Η ΛΕΣΒΟΣ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΤΑΙ ΑΚΟΜΑ
Η Λέσβος παρουσιάζεται ως ένα νησί που αντιστέκεται στον μαζικό τουρισμό, διατηρώντας τον αυθεντικό, καθημερινό της ρυθμό με ελιές, ψάρεμα, πανηγύρια και ανθρώπους που δεν προσαρμόζουν τη ζωή τους στους επισκέπτες. Από τη Μυτιλήνη μέχρι τον Μόλυβο, τη Σκάλα Συκαμινέας, τον Μανταμάδο και την Αγιάσο, το άρθρο αναδεικνύει έναν τόπο που παραμένει ζωντανός και αληθινός, χωρίς να γίνεται σκηνικό για τουρίστες, και ακριβώς γι’ αυτό ξεχωρίζει.
Πιο αναλυτικά
Λέξεις / Εικόνες: Άκης Λουμπουρδής
Αν ο μαζικός τουρισμός είναι μια αυτοκρατορία που έχει καταλάβει σχεδόν όλο το Αιγαίο, η Λέσβος είναι από τα λίγα μέρη που ακόμα της αντιστέκονται. Χωρίς φασαρία. Απλώς συνεχίζει να ζει όπως ξέρει. Δεν παριστάνει κάτι που δεν είναι. Ελιές, ψάρεμα, κοπάδια, ούζο. Ο τουρισμός σχεδόν συμβαίνει παράλληλα με όλα αυτά. Δεν είναι ο λόγος που υπάρχει το μέρος. Αυτό το νιώθεις από την πρώτη μέρα.
Το βλέπεις κυρίως στους ανθρώπους. Οι ντόπιοι, οι περισσότεροι τουλάχιστον από όσους πετύχαμε, δεν προσαρμόζουν τη ζωή τους στα κύματα των επισκεπτών. Σε βάζουν εκείνοι στον δικό τους ρυθμό, σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις. Το μεσημέρι πολλά μαγαζιά κατεβάζουν ρολά, γιατί έτσι. Σε δυο τρεις μέρες μπαίνεις στον ρυθμό τους και σου φαίνεται περίεργο που αλλού γίνεται αλλιώς. Ίσως γιατί εδώ είσαι λιγότερο πελάτης και περισσότερο άνθρωπος που βρέθηκε στον τόπο τους.
Η Μυτιλήνη είναι πρώτα απ’ όλα πόλη, με λαϊκή, σχολεία, γραφεία και κίνηση, και μετά προορισμός. Στα ουζερί του λιμανιού οι μισοί διπλανοί σου είναι ντόπιοι, κι ας είναι μέσα Ιουλίου. Στο διπλανό τραπέζι μπορεί δυο παρέες να τσακώνονται με πάθος για την ομάδα ή για την πολιτική, αδιαφορώντας για το ποιος ακούει.

Η ζωή εδώ κυλάει κανονικά, είτε την παρακολουθεί κανείς είτε όχι. Ο Μόλυβος, εντάξει, είναι το πιο τουριστικό κομμάτι του νησιού και το ξέρει. Αλλά ακόμα κι αυτός δεν έχει καταντήσει σκηνικό.
Στον βορρά, η Σκάλα Συκαμινέας παραμένει ψαροχώρι που απλώς έχει και ταβέρνες. Οι βάρκες βγαίνουν είτε υπάρχουν πελάτες είτε όχι.
Στον Μανταμάδο έφτιαχναν κεραμικά και γιαούρτι πολύ πριν γίνουν «προϊόν». Στην Αγιάσο, ψηλά στο βουνό, ακούς γύρω σου τα αγιασώτικα και πιάνεις τη μισή κουβέντα. Και τα Τσόνια, από τις ωραιότερες παραλίες που είδα, έχουν έναν δρόμο που δεν βιάζεται να στρωθεί. Όποιος θέλει, θα φτάσει. Κι όμως, αυτό το πείσμα έχει τη δική του γοητεία.

Καταλαβαίνω ότι κάποιους όλο αυτό τους ξενίζει και δεν έχουν άδικο. Έχουμε συνηθίσει νησιά που κάθε καλοκαίρι φοράνε τα καλά τους για εμάς και έχουν προβλέψει ό,τι κι αν ζητήσεις. Η Λέσβος σε αφήνει να πας εσύ προς το μέρος της.

Αυτή την καθημερινή Λέσβο, με τα πανηγύρια, τους ψαράδες και τις ελιές της, ζωγράφιζε μια ζωή και ο Θεόφιλος, το παιδί της Βαρειάς που γύριζε ντυμένο με τη φουστανέλα του και στόλιζε τοίχους σε καφενεία και φούρνους για ένα πιάτο φαγητό ή ένα ποτήρι κρασί. Τον κορόιδευαν όσο ζούσε. Το 1961, είκοσι επτά χρόνια μετά τον θάνατό του, τα έργα του κρεμάστηκαν στο Λούβρο.

Μπορεί, βέβαια, να έπεσα και σε καλές μέρες. Δεν το αποκλείω. Πάντως έφυγα με την αίσθηση ότι αυτή η ξεροκεφαλιά είναι που την κάνει τελικά πιο φιλόξενη από πολλά νησιά που προσπαθούν περισσότερο. Δεν έχει τίποτα με τους ξένους. Απλώς δεν βιάζεται να αλλάξει τη ζωή της για χάρη τους.
Ίσως γι’ αυτό η Λέσβος είχε τόσο ξεχωριστή θέση στην καρδιά του Ελύτη. Στο ποίημα «Της σελήνης της Μυτιλήνης» γράφει:
«Ήτανε στο νησί μου κάποτες εκεί που, αν δε γελιέμαι,
πριν χιλιάδες χρόνους η Σαπφώ κρυφά
σ’ έφερε μες στον κήπο του παλιού σπιτιού μας,
κρούοντας βότσαλα μες στο νερό ν’ ακούσω
πως σε λένε Σ ε λ ά ν α και πως εσύ κρατείς
επάνω μας και παίζεις τον καθρέφτη του ύπνου».
