FASHION

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ALTER EGO: ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΝΤΥΝΟΜΑΣΤΕ ΣΑΝ ΜΙΑ «ΑΛΛΗ»;

Το καλοκαίρι το στιλ χαλαρώνει, οι επιλογές γίνονται πιο τολμηρές και η καθημερινότητα αφήνει χώρο για μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού μας.

Κάνε το couscous.gr προτιμώμενη πηγή στην Google

Το άρθρο εξετάζει γιατί το καλοκαίρι ντυνόμαστε πιο ελεύθερα και συχνά σαν μια «άλλη» εκδοχή του εαυτού μας, συνδέοντας το στιλ με τους ρόλους που υιοθετούμε ανάλογα με το περιβάλλον και τη διάθεσή μας. Με αφορμή τη μετακόμιση και την ανασκόπηση της γκαρνταρόμπας, η αρθρογράφος σχολιάζει την επίδραση του doomscrolling και του fast fashion στην ανάγκη για διαρκώς καινούργια ρούχα, ενώ μέσα από τον Goffman εξηγεί πως τα social media έχουν θολώσει τα όρια ανάμεσα στη δημόσια «παράσταση» και τα προσωπικά παρασκήνια.

Πιο αναλυτικά

Κάθε καλοκαίρι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, γινόμαστε λίγο κάποια άλλη. Το στιλ χαλαρώνει, οι επιλογές γίνονται πιο τολμηρές και η καθημερινότητα αφήνει χώρο για μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού μας να βγει μπροστά. Αν το στιλ είναι ρόλος, τότε το καλοκαίρι τελικά, ντυνόμαστε διαφορετικά ή απλώς βρίσκουμε την ευκαιρία να γίνουμε κάποια άλλη;

Έχω περισσότερα ρούχα από ποτέ και παρ’ όλα αυτά πιάνω τον εαυτό μου να λέει ότι «δεν έχω τίποτα να φορέσω». Όχι γιατί ισχύει, αλλά γιατί κάπου ανάμεσα στο scroll, στις εκπτώσεις και στις πολλαπλές εκδοχές του εαυτού μου, έχω χάσει το ποια είμαι. Γιατί το θέμα δεν είναι τελικά τι μου λείπει από την ντουλάπα μου, αλλά ποια από όλες θέλω να είμαι σήμερα. Και το καλοκαίρι, για κάποιο λόγο, κάνει αυτή την απόφαση ακόμα πιο ύπουλα δύσκολη.

Σας πήρα από τα μούτρα. Συγχωρέστε με! Ας τα πάρουμε από την αρχή. Ελπίζω το ξεφύλλισμα αυτών των σελίδων να σας βρίσκει στο αεροπλάνο, στο καράβι, δίπλα στη θάλασσα ή όπου έχετε επιλέξει να ξεκινήσετε τις διακοπές σας. Εγώ πάλι από την άλλη, βρίσκομαι σε μια φάση που ξεκαθαρίζω το πατρικό μου και το ενήλικό μου σπίτι και μεταφέρομαι σε ένα καινούργιο. Και μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία της διπλής μετακόμισης υπάρχει μια ατέρμονη ρουτίνα: άδειασμα ντουλαπών, παταριών, βαλιτσών.

Στο πατρικό μου αλλά και στο ενήλικο σπίτι μου στην Αθήνα, γίνεται ένα συνεχές ξεδιάλεγμα και μια μεταφορά ρούχων, αξεσουάρ και παπουτσιών στο βασικό μου σπίτι, όπου έχω φροντίσει να φτιάξω μια μεγάλη ντουλάπα, που να μπορεί να χωράει όλα αυτά μέσα. Ήξερα όταν την σχεδίαζα ότι η μαμά μου είχε μια τεράστια συλλογή από κομμάτια που θα ήθελα να κρατήσω. Παράλληλα, έχω κι εγώ τη δική μου συλλογή, την οποία τα τελευταία χρόνια επιμελούμαι με φροντίδα και σύνεση. Ήθελα αυτός ο χώρος να λειτουργεί σαν ένα προσωπικό βεστιάριο, που ανοίγοντάς το να μπορώ να ταξιδεύω σε διαφορετικές δεκαετίες, στιλ και φάσεις του εαυτού μου (και της μαμάς μου).

Η παγίδα του «δεν έχω τι να φορέσω» στην εποχή του doomscrolling

Ταυτόχρονα, δεν μπορώ να σας κρύψω ότι αυτές τις μέρες έχω πιάσει τον εαυτό μου να λέει αρκετές φορές, ότι μια και ξεκίνησαν ανεπίσημα οι εκπτώσεις στα μεγάλα fast fashion brands, «να μπω να ψωνίσω, γιατί χρειάζομαι ένα καινούργιο φόρεμα, ή εκείνο το πουπουλένιο puffer jacket που είχα βάλει στο μάτι τον χειμώνα». Κάθε φορά που η ντουλάπα μου με ακούει να λέω κάτι τέτοιο, γελάει πρωτευουσιάνικα.

