ΜΠΡΑΤΙΣΛΑΒΑ: ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΣΤΗΝ ΑΝΑΒΑΣΗ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΝΕΑ ΣΛΟΒΑΚΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ

Το άρθρο περιγράφει ένα ταξίδι στη Μπρατισλάβα, από το ιστορικό της κέντρο και την ανάβαση στο κάστρο μέχρι τη νέα Σλοβακική Εθνική Πινακοθήκη, αναδεικνύοντας τη γοητεία της πόλης, τα μνημεία, τους θρύλους και τη ζωντανή της αρχιτεκτονική. Παράλληλα, ο συγγραφέας συνδέει την περιήγηση με πιο βαριά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, όπως η δολοφονία των δημοσιογράφων Jan Kuciak και Martina Kusnirova και η αξία της ελεύθερης δημοσιογραφίας, κλείνοντας με μια ανθρώπινη ματιά στην πόλη και τους κατοίκους της.
Πιο αναλυτικά
Φτάσαμε στην Μπρατισλάβα από τη Βιέννη με λεωφορείο — έναν τρόπο μετακίνησης που πολλές φορές απολαμβάνω στα ταξίδια. Η Βιέννη υπήρξε μια εκπληκτική εμπειρία, γεμάτη ανεπανάληπτες στιγμές, αν δεν διάβασες το άρθρο με το πλούσιο φωτογραφικό μας υλικό, μπορείς να το βρεις εδώ
Φτάνοντας στη σλοβακική πρωτεύουσα, επιλέξαμε να μείνουμε στην καρδιά του ιστορικού της κέντρου, σε ένα αναπαλαιωμένο κτίριο γεμάτο ατμόσφαιρα. Η διαμονή στα ιστορικά κέντρα των ευρωπαϊκών πόλεων είναι για μένα σταθερή επιλογή, σου επιτρέπει να αισθανθείς τον πραγματικό παλμό του τόπου και να βιώσεις την καθημερινότητά του. Βγαίνεις από την πόρτα και βρίσκεσαι αμέσως σε γραφικούς πεζόδρομους, έτοιμος να ανακαλύψεις κάθε ενδιαφέρουσα γωνιά απλά περπατώντας…
Η Μπρατισλάβα έχει μια ιστορική διαδρομή αιώνων, βαθιά επηρεασμένη από τη στρατηγική της θέση στις όχθες του Δούναβη, εκεί όπου συναντιούνται η Σλοβακία, η Αυστρία και η Ουγγαρία. Κατοικημένη ήδη από την εποχή των Κελτών και στη συνέχεια σημείο πέρασμα των Ρωμαίων κατά μήκος των συνόρων της αυτοκρατορίας, η πόλη υπήρξε πάντα ένα σταυροδρόμι λαών, γλωσσών και πολιτισμών.
Η πιο λαμπρή της εποχή ξεκίνησε το 1536, όταν μετά την κατάληψη της Βουδαπέστης από τους Οθωμανούς, η πόλη ορίστηκε επίσημη πρωτεύουσα του Βασιλείου της Ουγγαρίας.
Η πολυπολιτισμική αυτή κληρονομιά, όπου τα σλοβακικά, τα γερμανικά και τα ουγγρικά συνυπήρχαν αρμονικά στην καθημερινότητα, σφράγισε την αρχιτεκτονική και την ατμόσφαιρα του ιστορικού της κέντρου.
Μετά το 1919, η πόλη εντάχθηκε στη νεοσύστατη Τσεχοσλοβακία, υιοθετώντας οριστικά το όνομα Μπρατισλάβα. Στα χρόνια του Κομμουνισμού η εικόνα της άλλαξε με σύγχρονες κατασκευές. Το 1989 η «Βελούδινη Επανάσταση» έδωσε το τέλος της σοβιετικής περιόδου, ενώ την 1η Ιανουαρίου 1993, με το «Βελούδινο Διαζύγιο», η Μπρατισλάβα έγινε η πρωτεύουσα της ανεξάρτητης πλέον Σλοβακίας. Σήμερα, είναι μια σύγχρονη ευρωπαϊκή πόλη που αναπαλαίωσε υποδειγματικά το ιστορικό της κέντρο, διατηρώντας ακέραια τη γοητεία και την πολυπολιτισμική της ταυτότητα.


Ο Cumil
Ξεκινήσαμε το πρωί την περιήγηση μας στο ιστορικό κέντρο και πολύ κοντά στο σπίτι που μέναμε συναντήσαμε αυτόν τον μυστήριο τύπο. Χαμογελαστός και ήρεμος φαινόταν να απολαμβάνει την θέα από το ανοιχτό φρεάτιο.
Mετά την πτώση του κομμουνισμού ο δήμος της πόλης έκανε μια προσπάθεια να ομορφύνει και να ζωντανέψει το ιστορικό της κέντρο, διώχνοντας τη γκρίζα ατμόσφαιρα του παρελθόντος. Το χάλκινο αυτό γλυπτό φιλοτεχνήθηκε από τον Σλοβάκο καλλιτέχνη Viktor Hulík το 1997.
Eίναι ένας χαμογελαστός εργάτης υπονόμων με το κράνος του, που βγαίνει κουρασμένος αλλά ευδιάθετος από ένα φρεάτιο για να ξαποστάσει, ακουμπώντας τα χέρια του στο πεζοδρόμιο. Η πόλη έχει δυο αστικούς μύθους για αυτόν. Ο πρώτος λέει πως είναι απλώς ένας τυπικός εργάτης της κομμουνιστικής εποχής που ξεκουράζεται αντί να δουλεύει. Ο δεύτερος υποστηρίζει ότι ο Cumil «κοιτάζει κάτω από τις φούστες» των γυναικών που περνούν από πάνω του.
Σήμερα ο Cumil είναι πολύ διάσημος και λέγεται πως αν αγγίξεις το κράνος του και κάνεις μια ευχή, αυτή θα πραγματοποιηθεί, γι’ αυτό και το κράνος του είναι πλέον ολοκάθαρο και γυαλιστερό από τα αμέτρητα χέρια των ταξιδιωτών που το πιάνουν.

Το ζωντανό άγαλμα
Λίγα μόλις βήματα πιο πέρα από τον χάλκινο Cumil, η ακινησία αποκτά άλλη διάσταση. Εκεί που το μέταλλο μένει ανεπηρέαστο από τον χρόνο, ένας άλλος πολεμιστής, φτιαγμένος από σάρκα και οστά, στέκεται πάνω στο δικό του βάθρο. Είναι ένα “ζωντανό άγαλμα” – μια ιδιαίτερη μορφή τέχνης του δρόμου που συνδυάζει την παντομίμα, το θέατρο δρόμου και τη γλυπτική.
Οι καλλιτέχνες αυτοί χρειάζονται ώρες για να καλύψουν κάθε εκατοστό του σώματος, των ρούχων και των αξεσουάρ τους με ειδικές μπογιές. Η μεγαλύτερη δυσκολία όμως δεν είναι η εμφάνιση, αλλά ο απόλυτος έλεγχος του σώματος. Πρέπει να ελέγχουν την αναπνοή τους, να μην ανοιγοκλείνουν συχνά τα βλέφαρα, να αντέχουν τις καιρικές συνθήκες και να μένουν ακίνητοι για πολύ ώρα.
Το μυστικό τους είναι ότι η ακινησία σπάει στιγμιαία μόνο όταν κάποιος περαστικός αφήσει ένα κέρμα στο κουτί τους.
Τότε το «άγαλμα» ζωντανεύει με μια αργή, θεατρική κίνηση —μια υπόκλιση, ένα νεύμα, έναν χαιρετισμό— προσφέροντας μια μικρή ιδιωτική παράσταση στον ταξιδιώτη.
Η αντίθεση με τον χάλκινο Cumil είναι εντυπωσιακή. Ο ένας είναι αιώνια ακινητοποιημένος στο πεζοδρόμιο, κι ο άλλος δοκιμάζει τα όρια της ανθρώπινης αντοχής, μένοντας αμίλητος και ακίνητος, διεκδικώντας ένα βλέμμα, ένα χαμόγελο κι ένα κέρμα για την επιβίωσή του. Τους θαυμάζω γι’ αυτό που κάνουν, είναι οι απλοί καλλιτέχνες του δρόμου που δίνουν φως και χρώμα στην πόλη. Γι’ αυτό και δεν τους προσπερνώ ποτέ αδιάφορα.


