DEBI MAZAR: ΔΕΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ ΠΟΤΕ ΤΗ ΜΟΔΑ, ΕΞΕΛΙΧΘΗΚΕ ΜΑΖΙ ΤΗΣ
Η Debi Mazar ξεχώρισε επειδή ποτέ δεν προσπάθησε να ακολουθήσει τις τάσεις, αλλά να εξελίσσει το προσωπικό της στιλ χωρίς να χάνει την ταυτότητά της. Από τη δημιουργική Νέα Υόρκη των ’80s και τις συνεργασίες της με κορυφαίους καλλιτέχνες και σκηνοθέτες, μέχρι την παρουσία της στη μόδα και τη νέα της ζωή ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και την Ιταλία, παρέμεινε αυθεντική, ανεξάρτητη και διαχρονική.
Πιο αναλυτικά
Η Debi Mazar δεν ακολούθησε ποτέ τη μόδα. Αυτή είναι ίσως η πιο απλή εξήγηση για το πώς κατάφερε να παραμείνει επίκαιρη εδώ και περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες. Η πρόσφατη συμμετοχή της στο νέο κινηματογραφικό project της Madonna, Confessions II, έκανε πολλούς να αναρωτηθούν ξανά ποια είναι πραγματικά αυτή η γυναίκα που βρίσκεται διαρκώς δίπλα στη μεγαλύτερη pop star του κόσμου. Για όσους γνωρίζουν μόνο την εικόνα της, η απάντηση μοιάζει εύκολη: η καλύτερη φίλη της Madonna. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Η Debi Mazar δεν έγινε γνωστή επειδή βρέθηκε δίπλα σε διάσημους ανθρώπους. Έγινε γνωστή γιατί ανήκε εξαρχής στον ίδιο δημιουργικό κόσμο με αυτούς. Από τη δημιουργική Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ’80 μέχρι τις σημερινές πρώτες σειρές των μεγαλύτερων οίκων μόδας, η διαδρομή της αποδεικνύει ότι το προσωπικό στιλ δεν είναι μια συλλογή από ωραία ρούχα. Είναι τρόπος ζωής. Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να μας συναρπάζει.

Λατρεύουμε τις γυναίκες με προσωπική ταυτότητα. Εκείνες που δεν αλλάζουν πρόσωπο κάθε φορά που αλλάζει μια τάση. Εκείνες που χρησιμοποιούν τη μόδα για να εκφράσουν τον χαρακτήρα τους και όχι για να τον κρύψουν. Η Debi Mazar ανήκει σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει το πρόσωπο μιας συγκεκριμένης δεκαετίας ούτε να υπηρετήσει μια αισθητική που δεν της ταίριαζε. Αντίθετα, άφησε κάθε εποχή να προσθέτει ένα ακόμη κεφάλαιο στη δική της προσωπική ιστορία.

Η γυναίκα που δεν ανήκει σε μία μόνο εποχή
Η Debi Mazar δεν ακολούθησε ποτέ τη μόδα, γιατί δεν αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να αλλάζει προσωπικότητα κάθε φορά που άλλαζαν οι σχεδιαστές, οι τάσεις ή οι κανόνες της βιομηχανίας. Από την punk ενέργεια της Νέας Υόρκης μέχρι τη σημερινή αυστηρή κομψότητα του Anthony Vaccarello στον Saint Laurent, διατήρησε πάντα μια αισθητική που αναγνωρίζεται αμέσως.

Το χαρακτηριστικό καρέ, το κόκκινο κραγιόν, τα δερμάτινα jackets, τα ανδρόγυνα κοστούμια, τα vintage κοσμήματα και η ανεπιτήδευτη κομψότητα δεν ήταν ποτέ επιλογές που υπαγόρευσε η μόδα. Ήταν στοιχεία μιας προσωπικότητας που εξελισσόταν χωρίς να χάνει την ταυτότητά της. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που φωτογραφίες της από το 1985, το 1995 ή το σήμερα μοιάζουν να ανήκουν στην ίδια γυναίκα. Η αισθητική της ωρίμασε, δεν αντικαταστάθηκε.

Η Νέα Υόρκη ήταν το πρώτο της σχολείο
Πολύ πριν αποκτήσει αναγνωρισιμότητα στον κινηματογράφο ή την τηλεόραση, η Debi Mazar ζούσε μέσα στη δημιουργική έκρηξη του downtown Manhattan. Εκεί γνώρισε τη Madonna, τον Keith Haring, τον Andy Warhol, τη Maripol, τον Joey Arias και δεκάδες ακόμη καλλιτέχνες που άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο η μουσική, η μόδα και η σύγχρονη τέχνη συνομιλούσαν μεταξύ τους.
Δεν ήταν μια νεαρή γυναίκα που παρακολουθούσε από απόσταση όσα συνέβαιναν γύρω της. Ήταν μέρος αυτής της δημιουργικής κοινότητας. Οι φιλίες της, οι συνεργασίες της και οι εμπειρίες της διαμόρφωσαν μια προσωπικότητα που δεν έπαψε ποτέ να εξελίσσεται. Ίσως γι’ αυτό η Debi Mazar δεν ακολούθησε ποτέ τη μόδα. Γιατί είχε ήδη καταλάβει ότι το πραγματικό στιλ γεννιέται από τις εμπειρίες και όχι από τις βιτρίνες.