Η Lexi Minetree σε σκηνή της σειράς Elle υποδυόμενη την Elle Woods
H Lexi Minetree ως Elle. Όσο κι αν αλλάζει το στιλ μεγαλώνοντας, είτε το θέλουμε είτε όχι, παραμένουμε πιστοί σε όσα μας αρέσουν. Όπως η Elle, που διαχρονικά επιλέγει ροζ, ανεξαρτήτως φάσης. © Amazon Content Services LLC

Η αλήθεια είναι ότι το doomscrolling στο Instagram και το TikTok και η ταχύτητα με την οποία καταναλώνουμε εικόνες με όμορφα κορίτσια και ακόμα πιο όμορφα ρούχα μας έχει επηρεάσει βαθιά (ακόμα και τις πιο εκπαιδευμένες). Μας έχει μάθει να πιστεύουμε ότι χρειαζόμαστε διαρκώς κάτι καινούργιο. Και αυτό με τη σειρά του, φυσικά, έχει οδηγήσει σε ένα είδος digital burnout. Η συνεχής έκθεση στο νέο έχει εκπαιδεύσει τον εγκέφαλό μας να ζητάει αδιάκοπα μικρές εκρήξεις ντοπαμίνης. Και αυτές, συνήθως, έρχονται είτε με μια καινούργια αγορά είτε με οτιδήποτε καινούργιο μπορούμε να καταναλώσουμε, που θα μας δώσει εκείνο το σύντομο, σχεδόν στιγμιαίο boost χαράς. Αν το σκεφτούμε, το fast fashion δεν σχετίζεται απλώς με την αγορά ενός καινούργιου ρούχου ή αξεσουάρ. Αλλά με μια κοινωνική συμπεριφορά που παραπέμπει στον εθισμό.

Παρότι πλέον έχω όλα αυτά τα ρούχα και αξεσουάρ και παρότι έχω πια άπειρο υλικό για styling, ειδικά 1990s και 2000s κομμάτια που είναι ξανά στη μόδα, συνειδητοποιώ δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η ποιότητα. Η κατασκευή των ρούχων κάποτε είχε μια φροντίδα που σήμερα σπάνια συναντάς. Κι όταν φοράω τέτοια ρούχα, κινούμαι διαφορετικά μέσα τους. Αλλάζει η στάση του σώματός μου. Νιώθω αυτόματα πιο ξεχωριστή, πιο σημαντική, πιο σπάνια με έναν τρόπο. Και αυτό έρχεται να επιβεβαιώσει την αιώνια αγάπη και αφοσίωσή μου στο vintage. Σκεφτείτε την τελευταία φορά που φορέσατε ένα μεταξωτό φόρεμα… πώς άλλαξε η κίνησή σας;

Η θεωρία του Erving Goffman

Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Το δεύτερο που παρατήρησα είναι πως μπαίνω σε περισσότερους ρόλους από πριν. Η γκαρνταρόμπα μου έχει ανοίξει τα όριά της και μαζί της, κι εγώ. Ντύνομαι σαν μια άλλη. Και όσο αλλάζει η ζωή μου και η καθημερινότητά μου με τη μετακόμιση, νιώθω ότι αλλάζει και το στιλ μου μαζί της. Στην Αθήνα είμαι η Κρίστελ που ξέρω: κλείνω τεύχος, πάω σινεμά, βγαίνω σε μπαρ, σε θέατρα, σε μουσικές και press εκδηλώσεις. Ντύνομαι ως την περσόνα που έχτιζα όλα αυτά τα χρόνια. Είναι ένας ρόλος γνώριμος και καλοκουρδισμένος. Τώρα όμως, στην καθημερινότητά μου στην επαρχία –εκτός πλαισίου, σε μια συνθήκη που μοιάζει σχεδόν με διακοπές– ανακαλύπτω όλους τους άλλους ρόλους μου.

Κι εδώ αξίζει να ανατρέξουμε στον Erving Goffman, τον κοινωνιολόγο που γνώρισα τώρα, πακετάροντας βιβλία στην μετακόμιση και ξεφυλλίζοντας το κλασικό του, The Presentation of Self in Everyday Life (1959). Στην εισαγωγή του βιβλίου, ο Goffman χρησιμοποιεί την περίφημη φράση του Σαίξπηρ από το έργο Όπως αγαπάτε: «All the world’s a stage, and all the men and women merely players». Που σημαίνει ότι «Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή, και όλοι οι άντρες και οι γυναίκες είναι απλώς ηθοποιοί».

Ο Goffman δεν το λέει ποιητικά. Το χρησιμοποιεί ως το θεμέλιο της δραματουργικής του ανάλυσης. Υποστηρίζει ότι η κοινωνική μας ζωή είναι μια διαρκής παράσταση. Έχουμε την «μπροστινή σκηνή» –εκεί όπου εκτελούμε τον ρόλο μας μπροστά στο κοινό– και τα «παρασκήνια», τον χώρο όπου χαλαρώνουμε και είμαστε, θεωρητικά, ο εαυτός μας.