Η κεντρική Πλατεία και το παλιό Δημαρχείο
Η Μπρατισλάβα είναι μικρή στο ιστορικό της κέντρο. Πολύ γρήγορα φτάσαμε στην κεντρική ιστορική της πλατεία. Από τον Μεσαίωνα υπήρξε το κέντρο της δημόσιας ζωής, ο χώρος διεξαγωγής των υπαίθριων αγορών, των βασιλικών υποδοχών αλλά και των δημόσιων εκτελέσεων.
Στο κέντρο της πλατείας κυριαρχεί το συντριβάνι του Μαξιμιλιανού, γνωστό στους ντόπιους ως το συντριβάνι του Ρολάνδου. Χτισμένο το 1572 μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά, έχει στην κορυφή του τον θρυλικό ιππότη με την πανοπλία του, να αγναντεύει την πόλη. Οι ντόπιοι λένε πως τα μεσάνυχτα της Πρωτοχρονιάς ο ιππότης ζωντανεύει και υποκλίνεται στο Δημαρχείο – αρκεί, φυσικά, να έχεις την αγνότητα της ψυχής για να το δεις.
Στην απέναντι πλευρά της πλατείας θα δεις το παλιό Δημαρχείο, ένα επιβλητικό σύμπλεγμα κτιρίων με τον περίφημο κιτρινωπό πύργο. Είναι ένα από τα παλαιότερα πέτρινα κτίρια της Σλοβακίας και συνδυάζει γοτθικά, αναγεννησιακά και μπαρόκ στοιχεία. Σήμερα φιλοξενεί το Μουσείο Ιστορίας της Πόλης.
Αν παρατηρήσεις προσεκτικά τον τοίχο του πύργου του Δημαρχείου, θα δεις εντοιχισμένη μια αυθεντική σιδερένια μπάλα κανονιού από τους βομβαρδισμούς των στρατευμάτων του Ναπολέοντα το 1809. Αριστερά από το Δημαρχείο ξεχωρίζει η λευκή πρόσοψη της εκκλησίας του Σωτήρος, χτισμένη τον 17ο αιώνα.


Ο Hubert
Στην κεντρική πλατεία θα συναντήσεις ακόμη ένα άγαλμα της πόλης, Είναι του στρατιώτη του Ναπολέοντα Hubert, φιλοτεχνημένο από τον γλύπτη Juraj Melis το 1997.
Στήθηκε εδώ, ακριβώς μπροστά από την Γαλλική πρεσβεία, για να θυμίζει την πολιορκία της Μπρατισλάβα από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα το 1805 και το 1809.
Σύμφωνα με τον τοπικό μύθο, το άγαλμα απεικονίζει έναν Γάλλο στρατιώτη, τον Hubert, ο οποίος κατά τη διάρκεια της εκστρατείας τραυματίστηκε στην Μπρατισλάβα, ερωτεύτηκε μια ντόπια νοσοκόμα που τον φρόντισε, κι αποφάσισε να μην επιστρέψει στη Γαλλία. Έμεινε εκεί και έγινε παραγωγός αφρώδους οίνου, μάλιστα η πιο διάσημη μάρκα σλοβακικού αφρώδους οίνου μέχρι σήμερα έχει το όνομά του.
Ο Hubert ακουμπά με νωχελικό, φιλικό τρόπο στο παγκάκι, φορώντας το χαρακτηριστικό δίκοχο καπέλο και ξυπόλητος.
Είναι ένα από τα πιο δημοφιλή σημεία για φωτογραφίες, αφού οι ταξιδιώτες αλλά και οι ντόπιοι συνηθίζουν να φωτογραφίζονται δίπλα του, όπως τα παιδιά από το τοπικό γυμνάσιο.


Η πλατεία του Επισκόπου και η πολύχρωμη πράσινη στέγη
Από την κεντρική πλατεία δίπλα στον πύργο, μπαίνεις σε μια μικρή στοά και βρίσκεσαι στην εσωτερική αυλή του Δημαρχείου, που λειτουργεί σαν ατμοσφαιρικό πέρασμα, συνδέοντας απευθείας την κεντρική πλατεία με την πιο ήσυχη και επιβλητική πλατεία του Επισκόπου.
Εδώ εντυπωσιάζει το νεοκλασικό παλάτι του επισκόπου με την απαλή ροζ πρόσοψη, χτισμένο στα τέλη του 18ου αιώνα για τον Αρχιεπίσκοπο της Ουγγαρίας.
Μέσα στη φημισμένη «Καθρέφτινη Αίθουσα» αυτού του παλατιού υπογράφηκε το 1805 η ιστορική Συνθήκη του Πρέσμπουργκ μεταξύ του Ναπολέοντα Βοναπάρτη και του Αυτοκράτορα Φραγκίσκου Β΄ της Αυστρίας, μετά τη μάχη του Αούστερλιτς.
Η εντυπωσιακή πολύχρωμη πράσινη στέγη στη δεύτερη φωτογραφία ανήκει στο παλάτι Απόνι, το οποίο χτίστηκε το 1761. Η στέγη του είναι εκπληκτική και είναι καλυμμένη με κεραμικά πλακίδια σε έντονο πράσινο, κίτρινο και κόκκινο χρώμα, σχηματίζοντας ρομβοειδή γεωμετρικά μοτίβα. Αυτός ο ρυθμός παραπέμπει στη νεογοτθική και αριστοκρατική αρχιτεκτονική της Κεντρικής Ευρώπης – παρόμοια με τη στέγη του Αγίου Στεφάνου που είδαμε στη Βιέννη.


Η εσωτερική αυλή του παλατιού και το σιντριβάνι του Αγίου Γεωργίου
Περνάς από την κεντρική μεγάλη είσοδο του παλατιού του αρχιεπισκόπου και βρίσκεσαι σε μια πανέμορφη εσωτερική αυλή. Περιβάλλεται από κομψές νεοκλασικές προσόψεις σε απαλούς ροζ τόνους, με ψηλά παράθυρα και περίτεχνα σφυρήλατα μπαλκόνια. Η πυκνή φυλλωσιά των δέντρων προσφέρει μια φυσική κορνίζα, κάνοντας τον χώρο να μοιάζει με καταφύγιο ηρεμίας.
Στο κέντρο της αυλής θα δεις το περίφημο μαρμάρινο σιντριβάνι με το άγαλμα του Αγίου Γεωργίου πάνω στο άλογο, να εξοντώνει τον δράκοντα. Φιλοτεχνήθηκε τον 17ο αιώνα και αποτελεί ένα αριστούργημα της τοπικής γλυπτικής τέχνης.
Οι Σλοβάκοι αρέσκονται στους μύθους που ζωντανεύουν αγάλματα. Ετσι και εδω σύμφωνα με τον τοπικό μύθο, κάθε χρόνο στις 24 Απριλίου, στη γιορτή του Αγίου Γεωργίου, ο έφιππος Άγιος ζωντανεύει, στρέφεται πάνω στο βάθρο του και υποκλίνεται στους κατοίκους της πόλης.


Το σκηνικό
Η αρχιτεκτονική αυθεντικότητα της Μπρατισλάβα και η διατήρηση των ιστορικών της κτιρίων τη μετατρέπουν συχνά σε ένα ζωντανό κινηματογραφικό σκηνικό. Δεν ήταν έκπληξη λοιπόν, που πετύχαμε ένα γύρισμα ταινίας εποχής, ένα γκρι στρατιωτικό φορτηγό πάνω σε πλατφόρμα και κομπάρσοι με στολές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου να περιμένουν το επόμενο “πάμε”.
Το είδα αμέσως από την πλευρά μου. Για έναν σκηνοθέτη, η δύναμη του φυσικού σκηνικού είναι αναντικατάστατη. Όσο κι αν η τεχνολογία και τα ψηφιακά εφέ εξελίσσονται, τίποτα δεν μπορεί να αποδώσει την υφή της πραγματικής πέτρας, την αυθεντική φθορά του χρόνου στους τοίχους και τον τρόπο που το φυσικό φως γλιστρά ανάμεσα στα κτίρια.
Τα φυσικά σκηνικά —όπως αυτοί οι δρόμοι και οι πλατείες της Μπρατισλάβα— δεν είναι το φόντο μιας ιστορίας, γίνονται ένας σιωπηλός, οργανικός χαρακτήρας που επιβάλλει τη δική του ατμόσφαιρα στους ηθοποιούς και καθορίζει τον ρυθμό της αφήγησης. Δίνουν στην ταινία αυτή την ακατέργαστη “αλήθεια” που ο θεατής μπορεί πολλές φορές να μην τη βλέπει, αλλά τη νιώθει.