Η ηθοποιός που δεν άφησε ποτέ το στιλ να επισκιάσει το ταλέντο της
Αν υπάρχει μία παρεξήγηση που συνοδεύει τη Debi Mazar, είναι ότι πολλοί τη θυμούνται κυρίως για το χαρακτηριστικό της στιλ ή για τη μακρόχρονη σχέση της με τη Madonna. Ωστόσο, η πραγματική της διαδρομή αποδεικνύει ότι η εικόνα ήταν πάντοτε η φυσική προέκταση της προσωπικότητάς της και όχι το μοναδικό της προσόν. Η υποκριτική ήταν ένας ακόμη χώρος μέσα στον οποίο κατάφερε να αφήσει το προσωπικό της αποτύπωμα, συνεργαζόμενη με μερικούς από τους σημαντικότερους δημιουργούς του αμερικανικού κινηματογράφου. Δεν διεκδίκησε ποτέ τον ρόλο της απόλυτης σταρ του Hollywood. Προτίμησε κάτι πολύ πιο δύσκολο: να γίνει μια ηθοποιός που αναγνωρίζεται αμέσως, όχι επειδή επαναλαμβάνει τον ίδιο χαρακτήρα, αλλά επειδή διαθέτει μια σπάνια αυθεντικότητα. Η βραχνή φωνή της, το χαρακτηριστικό της βλέμμα και η νεοϋορκέζικη αυτοπεποίθηση έγιναν στοιχεία μιας παρουσίας που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη.

Και σε αυτή την περίπτωση, η Debi Mazar δεν ακολούθησε ποτέ τη μόδα. Δεν κυνηγούσε τους ρόλους που θεωρούνταν ασφαλείς ούτε τις παραγωγές που υπόσχονταν εύκολη δημοσιότητα. Προτίμησε να χτίσει μια πορεία βασισμένη στις συνεργασίες και στην εμπιστοσύνη που της έδειχναν οι σκηνοθέτες.

Από τον Scorsese μέχρι τη νέα χρυσή εποχή της τηλεόρασης
Η κινηματογραφική της διαδρομή περιλαμβάνει συνεργασίες που δύσκολα συναντά κανείς σε μία μόνο καριέρα. Η παρουσία της στο Goodfellas του Martin Scorsese άνοιξε τον δρόμο για μια σειρά από ταινίες που επιβεβαίωσαν ότι δεν ήταν μια ακόμη ενδιαφέρουσα φυσιογνωμία της Νέας Υόρκης, αλλά μια ηθοποιός με ξεχωριστή παρουσία μπροστά στον φακό.

Ακολούθησαν οι συνεργασίες της με τον Spike Lee, τον Woody Allen και τον Joel Schumacher, δημιουργούς με εντελώς διαφορετικές κινηματογραφικές γλώσσες, οι οποίοι όμως αναγνώρισαν στο πρόσωπό της την ίδια αυθεντικότητα. Η Debi Mazar δεν προσαρμοζόταν στον κόσμο κάθε σκηνοθέτη· έφερνε πάντα μαζί της ένα κομμάτι της προσωπικότητάς της, κάνοντας κάθε χαρακτήρα να μοιάζει αληθινός.

Η ίδια συνέπεια χαρακτήρισε και την πορεία της στην τηλεόραση. Από τις εμφανίσεις της στο Entourage μέχρι τον απολαυστικό ρόλο της Maggie Amato στο Younger, απέδειξε ότι μπορούσε να εξελίσσεται μαζί με το μέσο, χωρίς να χάνει τη δική της ταυτότητα. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί νεότεροι θεατές γνώρισαν πρώτα τη Debi Mazar μέσα από τις τηλεοπτικές της δουλειές και μόνο αργότερα ανακάλυψαν την εντυπωσιακή διαδρομή που είχε ήδη διαγράψει στον κινηματογράφο.

Όταν η μόδα συναντά τον κινηματογράφο
Ίσως η μεγαλύτερη επιτυχία της Debi Mazar να είναι ότι ποτέ δεν χρειάστηκε να διαχωρίσει τις διαφορετικές πλευρές της ζωής της. Η μόδα, ο κινηματογράφος, η μουσική και η τέχνη δεν λειτούργησαν ποτέ ως ξεχωριστά κεφάλαια, αλλά ως συγκοινωνούντα δοχεία που τροφοδοτούσαν διαρκώς το ένα το άλλο.