Στην πόλη, η «μπροστινή σκηνή» μας είναι πιο αυστηρή. Πρέπει να είμαστε οι επαγγελματίες, οι συνεπείς, οι σοβαροί. Αλλά στις διακοπές; Εκεί αλλάζουμε κοστούμι. Όταν πακετάρουμε τη βαλίτσα μας, στην πραγματικότητα διαλέγουμε ποιον χαρακτήρα θέλουμε να υποδυθούμε αυτό το καλοκαίρι. Θέλουμε να είμαστε η ξένοιαστη τουρίστρια; Η εντυπωσιακή γυναίκα που πίνει το κοκτέιλ της στο ηλιοβασίλεμα; Ή μήπως το κορίτσι που φοράει μόνο λινά και περπατάει ξυπόλυτο στην άμμο;

Front stage vs Backstage: Όταν τα social media ακυρώνουν τα παρασκήνια

Και εδώ προκύπτει το ερώτημα. Είναι κακό να αλλάζεις στιλ; Είναι μια μεταμφίεση (ή και περισσότερες) ικανή να μας κάνει να χάσουμε τον εαυτό μας;

Η Reese Witherspoon σε σκηνή της ταινίας Legally Blonde
H Reese Witherspoon σαν την ενήλικη Elle Woods στην ταινία Legally Blonde (2001). Όσο κι αν αλλάζει το στιλ μεγαλώνοντας, είτε το θέλουμε είτε όχι, παραμένουμε πιστοί σε όσα μας αρέσουν. Όπως η Elle, που διαχρονικά επιλέγει ροζ, ανεξαρτήτως φάσης. © 2001 Metro-Goldwyn-Mayer Studios Inc.

Βέβαια, η αλήθεια είναι πως το βασικό ζητούμενο ανέκαθεν ήταν το να ντύνεσαι σύμφωνα με την περίσταση, τον ρόλο, τη διάθεση, το περιβάλλον. Δεν είναι τυχαίο που στις διακοπές επιτρέπουμε στον εαυτό μας να είναι πιο τολμηρός, πιο ελεύθερος. Ο χώρος αλλάζει, το κοινό αλλάζει, άρα αλλάζει και ο ρόλος.

Μόνο που πλέον, αυτή η σκηνή δεν ρίχνει αυλαία ποτέ. Τα social media έχουν καταργήσει τα όρια μεταξύ front stage και backstage. Αυτό που κάποτε ήταν ιδιωτικό, το «πίσω από τη σκηνή», έχει γίνει δημόσιο. Η παράσταση είναι συνεχής.

Στην κοινωνιολογική ανάλυση του Goffman, η παράσταση είναι πάντα μια προσπάθεια να πείσουμε το κοινό για την εγκυρότητα του ρόλου μας. Όταν όμως η «μπροστινή σκηνή» μεταφέρεται από τη δημόσια σφαίρα σε μια οθόνη χ ιντσών, το ρούχο παύει να είναι μέρος της προσωπικής μας έκφρασης και γίνεται απλώς το αντάλλαγμα για το like. Και κάπως έτσι ξεχάσαμε ότι δεν χρειάζεται να ντυνόμαστε και να είμαστε η ίδια curated περσόνα 24/7. Ότι στην πραγματικότητα –και όχι στο παράλληλο σύμπαν των κοινωνικών δικτύων– είναι επιθυμητό το να αλλάζουμε στιλ και να μπαινοβγαίνουμε σε ρόλους. Αν είσαι ροκ και θες το καλοκαίρι να το βάλεις το μπόχο το λευκό σου το φόρεμα, να θυμάσαι ότι υπάρχει και το μπόχο της Isabel Marant. Δεν θα σε προδώσεις. Αλλά και να σε προδώσεις, δεν υπάρχει και πρόβλημα. Τα πάντα ρει. Είσαι διακοπές.

Και τελικά, το πρόβλημα με το fast fashion και το doomscrolling δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό, είναι βαθιά υπαρξιακό. Μετατρέπει το ρούχο –το prop της παράστασης– σε αναλώσιμο υλικό. Στην προσπάθειά μας να διατηρήσουμε τον ρόλο μας στη διαρκή ψηφιακή σκηνή, καταλήγουμε να αγοράζουμε περισσότερα σκηνικά, ενώ οι παραστάσεις που δίνουμε κάθε χρόνο παραμένουν ίδιες.

Το θέμα αρχικά δημοσιεύθηκε στο περιοδικό InStyle Greece, τεύχος 143, Αύγουστος 2026.

Διαβάστε το αρχικό δημοσίευμα Καλοκαιρινό Alter Ego: Γιατί το καλοκαίρι ντυνόμαστε σαν μια «άλλη»; στο InStyle.