Jan Kuciak και Martina Kusnirova, 1990 – 2018: Φόρος τιμής στην ελεύθερη δημοσιογραφία
Αφήσαμε το ιστορικό κέντρο και πήγαμε να αποδώσουμε τον δικό μας ταπεινό φόρο τιμής, σε δύο νέα παιδιά, που δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ στο σπίτι τους, γιατί ερευνούσαν υποθέσεις διαφθοράς και διασυνδέσεις της πολιτικής ηγεσίας με το οργανωμένο έγκλημα.
Ο Jan και η Martina ήταν μόλις 27 ετών όταν δολοφονήθηκαν. Η διπλή δολοφονία τους προκάλεσε πρωτοφανές κύμα λαϊκής οργής και τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στη χώρα από την εποχή της «Βελούδινης Επανάστασης» το 1989, οδηγώντας τελικά στην παραίτηση της τότε κυβέρνησης του Ρόμπερτ Φίτσο και αλλάζοντας ανεπανάληπτα το πολιτικό σκηνικό της Σλοβακίας αλλά και τη σύγχρονη ιστορία της.
Τι είχε πετύχει ο Jan Kuciak? Εργαζόταν σαν ερευνητής δημοσιογράφος στην ενημερωτική ιστοσελίδα Aktuality.sk. Χρησιμοποιώντας εξειδικευμένες τεχνικές ανάλυσης δημόσιων δεδομένων, κατάφερε να συνδέσει κορυφαίους πολιτικούς και ισχυρούς επιχειρηματίες της Σλοβακίας με την ιταλική μαφία, καθώς και με εκτεταμένες απάτες με κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το τελευταίο του, ημιτελές άρθρο —που δημοσιεύτηκε ταυτόχρονα από όλα τα μέσα της Σλοβακίας μετά τη δολοφονία του— αποκάλυψε οτι μέλη της ιταλικής μαφίας είχαν αποκτήσει προσβάσεις μέχρι και στο γραφείο του τότε Πρωθυπουργού. Η έρευνά του ήταν τόσο τεκμηριωμένη που ανάγκασε τις αρχές να ανοίξουν ξανά υποθέσεις που προηγουμένως είχαν μπει στο αρχείο.
Η Martina Kusnirova ήταν αρχαιολόγος. Παρότι δεν ήταν δημοσιογράφος, στεκόταν στο πλευρό του Jan και ετοιμάζονταν να παντρευτούν λίγες εβδομάδες μετά τη μέρα που δολοφονήθηκαν. Η διπλή τους εκτέλεση σόκαρε την κοινή γνώμη, καθώς η δολοφονία μιας αθώας νέας γυναίκας ανέδειξε την αδίστακτη σκληρότητα των κυκλωμάτων που προσπαθούσε να αποκαλύψει ο Kuciak.

Το αποτέλεσμα της Θυσίας του Jan και της Martina σε ηλικία 27 ετών
Δύο νέα παιδιά 27 ετών, δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ στο σπίτι τους, γιατί ξεσκέπαζαν βαρειές υποθέσεις κρατικής διαφθοράς. Το κύμα οργής για την δολοφονία τους οδήγησε στις μεγαλύτερες διαδηλώσεις στη Σλοβακία και στην παραίτηση του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Εσωτερικών και του Αρχηγού της Αστυνομίας.
Αποκαλύφθηκε ένα ολόκληρο δίκτυο χρηματισμού δικαστών, εισαγγελέων και αστυνομικών, οδηγώντας σε δεκάδες συλλήψεις και καταδίκες υψηλόβαθμων στελεχών.
Στη μνήμη τους καθιερώθηκε το διεθνές βραβείο δημοσιογραφίας All For Jan Award, ενώ η δουλειά του ενέπνευσε τη δημιουργία του Δικτύου Αποκαλύψεων Kocner, όπου δημοσιογράφοι από όλη την Ευρώπη ενώθηκαν για να ολοκληρώσουν κάθε έρευνα που εκείνος άφησε στη μέση.
Το μνημείο είναι έργο του Marian Zverko ο οποίος επέλεξε τη μεταλλική πλάκα με την οξεία, ακανόνιστη ρωγμή στο κέντρο για να συμβολίσει την απότομη, βίαιη τομή στην ελευθερία του λόγου και τη βαθιά πληγή που άφησε η δολοφονία των δύο 27χρονων νέων στην κοινωνία της Σλοβακίας.
Στάθηκα για πολύ ώρα μπροστά στο μνημείο τους ακίνητος, με τεράστια συγκίνηση και σκεφτόμουν ότι η τραγική ιστορία του Jan Kuciak και της Martina Kusnirova δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό σε μια γωνιά της Κεντρικής Ευρώπης. Αποτελεί υπενθύμιση μιας σκοτεινής, παγκόσμιας πραγματικότητας, η ελεύθερη, ερευνητική δημοσιογραφία δέχεται σήμερα μια από τις πιο συστηματικές και επικίνδυνες επιθέσεις της νεότερης ιστορίας.
Από τις ανοιχτές απειλές, τις δολοφονίες και τις φυλακίσεις, μέχρι τις διακριτικές οικονομικές πιέσεις, την κρατική λογοκρισία και τις οργανωμένες εκστρατείες παραπληροφόρησης, η εξουσία —σε κάθε της μορφή— επιχειρεί σταθερά να φιμώσει τις φωνές που τολμούν να ελέγξουν, να αποκαλύψουν και να αμφισβητήσουν.
Θαυμάζω ολόψυχα όλους αυτούς τους ελεύθερους δημοσιογράφους που σε πολύ δύσκολες συνθήκες προσπαθούν να αποκαλύψουν όλη την βρωμιά που συνεχίζει να υπάρχει παγκοσμίως, σε κυβερνήσεις, δικαιοσύνη και μεγάλα οικονομικά λόμπι.


Τα παραδοσιακά ψωμιά και οι Σλοβακικές ζύμες
Πολύ κοντά στο μνημείο για τα δύο δολοφονηθέντα παιδιά θα βρεις αυτόν τον ιστορικό φούρνο. Η παράδοση των φούρνων στην Μπρατισλάβα χρονολογείται από τον 16ο αιώνα, όταν η πόλη ήταν η πρωτεύουσα της Ουγγαρίας. Τότε, οι τοπικοί αρτοποιοί προμήθευαν την αυτοκρατορική αυλή και τους αριστοκράτες με τα περίφημα μισοφέγγαρα.
Μπαίνεις στο φούρνο και βλέπεις απέναντι σου στον τοίχο την επιγραφή ‘’Τον άρτον ημών τον επιούσιον’’, ενώ δίπλα στον μαυροπίνακα ξεχωρίζουν οι δύο πιο διάσημες παραδοσιακές γλυκές ζύμες της Σλοβακίας, το Makovník και το Orechovnik. Ο φούρνος διατηρεί την κλασική ξύλινη επένδυση, τις αψίδες στην οροφή και την παλιά αισθητική των αρχών του 20ού αιώνα.
Τα Μισοφέγγαρα της Μπρατισλάβα είναι το πιο ιστορικό, προστατευόμενο γλυκό της πόλης, με ρίζες από τον 16ο αιώνα.
Μικρά, τραγανά μισοφέγγαρα ζύμης, με γυαλιστερή κρούστα σε δυο εκδόσεις. Όσα έχουν γέμιση παπαρουνόσπορου πλάθονται σε σχήμα πετάλου αλόγου και όσα έχουν γέμιση καρυδιού πλάθονται σε σχήμα μισοφέγγαρου. Κάναμε μια καλή επιλογή σε διάφορα τοπικά είδη για να τα απολαύσουμε κάπου ψηλότερα.


Ιστορικοί δρόμοι και συνοικίες
Ήμουν ακόμη ψυχολογικά πολύ φορτισμένος από το μνημείο των δύο δολοφονηθέντων παιδιών και σε τέτοιες περιπτώσεις για να μπορέσω να χαλαρώσω, το ρίχνω στο τρέξιμο ή στο πολύ γρήγορο περπάτημα. Πιάσαμε την διαδρομή για την ανάβαση στο κάστρο σε γρήγορο ρυθμό.
Η οδός Kapitulska θεωρείται ένας από τους παλαιότερους διατηρημένους δρόμους της Μπρατισλάβα. Από τον Μεσαίωνα αποτελούσε την πνευματική και διοικητική έδρα του κλήρου, καθώς συνέδεε τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μαρτίνου με την πύλη της πόλης.
Η αρχιτεκτονική εδώ των «Σιωπηλών» κτιρίων χρονολογείται από τη γοτθική, την αναγεννησιακή και τη μπαρόκ περίοδο.
Χαρακτηρίζονται από τις λιτές, επιβλητικές προσόψεις με τις ξεθωριασμένες νωπογραφίες, τα βαριά ξύλινα τοξωτά θυρώματα και τις εσωτερικές αψιδωτές αυλές που κρατούν ακόμη το μυστικό του παρελθόντος.
Το ανηφορικό οδόστρωμα από ακανόνιστους κυβόλιθους (μακεδονικού τύπου) διατηρεί ανέπαφη την αίσθηση των περασμένων αιώνων. Εδώ δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα, κι έτσι ο μόνος ήχος είναι τα βήματα σου πάνω στην πέτρα.


Η συνοικία Podhradie και η αρχιτεκτονική του «έξυπνου» καλντεριμιού
Συνεχίσαμε την ανάβαση μας και φτάσαμε στην ιστορική γειτονιά Podhradie. Πρόκειται για την περιοχή που αναπτύχθηκε αμέσως κάτω από τα τείχη του κάστρου.
Ιστορικά ήταν μια πολυπολιτισμική συνοικία τεχνιτών, εμπόρων και της εβραϊκής κοινότητας της Μπρατισλάβα.
Παρά τις καταστροφές που έπαθε τη δεκαετία του ’70 κατά τη σοβιετική περίοδο για την κατασκευή της γέφυρας SNP, αυτά τα στενά σοκάκια διατήρησαν ανέπαφη την αυθεντική τους κλίμακα και ατμόσφαιρα.
Ανεβαίνοντας στο ιστορικό καλντερίμι μου έκανε εντύπωση η διάταξη των κυβόλιθων. Οι κυβόλιθοι στο κέντρο σχηματίζουν υπερυψωμένα, πλατιά σκαλοπάτια με ομαλή κλίση. Αυτό το σχέδιο εξυπηρετούσε διπλό σκοπό από τον Μεσαίωνα, επιτρέπει στους πεζούς να ανεβαίνουν πιο ξεκούραστα την απότομη ανηφόρα, ενώ στις βροχοπτώσεις, τα πλαϊνά κανάλια παίρνουν και οδηγούν τα νερά της βροχής μακριά από τα πόδια σου.

