρώπους που γνώρισα. Δεν τον συγχώρησα ποτέ. Βρισκόμαστε σε ένα πολιτισμικό μεταίχμιο που με εξοργίζει, τόσο στην προσωπική μου ζωή όσο και ως καλλιτέχνη. Για ποιο λόγο πρέπει ο θάνατος να σβήνει κάθε ευθύνη; Με βασάνιζες όσο ζούσες και τώρα περιμένεις να σε συγχωρήσω; Αυτό δεν το αποδέχομαι για κανέναν, ούτε για τον πατέρα μου.

Ας περάσουμε σε ένα ακόμη θέμα που απασχολεί αυτές τις ημέρες, στη ρήξη ανάμεσα στον Καρβέλα και τη Βίσση. Εχεις συνεργαστεί με την Αννα;
Καθόλου, δεν συνεργαστήκαμε ούτε συναναστραφήκαμε ποτέ, αν και είμαστε και οι δύο από την Κύπρο. Η μοναδική μας σύνδεση είναι πως το τελευταίο τραγούδι που κυκλοφόρησα ως δισκογραφική δουλειά ήταν η δεύτερη εκτέλεση του «Δεν με αγαπάς». Ο Νίκος Καρβέλας, που εκτιμώ πάρα πολύ, μου επέτρεψε να το ερμηνεύσω και το ερμήνευσα. Αν και το τραγούδησα με σεβασμό, δέχτηκα σφοδρές επιθέσεις, επειδή το αγαπώ ιδιαίτερα. Η ερμηνεύτρια, όμως, είναι η Βίσση. Την άδεια για να πεις ένα τραγούδι τη δίνει ο δημιουργός του.
Κατά τη γνώμη σου, ποια πλευρά έχει δίκιο;
Δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε, αλλά αν ένας άνθρωπος βρίσκεται στο πλευρό σου και αποτελεί το Α και το Ω της καριέρας σου, η απουσία του από μια τόσο μεγάλη διοργάνωση φανερώνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Έτσι το χάσμα βαθαίνει και τα πράγματα χειροτερεύουν. Θεωρώ τον Νίκο Καρβέλα ιδιοφυΐα. Ο λόγος είναι ότι δεν περιορίζεται σε ένα είδος: έχει γράψει από ροκ όπερες και ζεϊμπέκικα μέχρι τσιφτετέλια, αλλά και κομμάτια όπως η «Ελένη», αφιερωμένη σε ένα κορίτσι που δυστυχώς πέθανε από λευχαιμία. Για αυτή την απαίσια ασθένεια έγραψε έναν στίχο με την εικόνα ενός κίτρινου στιλό, σαν δάκρυ λεμονιού. Τέτοιες λεπτομέρειες είναι που ξεχωρίζουν τους σπουδαίους ανθρώπους.

Ποια όνειρα έχεις για το επόμενο κεφάλαιο της ζωής σου;
Η μεγαλύτερη χαρά μου αυτή την περίοδο είναι ότι καταφέρνω να κάνω πραγματικότητα τα όνειρά μου. Έχω κρίνει τον εαυτό μου με μεγάλη αυστηρότητα και, μέσα από αυτή την πορεία, επαναπροσδιόρισα τις σχέσεις μου με ανθρώπους που τελικά απομακρύνθηκαν από τη ζωή μου. Δεν γίνεται να συγχωρούμε ξανά και ξανά όσα μας πληγώνουν, γιατί έτσι βλάπτουμε περισσότερο και εμάς και τον άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας. Η διαδικασία αυτή λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις. Βρίσκομαι στην καλύτερη περίοδο της ζωής μου. Με τον σύντροφό μου είμαστε μαζί εδώ και δεκαεννέα χρόνια, ενώ αισθάνομαι πως διανύω την πιο ώριμη φάση μου, όσο κι αν κάποιοι θέλουν να με πείσουν ότι η επιλογή μου είναι λανθασμένη. Μοιράζομαι τη ζωή μου με ανθρώπους που αγαπώ και εκτιμώ και έτσι θέλω να περάσω και το υπόλοιπό της: με τη συγγραφή, τα βιβλία μου και τους αγαπημένους μου.
Γονιός είναι όποιος ανατρέφει σωστά ένα παιδί
Η Αγγελική Ηλιάδη είπε πρόσφατα πως δύο άντρες ή δύο γυναίκες με ένα παιδί δεν αποτελούν γονείς και οικογένεια, όσο κι αν, όπως υποστηρίζει, κάποιοι επιχειρούν να παρουσιάσουν ως φυσιολογικά όσα είναι αφύσικα για τον Θεό. Πώς τοποθετείσαι απέναντι σε αυτή την άποψη;
Για μένα, γονιός είναι εκείνος που αναλαμβάνει να μεγαλώσει σωστά ένα παιδί και όχι απλώς όποιος το φέρνει στον κόσμο. Οικογένεια σημαίνει ουσιαστική παρουσία στην καθημερινότητα του παιδιού, μαζί με σωστή ανατροφή και διαπαιδαγώγηση… Το λέω έχοντας μεγαλώσει με έναν κακό πατέρα, ο οποίος με απέκτησε «φυσιολογικά». Επομένως, είναι πιο φυσιολογικό ένα ετερόφυλο ζευγάρι που δεν μπορεί να αποκτήσει παιδί και υιοθετεί, σε σχέση με δύο άντρες ή δύο γυναίκες; Μήπως ο Θεός είχε προσθέσει κάποια συγκεκριμένη υποσημείωση στις 10 εντολές, την οποία παραβλέπουμε μαζί με το «ου μοιχεύσεις»; Δεν βλέπω, άλλωστε, να τηρείται ούτε αυτό, ενώ κάποιοι προσπαθούν να το «επιβάλουν». Αναρωτιέμαι αν όλα αυτά έχουν την έγκριση του Θεού, όταν γυναίκες χωρίζουν φυσιολογικά ζευγάρια και αποκτούν παιδιά με διαφορετικούς άντρες. Αν όλοι είμαστε δημιουργήματά Του κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, όχι μόνο δεν αποδέχομαι αυτή την άποψη, αλλά, δόξα τω Θεώ, μέσα στο υπέρτατο σχέδιο της δημιουργίας Του μάς χάρισε και τη μνήμη… Κι εκείνη θυμάται… Ακόμη και πριν από τις δήθεν επιτυχίες!