Γι’ αυτό και φωτογράφοι όπως ο David LaChapelle ή σχεδιαστές που τη συνάντησαν στις πρώτες σειρές των επιδείξεων δεν έβλεπαν μπροστά τους απλώς μια καλοντυμένη ηθοποιό. Έβλεπαν μια γυναίκα που κουβαλούσε μέσα της την αυθεντικότητα της Νέας Υόρκης και την ικανότητα να μετατρέπει ακόμη και την πιο απλή εμφάνιση σε προσωπική δήλωση.
Η Debi Mazar δεν ακολούθησε ποτέ τη μόδα, γιατί δεν τη χρησιμοποίησε ποτέ ως μεταμφίεση. Τα ρούχα δεν έκρυβαν την προσωπικότητά της· τη φανέρωναν. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαφορά ανάμεσα σε μια γυναίκα που ντύνεται καλά και σε μια γυναίκα που εξελίσσεται σε πραγματικό σημείο αναφοράς για το στιλ.

Η Ιταλία δεν άλλαξε τη Debi Mazar αλλά της πρόσφερε μια δεύτερη πατρίδα.
Αν η Νέα Υόρκη διαμόρφωσε τον χαρακτήρα της Debi Mazar, η Τοσκάνη της αποκάλυψε έναν διαφορετικό τρόπο να απολαμβάνει τη ζωή. Η σχέση της με την Ιταλία δεν ξεκίνησε από μια φωτογράφιση, μια επίδειξη μόδας ή ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ, αλλά από τον άνθρωπο που επέλεξε να γίνει συνοδοιπόρος της. Ο σύζυγός της, ο Gabriele Corcos, γεννημένος και μεγαλωμένος στην Τοσκάνη, της γνώρισε μια Ιταλία που δύσκολα συναντά κανείς ως επισκέπτης: την Ιταλία της οικογένειας, της καθημερινότητας, των μικρών παραγωγών, της τοπικής κουζίνας, των φίλων που γίνονται οικογένεια και της βαθιάς πεποίθησης ότι η ποιότητα ζωής κρύβεται στις πιο απλές στιγμές.

Δεν είναι τυχαίο ότι η κοινή τους ζωή εξελίχθηκε και σε δημιουργική συνεργασία. Με την τηλεοπτική εκπομπή Extra Virgin, αλλά και μέσα από τα βιβλία που συνυπέγραψαν, δεν μοιράστηκαν μόνο συνταγές. Μοιράστηκαν έναν τρόπο ζωής, αποδεικνύοντας ότι η αισθητική δεν αφορά μόνο τη μόδα ή την τέχνη, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο στρώνεις ένα τραπέζι, υποδέχεσαι φίλους ή επιλέγεις να ζήσεις την καθημερινότητά σου.

Ανάμεσα στο Manhattan και τη Φλωρεντία
Η Debi Mazar ανήκει σε εκείνους τους ανθρώπους που μπορούν να αισθάνονται εξίσου οικεία σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. Από τη μία βρίσκεται το downtown Manhattan, όπου διαμορφώθηκε η προσωπικότητά της μέσα στη δημιουργική έκρηξη της δεκαετίας του ’80. Από την άλλη, η Φλωρεντία, το Fiesole και η Τοσκάνη, τόποι που της χάρισαν μια διαφορετική αίσθηση ισορροπίας χωρίς να αλλοιώσουν την ταυτότητά της.

Όσοι παρακολουθούν τη ζωή της γνωρίζουν ότι η Ιταλία δεν αποτελεί για εκείνη έναν ακόμη όμορφο προορισμό. Είναι το μέρος όπου επιστρέφει ξανά και ξανά, όχι μόνο επειδή εκεί βρίσκεται η οικογένεια του συζύγου της, αλλά γιατί αισθάνεται ότι ανήκει πραγματικά σε αυτή την κοινότητα. Συμμετέχει σε πολιτιστικές δράσεις, στηρίζει τοπικές πρωτοβουλίες και έχει χτίσει μια σχέση ουσίας με τη Φλωρεντία, μια πόλη που την έχει αγκαλιάσει με τον ίδιο τρόπο που κι εκείνη έχει αγκαλιάσει τον τρόπο ζωής της.

Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι ούτε εκεί προσπάθησε ποτέ να μεταμορφωθεί. Παρέμεινε η ίδια αυθεντική Νεοϋορκέζα, επιτρέποντας στην ιταλική κουλτούρα να εμπλουτίσει την προσωπικότητά της χωρίς να την αντικαταστήσει. Ίσως αυτός να είναι ακόμη ένας λόγος που η Debi Mazar δεν ακολούθησε ποτέ τη μόδα. Δεν αισθάνθηκε ποτέ την ανάγκη να υποδυθεί κάποιον άλλον για να γίνει αποδεκτή.