Ο Άγιος Νικόλαος
Ανεβαίνοντας προς το κάστρο θα περάσεις μπροστά του, μην συνεχίσεις, μπες μέσα για λίγο. Είναι μια εκπληκτική εκκλησία με μοναδική ατμόσφαιρα. Χτίστηκε μεταξύ το 1664 σε ύφος πρώιμου μπαρόκ, πάνω στα θεμέλια ενός παλαιότερου γοτθικού ναού που είχε καταστραφεί.
Αν και αρχικά κατασκευάστηκε σαν ρωμαιοκαθολικός ναός, τη δεκαετία του ’30 παραχωρήθηκε στην Ελληνοκαθολική και αργότερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Σλοβακίας. Όπως βλέπεις καθαρά στη φωτογραφία έχει τοποθετηθεί ξύλινο τέμπλο και ορθόδοξες εικόνες, δημιουργώντας μια μοναδική κατάνυξη όπου η δυτική μπαρόκ αρχιτεκτονική συναντά την ανατολική ορθόδοξη λατρεία.
Στους τοίχους διατηρείται ο εντυπωσιακός ξύλινος άμβωνας, οι μπαρόκ αψίδες και οι παλιές ελαιογραφίες, ενώ τα αναμμένα κεριά στα μανουάλια δίνουν τη γνωστή μυστικιστική ατμόσφαιρα της Ορθοδοξίας.


Η πέτρινη πύλη και ο περίβολος των τειχών
Σε λίγο φτάνεις στην «μυστική» είσοδο. Είναι αυτή η μικρή στενή πύλη που βλέπεις στην πρώτη φωτογραφία και σε οδηγεί μέσα στο κάστρο. Αυτές οι τοξωτές, λιθόκτιστες πύλες σχεδιάστηκαν σκοπίμως στενές, ώστε να ελέγχεται εύκολα η ροή των εισερχομένων και να αμύνονται αποτελεσματικά οι φρουροί σε περίπτωση πολιορκίας.
Το πέρασμα μέσα από τη βαριά πέτρα δημιουργεί ένα έντονο αίσθημα «σκιοφωτισμού». Αφήνεις πίσω σου τα σοκάκια της πόλης και μπαίνεις στον προστατευμένο, οχυρωμένο χώρο της ακρόπολης.
Μόλις διασχίσεις την πύλη, βρίσκεσαι στον πλατύ, πλακόστρωτο πεζόδρομο που τρέχει παράλληλα με τα εξωτερικά τείχη του κάστρου. Η ανηφορική κλίση περιβάλλεται από πυκνή βλάστηση και ψηλά δέντρα. Δεξιά είναι τα συμπαγή πέτρινα τείχη και αριστερά απλώνεται η θέα προς τον Δούναβη και την πόλη, προσφέροντας μια ανάσα δροσιάς και ηρεμίας πριν την τελική είσοδο.

Το αναποδογυρισμένο τραπέζι
Φτάνοντας στο πλάτωμα της κορυφής, είσαι μπροστά στο εμβληματικό λευκό κτίριο με τους τέσσερις γωνιακούς πύργους και τις κόκκινες στέγες. Λόγω του τετράγωνου, συμπαγούς σχήματός του, οι ντόπιοι το αποκαλούν χαριτολογώντας «το αναποδογυρισμένο τραπέζι»
Στον πράσινο χώρο μπροστά από το κάστρο διακρίνονται διατηρημένα πέτρινα θεμέλια. Πρόκειται για αρχαιολογικά ευρήματα που μαρτυρούν πως ο λόφος κατοικούνταν από την εποχή των Κελτών και των Ρωμαίων, πριν μετατραπεί σε βασιλική εστία της Ουγγαρίας και της Αυστροουγγαρίας.
Στο πλάτωμα ξεχωρίζουν επίσης τα χάλκινα αγάλματα ιστορικών και θρησκευτικών μορφών, όπως των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, που υπογραμμίζουν τη βαθιά πνευματική και εθνική σημασία του χώρου.


Η Μεγάλη Μοραβία
Ο λόφος εδώ επάνω ήταν οχυρωμένος ήδη από την εποχή των Κελτών και των Ρωμαίων. Τον 9ο αιώνα έγινε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της Μεγάλης Μοραβίας.
Στην είσοδο του κάστρου είναι στημένο το επιβλητικό χάλκινο άγαλμα του βασιλιά Σβατοπλούκ, ηγεμόνα της Μεγάλης Μοραβίας. Με το σπαθί υψωμένο, συμβολίζει τις απαρχές της κρατικής υπόστασης και της εθνικής ταυτότητας των Σλοβάκων.
Όταν η Βουδαπέστη έπεσε στους Οθωμανούς τον 16ο αιώνα, το Κάστρο της Μπρατισλάβα έγινε η επίσημη έδρα των βασιλιάδων της Ουγγαρίας και εδώ φυλάσσονταν τα βασιλικά στέμματα για περισσότερα από 200 χρόνια.
Η Αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία το μεταμόρφωσε τον 18ο αιώνα σε μια πολυτελή μπαρόκ βασιλική κατοικία. Το 1811 μια καταστροφική πυρκαγιά το μετέτρεψε σε ερείπιο. Για σχεδόν 150 χρόνια παρέμεινε εγκαταλελειμμένο, μέχρι τη δεκαετία του ’50, οπότε ξεκίνησε η πλήρης, υποδειγματική αναστήλωσή του, χαρίζοντάς μας τη σημερινή λαμπερή, λευκή του εικόνα.
Από εδώ ψηλά έχεις μια πολύ καλή εικόνα της πόλης. Η γέφυρα SNP που βλέπεις κατασκευάστηκε μεταξύ 1968 και 1972 και αποτελεί ένα από τα πιο τολμηρά αρχιτεκτονικά έργα της κομμουνιστικής περιόδου. Είναι η μεγαλύτερη ασύμμετρη καλωδιακή γέφυρα στον κόσμο με έναν μόνο πυλώνα.
Στην κορυφή του πυλώνα, σε ύψος 95 μέτρων, υπάρχει μια φουτουριστική κατασκευή που μοιάζει με ιπτάμενο δίσκο.
Είναι εστιατόριο και παρατηρητήριο με πανοραμική θέα που φτάνει έως και 100 χιλιόμετρα τις καθαρές μέρες.


Sudove vino
Κατεβήκαμε από το κάστρο στο ιστορικό κέντρο της πόλης και πήγαμε σε ένα παραδοσιακό κρασάδικο. Μου άρεσε πολύ που έδινε ντόπια κρασιά, σε γυάλινο μπουκάλι, απευθείας από ανοξείδωτες δεξαμενές που διατηρούν τη θερμοκρασία και την ποιότητα ανέπαφες.
Γεμίζεις με κρασί τα γυάλινα μπουκάλια και έχεις έναν οικολογικό, προσιτό και απόλυτα αυθεντικό τρόπο να απολαύσεις το κρασί της ημέρας, ακριβώς όπως το πίνουν οι ντόπιοι στις γειτονιές της Μπρατισλάβα.
Στις τέσσερις ανοξείδωτες δεξαμενές βρήκαμε τα πιο αντιπροσωπευτικά κρασιά του σλοβακικού αμπελώνα.
Μοραβικό Μοσχάτο, λευκό, εξαιρετικά αρωματικό κρασί με νότες εσπεριδοειδών, ανθέων και φρέσκου σταφυλιού. Ελαφρύ και δροσιστικό.
Grüner Veltliner, η «βασίλισσα» των λευκών ποικιλιών της Κεντρικής Ευρώπης. Κρασί με τραγανή οξύτητα, μεταλλικότητα και χαρακτηριστικές πιπεράτες νότες στο τελείωμα.
Δούναβης, η πιο διάσημη ερυθρή σλοβακική ποικιλία. Δίνει βαθύ χρωμα, πλούσια κόκκινα κρασιά με αρώματα ώριμων μαύρων φρούτων, δαμάσκηνου και σοκολάτας.
Hron, άλλη μία αυτόχθονη σλοβακική ποικιλία. Σε ροζέ εκδοχή χαρίζει φρέσκα, φρουτώδη αρώματα κόκκινων μούρων και εξαιρετική ισορροπία.
Πήραμε από λίγο και από τα τέσσερα κρασιά, για μια βραδινή γευσιγνωσία και ήταν μια καλή εμπειρία.


Η βαριά ξύλινη πόρτα
Πήραμε τον δρόμο της επιστροφής περνώντας μπροστά από το κτίριο της Ουγγρικής Τράπεζας στην Κεντρική Πλατεία.
Βρίσκεται ακριβώς πίσω από το σιντριβάνι του Ρολάνδου και είναι ένα από τα πιο κομψά δείγματα Art Nouveau της πόλης των αρχών του 20ού αιώνα. Η γωνιακή, καμπυλωτή πρόσοψη, τα ανάγλυφα διακοσμητικά και η αντίθεση της πράσινης στέγης με το υπόλοιπο μπαρόκ σύνολο της πλατείας είναι πολύ ατμοσφαιρική.
Όμως η πιο αληθινή σχέση με μια πόλη χτίζεται όταν γίνεσαι, έστω για λίγες μέρες, κομμάτι της καθημερινότητάς της. Κάθε φορά που έσπρωχνα για να μπω αυτή τη βαριά, σφυρήλατη ξύλινη πόρτα του ιστορικού κτιρίου όπου μέναμε, ένιωθα μια ακαριαία μετάβαση. Αφήνεις πίσω σου τους τουριστικούς βηματισμούς και περνάς στην προστατευμένη σιωπή μιας εσωτερικής αυλής. Η πόρτα κλείνει πίσω σου, η πόλη παύει πια να είναι ένα σκηνικό και εσύ μπαίνεις στην ηρεμία και την ασφάλεια του προσωρινού σου σπιτιού.


Ο όμορφος Νάτσι
Σήμερα ήταν μια βροχερή μέρα. Μας αρέσει η βροχή και θέλουμε να την νοιώθουμε στο πρόσωπο μας. Μετα το εξαιρετικά θρεπτικό πρωινό που φτιάξαμε, βγήκαμε μια βόλτα στην πόλη.
Σε λίγο βρεθήκαμε μπροστά στον όμορφο Νάτσι. Σε αντίθεση με άλλα φανταστικά γλυπτά της πόλης, αυτό το άγαλμα αναπαριστά ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον Ignac Lamar (1897–1967).
Ήταν γιος ενός φτωχού υποδηματοποιού, αλλά ο ίδιος επέλεγε πάντα να κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης ντυμένος στην τρίχα, φορούσε κομψό φράκο, ψηλό καπέλο, μπαστούνι και κρατούσε συχνά ένα πακέτο με γλυκά ή λουλούδια.
Περπατούσε στην παλιά πόλη, χαιρετούσε τους περαστικούς και ιδιαίτερα τις γυναίκες, βγάζοντας με ευγένεια το καπέλο του, υποκλινόταν και τους έλεγε στα γερμανικά, ουγγρικά ή σλοβακικά «Σας φιλώ το χέρι»
Το γλυπτό φιλοτεχνήθηκε από τον Σλοβάκο γλύπτη Juraj Melis το 1997, όταν η παλιά πόλη ανακηρύχθηκε πεζόδρομος.
Σήμερα είναι ένα από τα διάσημα γλυπτά της πόλης και συγκεντρώνει τουρίστες για φωτογράφιση. Όταν όμως βρέχει, συνήθως ο κόσμος κρύβεται μην βραχεί και έτσι ο Νάτσι σήμερα ήταν μόνος στη βροχή.


Η βροχή στην πόλη
Υπάρχει μια ιδιαίτερη, ποιητική σιωπή που φέρνει η βροχή στο αστικό περιβάλλον, ιδιαίτερα όταν είναι όπως εδώ προστατευμένο και πεζοδρομημένο. Αλλάζει την ακουστική της πόλης, βαθαίνει τα χρώματα και μετατρέπει το γκρι πλακόστρωτο σε έναν καθρέφτη που διπλασιάζει την αρχιτεκτονική.
Το περπάτημα πάνω σε αυτές τις ανακλάσεις είναι μια άσκηση βραδύτητας. Ανασαίνεις τη μυρωδιά της υγρής πέτρας και του χώματος, αυτό το γλυκό άρωμα που απελευθερώνει η βροχή καθώς συναντά την αστική φύση. Η βροχή στρώνει ένα λεπτό καθρέφτη που αλλάζει μαγικά τις εικόνες και σε βάζει σε έναν άλλο κόσμο.
Πλησιάζοντας στα παρτέρια έχεις μια άλλη αίσθηση. Οι σταγόνες του νερού κάθονται ατάραχες πάνω στα πλατιά πράσινα φύλλα, σαν μικρές διάφανες χάντρες, εγκλωβίζοντας το λιγοστό φως της συννεφιασμένης μέρας.
Μην πιστεύεις ότι η βροχή σε διώχνει από τους δρόμους, αντίθετα, σε καλεί να προσέξεις όσα προσπερνάς όταν ο ήλιος βιάζεται. Σου χαρίζει την πόλη σε μια διαφορετική, πιο γυμνή και αυθεντική εσωτερική της στιγμή.


Η Πύλη του Μιχαήλ
Πηγαίνοντας προς το βόρειο άκρο της παλιάς πόλης θα φτάσεις στον πύργο της Πύλης του Μιχαήλ και σε λίγο αν θέλεις βγαίνεις έξω από τα τείχη.
Η πύλη αυτή ήταν μία από τις τέσσερις μεσαιωνικές πύλες που προστάτευαν την περιτειχισμένη πόλη και είναι η μόνη που σώζεται μέχρι σήμερα. Χτίστηκε γύρω στο 1300 σε γοτθικό ρυθμό, αλλά στα μέσα του 18ου αιώνα απέκτησε τη σημερινή της μπαρόκ μορφή, με τη χαρακτηριστική χαλκοσκέπαστη οροφή σε σχήμα «βολβού» που φτάνει τα 51 μέτρα ύψος. Στην κορυφή του πύργου υπάρχει το άγαλμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ που σκοτώνει τον δράκοντα.
Τα τείχη της πόλης περιμετρικά είχαν μια τάφρο και για να μπεις έπρεπε να περάσεις από μια γέφυρα. Το πέρασμα με τις αψίδες αποτελούσε την εξωτερική οχυρωματική γραμμή πριν την κύρια πύλη. Σχεδιάστηκε έτσι ώστε, αν κάποιος εισβολέας παραβίαζε την εξωτερική είσοδο, να παγιδεύεται στον στενό εσωτερικό χώρο ανάμεσα στις δύο πύλες.
Το σκεπτικό των οχυρώσεων δεν ήταν μόνο να κρατήσουν τον εχθρό έξω, αλλά να γεννήσουν το άγχος στον κατακτητή. Σε μια εποχή που η απειλή των Οθωμανών και των αντίπαλων στρατευμάτων αιωρούνταν διαρκώς πάνω από την Κεντρική Ευρώπη, η αρχιτεκτονική γινόταν ένα ψυχολογικό όπλο και μετέτρεπε την αβεβαιότητα του εισβολέα σε πανικό.
Καθώς περνούσαμε το πέτρινο πέρασμα, σκεφτόμουν πως η απόσταση που μας χωρίζει από τη μεσαιωνική βία είναι απελπιστικά μικρή. Οι πόλεμοι δεν έπαψαν ποτέ να σκοτεινιάζουν την ανθρώπινη ιστορία — απλώς άλλαξαν τα μέσα της εισβολής και οι πύλες εισόδου. Η οχύρωση μπορεί να άλλαξε μορφή, αλλά η ανάγκη του ανθρώπου να προστατεύσει την ελευθερία και τη ζωή του παραμένει η ίδια, αδιάκοπη και επίκαιρη όσο ποτέ.


Η Σλοβακική Εθνική Πινακοθήκη
Είναι εντυπωσιακή και είναι εντελώς καινούργια. Με το που μπήκαμε μέσα μου έκανε τεράστια εντύπωση. Καταλαβαίνεις αμέσως ότι βρίσκεσαι σε έναν χώρο όπου η αρχιτεκτονική έκανε θαύματα. Η πρόσφατη, τιτάνια ανακαίνισή της από το αρχιτεκτονικό γραφείο BKPS, μετέτρεψε ένα αμήχανο σύμπλεγμα κτιρίων, σε έναν από τους πιο εντυπωσιακούς πολιτιστικούς χώρους της Κεντρικής Ευρώπης.
Μπαίνοντας στο κεντρικό αίθριο, το βλέμμα ανεβαίνει στη διάφανη γυάλινη στέγη, που πλημμυρίζει τον χώρο με γλυκό φυσικό φως. Οι αρχιτέκτονες έκαναν μια τολμηρή επιλογή, διατήρησαν τους γυμνούς, τουβλόκτιστους τοίχους των στρατώνων του 18ου αιώνα, αφήνοντάς τους να “αναπνέουν” δίπλα στις λιτές, ολόλευκες επιφάνειες του 21ου αιώνα.
Η ανακαίνιση κράτησε από το 2016 έως το 2022 και αντί να κατεδαφίσουν τις διαφορετικές ιστορικές περιόδους, οι αρχιτέκτονες αγκάλιασαν όλες τις χρονικές περιόδους.
Ένωσαν τους μπαρόκ τοίχους του 18ου αιώνα, τον σοβιετικό μοντερνισμό του ’70 και τη σύγχρονη βιοκλιματική αρχιτεκτονική του 21ου αιώνα.
Δημιούργησαν ένα τεράστιο εσωτερικό αίθριο καλυμμένο με γυάλινες περσίδες που φιλτράρουν το φυσικό φως. Οι παλιοί εξωτερικοί τοίχοι με τα εμφανή τούβλα και τις καμάρες ενσωματώθηκαν στο εσωτερικό του μουσείου, δημιουργώντας ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό κέλυφος. Η Πινακοθήκη άνοιξε στα τέλη του 2022 και πήρε βραβεία αρχιτεκτονικής.
Αφιερώσαμε πολύ χρόνο και την είδαμε αναλυτικά, θα σου παρουσιάσω τα εκθέματα που μου άρεσαν.