Το προσωπικό στιλ δεν αγοράζεται. Καλλιεργείται.
Η μόδα υπήρξε πάντοτε μέρος της ζωής της, αλλά ποτέ ο σκοπός της. Αυτό που κάνει τη Debi Mazar να ξεχωρίζει δεν είναι η ντουλάπα της ούτε οι διάσημοι σχεδιαστές που έχει φορέσει. Είναι η συνέπεια με την οποία υπερασπίστηκε την προσωπική της αισθητική σε κάθε περίοδο της ζωής της.

Γι’ αυτό και οι εμφανίσεις της δεν μοιάζουν ποτέ προσποιητές. Είτε φορά ένα αυστηρό κοστούμι, είτε ένα δερμάτινο jacket, είτε ένα vintage φόρεμα, η εικόνα της παραμένει αδιαμφισβήτητα δική της. Δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει· επιδιώκει να εκφραστεί. Και αυτή είναι μια διαφορά που γίνεται ολοένα και πιο σπάνια σε μια εποχή όπου η εικόνα συχνά προηγείται της προσωπικότητας.

Η Debi Mazar δεν ακολούθησε ποτέ τη μόδα, γιατί πολύ απλά δεν χρειαζόταν να κυνηγήσει την αποδοχή των τάσεων. Προτίμησε να χτίσει μια αισθητική που ωρίμαζε μαζί με την ίδια, διατηρώντας αναλλοίωτο τον πυρήνα της προσωπικότητάς της.

Η διαχρονικότητα της προσωπικής ταυτότητας
Στην πορεία της συνάντησε μερικούς από τους σημαντικότερους ανθρώπους της σύγχρονης ποπ κουλτούρας. Συνεργάστηκε με σπουδαίους σκηνοθέτες, περπάτησε δίπλα σε κορυφαίους φωτογράφους, βρέθηκε στον ίδιο δημιουργικό κύκλο με καλλιτέχνες που άλλαξαν την εικόνα της σύγχρονης τέχνης και συνεχίζει μέχρι σήμερα να αποτελεί μια σταθερή παρουσία στον χώρο της μόδας. Κι όμως, ποτέ δεν έδωσε την εντύπωση ότι ζούσε μέσα από τη λάμψη των άλλων. Ίσως γιατί η μεγαλύτερη δύναμή της δεν ήταν ποτέ οι γνωριμίες της. Ήταν η προσωπικότητά της.

Και αυτό είναι που κάνει την ιστορία της τόσο ξεχωριστή. Σε μια εποχή όπου η δημοσιότητα διαρκεί όσο ένας αλγόριθμος αποφασίσει να την προβάλλει, η Debi Mazar παραμένει επίκαιρη επειδή δεν έχτισε ποτέ την εικόνα της πάνω σε κάτι εφήμερο. Δεν ακολούθησε ποτέ τη μόδα. Την αντιμετώπισε ως έναν ακόμη τρόπο να αφηγηθεί την ιστορία της.

Γιατί τελικά η Debi Mazar εξακολουθεί να μας αφορά;
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στη μακρόχρονη φιλία της με τη Madonna, ούτε στις συνεργασίες της με σημαντικούς σκηνοθέτες, ούτε στις πρώτες σειρές των μεγαλύτερων οίκων μόδας. Βρίσκεται σε κάτι πολύ πιο απλό και πολύ πιο δύσκολο να κατακτηθεί.

Η Debi Mazar απέδειξε ότι το προσωπικό στιλ δεν είναι μια εικόνα που αλλάζει κάθε σεζόν, αλλά μια στάση ζωής που ωριμάζει μαζί με τον άνθρωπο. Ότι μπορείς να εξελίσσεσαι χωρίς να προδίδεις τον χαρακτήρα σου, να αγαπάς νέους τόπους χωρίς να ξεχνάς από πού ξεκίνησες και να παραμένεις δημιουργικός χωρίς να κυνηγάς διαρκώς την επόμενη τάση.
Λατρεύουμε τις γυναίκες με προσωπική ταυτότητα. Εκείνες που δεν φορούν απλώς όμορφα ρούχα, αλλά δίνουν νόημα σε ό,τι φορούν. Και η Debi Mazar ανήκει αναμφίβολα σε αυτή τη σπάνια κατηγορία γυναικών, γιατί απέδειξε σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής της ότι δεν ακολούθησε ποτέ τη μόδα. Άφησε τη μόδα να εξελιχθεί γύρω της, παραμένοντας πάντα πιστή στον πιο σημαντικό της σύμμαχο: τον ίδιο της τον εαυτό.