Η φεμινιστική avant-garde εποχή
Η σύγχρονη τέχνη της Σλοβακίας κατάφερε, ακόμη και σε δύσκολες πολιτικά εποχές, να μιλήσει μια γλώσσα παγκόσμια, τολμηρή και βαθιά ποιητική. Στάθηκα και έβλεπα ένα από τα πιο χαρακτηριστικά έργα της σλοβακικής ποπ-αρτ των τελών της δεκαετίας του ’60 και του ’70, φτιαγμένο από τη σημαντική Σλοβάκα εικαστικό Jana Zelibska.
Το έργο είναι μία σύνθεση από τρεις κάθετους πίνακες που εξερευνούν τη γυναικεία ταυτότητα, τη θηλυκότητα, τον ερωτισμό και τη σχέση της γυναίκας με τη φύση.
Οι δύο ακριανοί πίνακες έχουν μινιμαλιστικές γυναικείες φιγούρες σε ανοιχτόχρωμο φόντο. Τα μαλλιά τους σχηματίζουν ένα πλούσιο στεφάνη από πολύχρωμα άνθη και πέταλα, ενώ στο στήθος και στην κοιλιά υπάρχουν μικρές, ανάγλυφες διακοσμητικές λεπτομέρειες.
Η μεσαία φιγούρα λειτουργεί σαν αρνητικό κοντράστ, η σιλουέτα είναι κατάλευκη πάνω σε βαθύ μαύρο φόντο, με τα μαλλιά να πέφτουν σαν σκοτεινά κύματα, δημιουργώντας μια έντονη, μυστικιστική αντίθεση.
Η Zelibska χρησιμοποιεί καθαρές γραμμές, επίπεδα χρώματα και στοιχεία από την καταναλωτική κουλτούρα και τη διακόσμηση, αποδομώντας τα παραδοσιακά πρότυπα της γυναικείας ομορφιάς και προσφέροντας μια ειρωνική, αλλά ταυτόχρονα ποιητική ματιά στη θηλυκότητα.


Environment II – Forest του Juraj Melis
Ο Melis είναι ένας σπουδαίος Σλοβάκος γλύπτης και εικαστικός και τον ξανασυναντήσαμε νωρίτερα στο άρθρο, γιατί είναι αυτός που έφτιαξε το άγαλμα του Νάτσι, στην κεντρική πλατεία.
Εδώ σε αυτή την εγκατάσταση, μεταφέρει ολόκληρα κομμένα δέντρα, γυμνά κλαδιά και κορμούς μέσα στον αποστειρωμένο, λευκό χώρο της γκαλερί, δημιουργώντας ένα αλλόκοτο, τεχνητό δάσος.
Στους τοίχους και ανάμεσα στα κλαδιά διακρίνονται στόχοι σκοποβολής, ξύλινα πουλιά, παγίδες και ξύλινα ζώα όπως ο σκαντζόχοιρος.
Το έργο δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, αμέσως μετά την εισβολή των σοβιετικών στρατευμάτων στη Τσεχοσλοβακία (1968) και την έναρξη της περιόδου της «Ομαλοποίησης». Ο Melis χρησιμοποιεί τη φύση σαν αλληγορία, το δάσος δεν είναι πια καταφύγιο, αλλά ένας χώρος εγκλωβισμού, όπου το άτομο γίνεται στόχος.
Υπάρχει επίσης μια βαθιά κριτική για την καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά και για τη στέρηση της ελευθερίας του ανθρώπου από το αυταρχικό καθεστώς.
Αυτό που με εντυπωσίασε σε αυτή την εγκατάσταση είναι ακριβώς αυτή η διπλή ανάγνωση. Αφενός, διατυπώνει μια βαθιά κριτική για την καταστροφή του περιβάλλοντος —ένα θέμα για το οποίο το 1972 δεν υπήρχε ακόμα ευρύς δημόσιος διάλογος. Αφετέρου, η αποτύπωση της καταπίεσης της ανθρώπινης ελευθερίας, μέσα από ισχυρά σύμβολα όπως το εγκλωβισμένο πουλί που παλεύει να κελαηδήσει, κάνει το μήνυμα του Melis διαχρονικό, αιχμηρό και βαθιά συγκινητικό.

Ανθρώπινα γλυπτά και αφίσες των δεκαετιών του ’60 και ’70
Σε αυτή την αίθουσα υπάρχει η ανθρώπινη φιγούρα, η σωματικότητα και η γραφιστική Avant-garde αφίσα.
Βλέπουμε δύο έργα του Jozef Jankovic ενός από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της νέας παραστατικότητας στη Σλοβακία και την Κεντρική Ευρώπη.
Το Μπλε Γλυπτό του είναι μια ανδρική φιγούρα με έντονη, σχεδόν βίαιη εξπρεσιονιστική υφή. Το σώμα καλύπτεται από μια μπλε, «ρευστή» ή τραυματισμένη μάζα, που μοιάζει με λιωμένο ύφασμα ή εσωτερικά όργανα, ενώ το πρόσωπο με το ανοιχτό στόμα παραπέμπει σε μια βουβή κραυγή. Εκφράζει τον εσωτερικό πόνο, την παραμόρφωση και την ψυχολογική πίεση του ατόμου.
Το άλλο του έργο, η λευκή φιγούρα πάνω σε μια καρέκλα, κρατά έναν δίσκο-καθρέφτη καλύπτοντας εντελώς το πρόσωπό του, ενώ στο στήθος χαράσσονται κόκκινες γραμμές-ουλές. Συμβολίζει την απώλεια της ταυτότητας, την αυτοπαρατήρηση, αλλά και την αμήχανη προσπάθεια του ανθρώπου να καθρεφτίσει τον εαυτό του απέναντι στην κοινωνία.
Στους τοίχους, οι κορνιζαρισμένες αφίσες αποτυπώνουν τη χρυσή εποχή του σλοβακικού και τσεχοσλοβακικού γραφιστικού σχεδιασμού (poster art).
Τις δεκαετίες του ’60 και ’70, οι αφίσες για το θέατρο και τον κινηματογράφο ήταν ένας από τους ελάχιστους τομείς όπου οι εικαστικοί μπορούσαν να πειραματιστούν ελεύθερα με την pop-art, τον σουρεαλισμό και τη γεωμετρική αφαίρεση, αποφεύγοντας τον αυστηρό σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

Η ιδιαιτερότητα του Σλοβακικού μοντερνισμού
Αλλάξαμε κτίριο και αίθουσα και πήγαμε στον μοντερνισμό. Ενώ τα μοντέρνα ρεύματα της Δυτικής Ευρώπης γεννήθηκαν σε βαριά βιομηχανοποιημένες, αστικές κοινωνίες, η Σλοβακία των αρχών του 20ού αιώνα ήταν μια κυρίως αγροτική κοινωνία.
Οι Σλοβάκοι καλλιτέχνες δεν αντέγραψαν τη δυτική Avant-garde, αλλά την προσάρμοσαν στα δικά τους δεδομένα, δημιουργώντας μια δική τους, μοναδική, τοπική εκδοχή του μοντερνισμού, ακολουθώντας δύο δρόμους.
Ο δρόμος και ο μύθος της υπαίθρου, που είχε την αναζήτηση μιας αυθεντικής «σλοβακικής» εικαστικής ταυτότητας μέσα από τη μυθοποίηση του αγροτικού σπιτιού, της λαϊκής παράδοσης, των παραδοσιακών φορεσιών και των ανθρώπων του μόχθου.
Και ο δρόμος της εξωστρέφειας και του ατόμου, με μια ματιά ανοιχτή στον κόσμο, που εστιάζει στην ατομική ζωή, τις ραγδαίες ιστορικές αλλαγές, τον αστικό μετασχηματισμό και τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου.

Karel Plicka: Ο ουμανιστής εθνογράφος
Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι τον θαυμάζω απεριόριστα και ήταν για μένα ένας μεγάλος δάσκαλος. Σταμάτησα στην αρχή μπροστά στις δύο ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, που πολύ σωστά, μπήκαν κάτω από μια ελαιογραφία. Για όποιον αγαπά τη φωτογραφική τεκμηρίωση και την εθνογραφία, ο Plicka υπήρξε μια σπάνια προσωπικότητα.
Τεράστιο ταλέντο, βιολονίστας, μαέστρος, εθνομουσικολόγος, φωτογράφος, σκηνοθέτης και ακαδημαϊκός. Γεννημένος στην Πράγα, ερωτεύτηκε τη Σλοβακία τη δεκαετία του ’20, όταν σαν απεσταλμένος του πολιτιστικού ιδρύματος Matica slovenska, διέσχισε απ’ άκρη σε άκρη τα ορεινά χωριά της υπαίθρου, με μια βαριά φωτογραφική μηχανή πλάτης και ένα φωνογράφο και κατέγραψε δεκάδες χιλιάδες δημοτικά τραγούδια, παραδόσεις, πρόσωπα και αυθεντικές φορεσιές.
Όμως ο Plicka δεν λειτούργησε ποτέ σαν ψυχρός ακαδημαϊκός συλλέκτης. Η ματιά του ήταν βαθιά ουμανιστική, αρνήθηκε να δει τους ανθρώπους της υπαίθρου σαν «φολκλόρ εκθέματα» ή φτωχούς χωρικούς, αντιμετωπίζοντάς τους σαν αρχετυπικές, περήφανες μορφές.
Στις λήψεις του, όπως στη νέα γυναίκα με τη γιορτινή κεντημένη φορεσιά ή στον αγρότη με το δρεπάνι, αιχμαλώτισε τη στιγμή και το φως, σε μια γλυπτική καθαρότητα, μετατρέποντας την καθημερινή ζωή σε μια διαχρονική σπουδή πάνω στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

«Η Γη Τραγουδά» 1933: Ένα ντοκιμαντέρ αριστούργημα του Karel Plicka
Όμως για μένα η αληθινή αποκάλυψη ήρθε λίγα βήματα πιο πέρα, στην οθόνη που προβάλλει αποσπάσματα από το ντοκιμαντέρ του «Zem spieva» (Η Γη Τραγουδά). Ηταν η πρώτη ολοκληρωμένη, μεγάλου μήκους ταινία που γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στο έδαφος της Σλοβακίας, με αποκλειστικό θέμα τη σλοβακική γη, τον λαϊκό της πολιτισμό και τους ανθρώπους της.
Σαν σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ φύσης, έμεινα εδώ ευλαβικά μπροστά στην οθόνη, με ένα μίγμα θαυμασμού και δημιουργικής «ζήλιας». Το ντοκιμαντέρ είναι ένα αριστούργημα του παγκόσμιου κινηματογράφου, πήρε βραβείο στο φεστιβάλ Βενετίας το 1933 και για μένα ήταν ένα από τα καλύτερα μαθήματα όταν σπούδαζα.
Πώς κατάφερε όμως ένας άνθρωπος, πριν από σχεδόν έναν αιώνα και με τον πρωτόγονο τεχνικό εξοπλισμό της εποχής, να συλλάβει μια τόσο καθαρή, ρυθμική και απόλυτα μοντέρνα κινηματογραφική γλώσσα;
Το «Zem spieva» δεν έχει σενάριο με την παραδοσιακή έννοια, ούτε ηθοποιούς. Δομείται πάνω στον αιώνιο, κυκλικό ρυθμό της φύσης και της ανθρώπινης ζωής στις πλαγιές των Τάτρα: από το λιώσιμο των χιονιών και την άνοιξη, στη σκληρή δουλειά του θερισμού, κι από εκεί στους ξέφρενους παιδικούς χορούς, στα διονυσιακά έθιμα και στον φθινοπωρινό τρύγο.
Κινηματογραφικά, ο Plicka πετυχαίνει το ακατόρθωτο. Μια απίστευτη οπτική πλαστικότητα με χαμηλά γωνιακά πλάνα, με τις μορφές των χωρικών κόντρα στον ουρανό, μετατρέποντας έτσι τις φιγούρες τους σε ζωντανά γλυπτά.
Εκμεταλλεύεται το φυσικό φως τόσο τέλεια, δημιουργώντας εκτυφλωτικές αντιθέσεις ανάμεσα στο λευκό των κεντημένων υφασμάτων και το βαθύ γκρι της γης.

Η Γη Τραγουδά – μια εικαστική και μουσική συμφωνία
Εδώ βλέπεις την αυθεντική αφίσα της ταινίας. Πως γυρίστηκε όμως αυτό το υπέροχο ντοκιμαντέρ; Ο ίδιος ο Karel Plicka έκανε τη σκηνοθεσία και τη φωτογραφία. Χρησιμοποίησε χειροκίνητη, κουρδιστή κάμερα 35mm και αυτό του επέτρεψε να κινείται ελεύθερα, στα δύσβατα ορεινά μονοπάτια, χωρίς συνεργείο. Κουβαλούσε την κάμερα, διάλεγε τις γωνίες λήψης, κανόνιζε τον φωτισμό, ρύθμιζε τους φακούς, κούρδιζε τον μηχανισμό και έκανε τη λήψη.
Δεν είχε μαζί του εξειδικευμένους βοηθούς όπως έχουμε σήμερα. Οι μόνοι «βοηθοί» του στα ορεινά περάσματα των Τάτρα ήταν οι ίδιοι οι ντόπιοι χωρικοί, που τον βοηθούσαν περιστασιακά να μεταφέρει τα βαριά μπαούλα με την κάμερα, τα φιλμ, τους φακούς, το τρίποδο και τον εξοπλισμό από το ένα χωριό στο άλλο.
Για την δεκαετία του ’30 ήταν ένα τεχνολογικό θαύμα φορητότητας, επιτρέποντάς του να κινείται αυτόνομα στη φύση. Τα γυρίσματα κράτησαν περίπου 4 χρόνια και γύρισε 30 χιλιόμετρα φιλμ 35mm.
Μετά με τη βοήθεια του σπουδαίου μοντέρ Alexander Hackenschmied, το υλικό του Plicka, απέκτησε εξαιρετικά μοντέρνο, ρυθμικό μοντάζ, το οποίο υπακούει σε μια εσωτερική, μουσική ρυθμικότητα.
Το ντοκιμαντέρ δεν έχει διαλόγους, έχει μόνο μουσική, που την έγραψε ο Frantisek Skvor και είναι καταπληκτική, ενώ οι λιτοί ποιητικοί μεσότιτλοι ανήκουν στον σπουδαίο Σλοβάκο ποιητή Jan Smrek, σφραγίζοντας ένα σπάνιο διάλογο εικόνας, ήχου και ποίησης.
Είμαι ντοκιμαντερίστας φύσης και το ζήτημα της φορητότητας στα γυρίσματα υπήρξε για μένα μια αδιάκοπη πρόκληση από την πρώτη στιγμή που πάτησα το πόδι μου στα βουνά. Για χρόνια δούλεψα με οργανωμένα συνεργεία και απαιτητικό τεχνολογικό εξοπλισμό. Κι όμως μέσα μου, ένοιωθα πάντα πως αυτή η δουλειά —η αληθινή, οργανική επαφή με τη φύση και τον άνθρωπο— είναι στη βαθύτερη ουσία της μοναχική.
Βλέποντας τον Plicka στα βουνά των Τάτρα με την κάμερα στον ώμο, νιώθω μια βαθιά συγγένεια. Σήμερα, έχοντας περάσει στην απέναντι όχθη, δουλεύω συχνά μόνο με δύο κινητά τηλέφωνα υψηλής ευκρίνειας. Η σύγχρονη τεχνολογία μας έδωσε μια ανεπανάληπτη απελευθέρωση έκφρασης και μια απίστευτη ελευθερία κίνησης.
Από το 1933, μέχρι το ψηφιακό βλέμμα του σήμερα, ο σκοπός παραμένει ακριβώς ο ίδιος – ένας άνθρωπος μόνος, με μια μηχανή στο χέρι, να καταγράφει τη φύση, το φως, την αλήθεια και την ψυχή του κόσμου.
Στο τέλος του άρθρου θα βρεις τον σύνδεσμο για το ντοκιμαντέρ του Karel Plicka ‘’ Η Γη Τραγουδά’’ και αξίζει να το δεις.


Ένα παράθυρο στο Δούναβη
Είχαμε κουραστεί τόσες ώρες στο μουσείο και θέλαμε λίγο να χαλαρώσουμε. Περάσαμε μέσα από την ανακαινισμένη «Γέφυρα» ένα χώρο που ενώνει τις δύο πτέρυγες του μουσείου και φτάσαμε σε ένα σημείο όπου βρήκαμε να καθίσουμε, με μια υπέροχη θέα στο Δούναβη.
Είναι το σημείο όπου η τέχνη συναντά την καθημερινότητα. Εδώ το βλέμμα φεύγει από τους πίνακες και βγαίνει έξω στο ποτάμι και στην πόλη και αλλάζει εικόνες.
Τα μουσεία, όσο σπουδαία κι αν είναι, κουράζουν. Η αδιάκοπη πρόσληψη εικόνων, η ορθοστασία και η συμπυκνωμένη πληροφορία προκαλούν γρήγορα μια αισθητηριακή κόπωση, όπου το βλέμμα παύει να παρατηρεί και απλώς προσπερνά.
Γι’ αυτό και η μεγαλύτερη αρετή ενός χαρισματικού αρχιτεκτονικού σχεδιασμού δεν είναι μόνο οι τοίχοι που φιλοξενούν την τέχνη, αλλά τα σημεία διαλογισμού και ξεκούρασης που προσφέρει στον επισκέπτη.
Στη Σλοβακική Εθνική Πινακοθήκη, οι αρχιτέκτονες κατανόησαν απόλυτα αυτή την ανάγκη. Δημιούργησαν ενδιάμεσους σταθμούς αποσυμπίεσης, πλατιούς διαδρόμους με ζεστό ξύλο, αναπαυτικά καθίσματα και τεράστια ανοίγματα στο φυσικό φως και στο τοπίο του Δούναβη.
Εδω, αφήνεις για λίγο τα εκθέματα πίσω σου, ξεκουράζεις το σώμα, καθαρίζεις τη σκέψη σου και ετοιμάζεσαι να δεις τα επόμενα έργα όχι με την κούραση της υποχρέωσης, αλλά με τη φρεσκάδα της πρώτης ματιάς.


Mikulas Galanda: Ο λυρικός πρωτοπόρος του σλοβακικού κυβισμού
Μετα το απαραίτητο διάλλειμα επιστρέψαμε στις αίθουσες της Πινακοθήκης. Πήγαμε σε έναν τομέα αφιερωμένο σε μία από τις πιο επιδραστικές μορφές της εγχώριας Avant-garde τον Mikulas Galanda (1895–1938). Yπήρξε ο θεμέλιος λίθος του σλοβακικού μοντερνισμού, ένας καλλιτέχνης που κατάφερε να μπολιάσει τα ευρωπαϊκά ρεύματα του κυβισμού, του εξπρεσιονισμού και του σουρεαλισμού με τη λαϊκή παράδοση και την ψυχή της πατρίδας του.
Πλησιάζοντας στα ίδια τα έργα, η εστίαση αποκαλύπτει τον πυρήνα της ποιητικής του τέχνης. Ο Galanda υπήρξε κατεξοχήν ο λυρικός ζωγράφος της γυναικείας μορφής, της συντροφικότητας και της μητρότητας.
Στάθηκα μπροστά σε αυτόν τον πίνακα που με ενθουσίασε. Μια γυναίκα που ακουμπά το πρόσωπό της στα χέρια. Οι ρέουσες καμπύλες γραμμές και τα γήινα απαλά χρώματα, δημιουργούν μια ατμόσφαιρα βαθιάς μελαγχολίας, στοργής και εσωτερικότητας. Δεν είναι μια απλή αναπαράσταση, αλλά μια καθαρή εικαστική προσευχή πάνω στην ανθρώπινη ευαισθησία.
Εδώ, ο κυβισμός του Galanda αποβάλλει κάθε εγκεφαλική ψυχρότητα και γίνεται βαθιά ανθρώπινος και άμεσα προσβάσιμος. Μακριά από τη σκληρή, αυστηρή γεωμετρία και την αποδομημένη συμμετρία του Πικάσο —που συχνά αφήνει τον θεατή σε μια απόσταση— ο Galanda ζεσταίνει τις φόρμες του, με λυρισμό και συναίσθημα. Οι καμπύλες του δεν τεμαχίζουν τη μορφή, αλλά την αγκαλιάζουν, μετατρέποντας το μοντέρνο εικαστικό έργο σε μια ζεστή, οικεία εξομολόγηση πάνω στην ανθρώπινη ψυχή.

Η βιβλιοθήκη
Δεν θα μπορούσα να φύγω από τη Σλοβακική Εθνική Πινακοθήκη χωρίς να περάσω το κατώφλι της βιβλιοθήκης και του εξειδικευμένου βιβλιοπωλείου. Για όποιον αγαπά την τέχνη, τη φωτογραφία και την έντυπη μνήμη, ο χώρος αυτός είναι ένας αληθινός παράδεισος.
Ο τεράστιος σκούρος τοίχος, γεμάτος από την οροφή ως το δάπεδο με σπάνιες μονογραφίες, φωτογραφικά λευκώματα και δοκίμια, σε καλεί να χαθείς στις σελίδες του.
Ανεβαίνοντας στη μεταλλική σκάλα για να φτάσεις στα ψηλά ράφια, νιώθεις αυτή τη χαμένη παιδική χαρά της ανακάλυψης.
Εδώ θα βρεις σπάνιες εκδόσεις τέχνης, μονογραφίες Σλοβάκων και διεθνών καλλιτεχνών, φωτογραφικά λευκώματα, δοκίμια αρχιτεκτονικής, καθώς και εξαιρετικές εκδόσεις γύρω από το σλοβακικό σινεμά και τη λαογραφία και φυσικά τα λευκώματα του Karel Plicka.


Η άλλη όψη της νύχτας
Μετά το μουσείο είχε πλέον βραδιάσει και πριν πάμε στο σπίτι κάναμε μια βόλτα στο κέντρο της πόλης. Καθώς η νύχτα απλώνεται στη Μπρατισλάβα και οι τουρίστες αποσύρονται, η πόλη χαμηλώνει τα φώτα της και αποκαλύπτει το αθέατο πρόσωπό της. Πίσω από τις λαμπερές βιτρίνες, τα καφέ και τους μεσαιωνικούς πύργους, η πραγματικότητα της αστεγίας γράφεται πάνω στα παγωμένα πεζοδρόμια.
Σταματάς τη ματιά σου σε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, καθισμένο πάνω σε λίγα χαρτόνια, μπροστά από έναν κάδο απορριμμάτων. Λίγο πιο πέρα, η ανθρώπινη επαφή εκδηλώνεται αθόρυβα, μια χαμηλωμένη σιλουέτα να κοιτάζει στο σκοτάδι.
Σαν ταξιδιώτης και κινηματογραφιστής, ξέρεις πως η αλήθεια μιας πόλης δεν ολοκληρώνεται στα μνημεία της. Ξέρεις επίσης ότι αυτή την εικόνα λίγο πολύ την έχεις συναντήσει σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η Μπρατισλάβα δεν θα μπορούσε να διαφέρει.
Το ερώτημα όμως μένει αναπάντητο και αιχμηρό, γιατί τόσες κοινωνικές ανισότητες σε μια Ευρώπη που διακηρύσσει πως είναι κοινωνικά συμπεριληπτική και προσβάσιμη; Τι είναι αυτό που δεν πάει καλά;
Η αθέατη αυτή πλευρά απογυμνώνει τη δομική αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προστατεύσει τους πιο ευάλωτους πολίτες της. Ενώ οι οικονομικοί δείκτες δείχνουν να ευημερούν και τα κονδύλια τρέχουν για αστικές αναπλάσεις και βιτρίνες ανάπτυξης, το κοινωνικό κράτος συρρικνώνεται και οι ανισότητες αντί να μειώνονται, διευρύνονται.
Η πολιτική της Ευρώπης φαίνεται να εγκλωβίζεται σε γραφειοκρατικούς αριθμούς, αφήνοντας την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο περιθώριο. Όσο η ανάπτυξη συνεχίζει να μετριέται μόνο με οικονομικούς όρους και όχι με το πώς ζουν οι άνθρωποι στο πεζοδρόμιο, η ευρωπαϊκή ιδέα θα παραμένει ημιτελής και τραυματισμένη από τη σιωπή της νύχτας.

Ένας ευγενικός αποχαιρετισμός
Επέλεξα αυτή τη φωτογραφία για να κλείσω το άρθρο. Ένας ευγενικός χαιρετισμός από μια πόλη που μας κέρδισε, συμπυκνωμένος στο μπρούτζινο χαμόγελο του «Όμορφου Νάτσι» καθώς βγάζει το καπέλο του στους περαστικούς της νυχτερινής πλατείας.
Αυτό το άγαλμα το είδα σαν μια ζωντανή υπενθύμιση, πως οι ανθρώπινες σχέσεις οφείλουν να παραμείνουν ανθρώπινες. Σε έναν κόσμο που εγκλωβίζεται όλο και περισσότερο στην ψυχρή, ψηφιακή επικοινωνία και πίσω από τις οθόνες των κινητών, η ουσία της ζωής συνεχίζει να βρίσκεται στη φυσική μας παρουσία.
Ένας χαιρετισμός στον δρόμο, μια αυθόρμητη «καλημέρα», ένα βλέμμα γεμάτο ευγένεια και αποδοχή είναι η πιο αγνή, η πιο ουσιαστική μορφή επικοινωνίας. Κι αυτή την απλή, ζεστή χειρονομία αξίζει να την περιφρουρήσουμε και να τη διατηρήσουμε ζωντανή, σε όποια γωνιά του κόσμου κι αν ταξιδέψουμε.
*Ο Στέργιος Μήτας γράφει και φωτογραφίζει. Η Αρετή Τουσέρ δίνει την ανθρώπινη παρουσία