TRAVEL

Η ΙΟΣ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ

Ο Ηλίας Ζάικος θυμάται την Ίο στα τέλη της δεκαετίας του ’70, πριν την τουριστική ανάπτυξη, ως καταφύγιο για κάθε ρέμπελη ψυχή.

Κάνε το couscous.gr προτιμώμενη πηγή στην Google

Ο Ηλίας Ζάικος θυμάται την Ίο των τελών της δεκαετίας του ’70, τότε που το νησί ήταν ακόμη σχεδόν ανέγγιχτο από τον μαζικό τουρισμό και αποτελούσε καταφύγιο για αλητάκια, ταξιδιώτες και ελεύθερες ψυχές. Μέσα από μια νοσταλγική αφήγηση περιγράφει τις φτωχικές αλλά γεμάτες περιπέτεια διακοπές του με έναν φίλο, τις σκληρές συνθήκες, τις μικρές συγκρούσεις με την τοπική κοινωνία και την αίσθηση απόλυτης ελευθερίας που χαρακτήριζε τότε το νησί.

Πιο αναλυτικά

Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google

Λέξεις: Ηλίας Ζάικος 

Πρόλαβα την Ίο καθώς αργοπέθαινε η μετενσάρκωση της ως ψυχεδελικό φρικιό στα τέλη των 70ς. Με τα ελάχιστα ξενοδοχεία και την τουριστική ανάπτυξη στα σπάργανα.

Το νησί τότε ήταν καταφύγιο, κρυψώνας για κάθε ρέμπελη ψυχή.

Ούτε 20 χρονών, με τον Πάνο Τόλιο κάποιο καλοκαίρι αποφασίσαμε να πάμε σε ένα νησί του Αιγαίου. Τα βάλαμε κάτω, μετρήσαμε πόσους παράδες είχαμε, δεν έφταναν για μακρινές εξορμήσεις, οπότε λέμε «δε πάμε στον Πόρο;» που ήταν κοντά και δεν ξέραμε τίποτε για του λόγου του. Τρένο, σακίδια, σλήπιν μπαγκς, φέρυ μποτ.

Πριν το μεσημέρι φτάσαμε, απόγευμα γυρίσαμε στον Πειραιά.

Στα νεανικά μας μάτια, αυτός ο τόπος θύμιζε γηροκομείο. Ησυχία, τάξις και ασφάλεια. Φαντάζομαι κάπως σαν το Μαϊάμι που μοιάζει με αποθήκη για συνταξιούχους.

Η ζητούμενη αίσθηση της περιπέτειας απλώς ήταν ανύπαρκτη.

Στο λιμάνι ξαναμετράμε τα φράγκα, κάνουμε την υπέρβαση και βγάζουμε εισιτήρια για Πάρο, κι εκεί δεν είχαμε πάει ποτέ.

Φτάνουμε μέσα σε μαύρο σκοτάδι, 3-4 το πρωί, δε βλέπουμε την τύφλα μας.

Σε κάποια φάση πατάμε χορτάρι, έχει και δέντρα, ένα πάρκο, σκεφτόμαστε, μια χαρά, και στρώνουμε τους υπνόσακους.

Ξυπνήσαμε ακριβώς στη μέση μιας λαϊκής αγοράς από τις φωνές και τη βαβούρα.

Έκπληκτοι, με ελάχιστες ώρες ξεκούρασης, αντικρίσαμε τριγύρω αμέτρητους ανθρώπους να πάνε και νάρχονται, φρούτα, λαχανικά, ψάρια, γεννήτριες, ρούχα και καλούδια.

Κανείς όμως δε μας ενόχλησε, μας άφησαν στη ρίζα του δέντρου να κοιμόμαστε, μέχρι που το φως και οι ήχοι ανέλαβαν τον ρόλο του ξυπνητηριού.

Γελάσαμε πολύ, μαζέψαμε και φάγαμε κάτι πριν αρχίσουμε να βολτάρουμε εξερευνώντας.

Δεν ήταν άσχημα, όμως η αίσθηση της αλητείας που κυνηγούσαμε ήταν κι εδώ ισχνή.

Καθόμαστε πάλι να μετράμε. Είχαμε υπολογίσει να περισσεύουν λίγα χρήματα για τσιγάρα, ποτά και φαγητό, τελικά το γεγονός πως είμαστε πλέον τόσο κοντά στη Ίο και υπάρχουν καθημερινά και οικονομικά δρομολόγια για κει, φούντωσε την επιθυμία και το αποφασίσαμε. Αφού εξασφαλίζουμε πως αγοράσαμε και την επιστροφή, κόβουμε τα μαγικά χαρτάκια για τον απόλυτο προορισμό του επαναστατικού μας δόγματος.

Με τα τελευταία ψιλά που είχαν απομείνει, παίρνουμε 7-8 ντομάτες, μισό κιλό τυρί κι ένα ψωμί και περιμένουμε το καράβι, εντελώς άφραγκοι πια, καθόλου φοβισμένοι όμως.

Στο κατάστρωμα πεινάσαμε λίγο, οπότε βολευόμαστε κατάχαμα στις λαμαρίνες και βγάζουμε όσα είχαμε και τρώμε.

Εγώ ήμουνα πάντα λίγο μπούλης εμφανισιακά, με σγουρά ανάκατα μαλλιά και γένια για λύπηση, με σαλβάρια, ριχτές πουκαμίσες και σανδάλια, όμως ίσως η εικόνα μου για τους τρίτους να μην ήταν ακριβώς τόσο ξενέρωτη όσο για τον εαυτό μου.

Ο Πάνος από την άλλη εντελώς διαφορετικός, λεπτός με έντονα χαρακτηριστικά, πράσα κατάξανθα μακριά μαλλιά, τζιν, αμάνικα μπλουζάκια και σταράκια στα πόδια.

Κάλλιστα θα μπορούσαμε να είμαστε ένας Νορβηγός κι ένας Σουηδός ας πούμε.

Καθώς τσιμπολογούσαμε, παραδίπλα όρθιοι κι ακουμπισμένοι στα κάγκελα, καπνίζανε συζητώντας δυο ντόπιοι μεσήλικες, μουστάκια, γιλέκα, σκαρπίνια.

Τους ακούμε σε μια φάση να μας σχολιάζουν πιστεύοντας πως είμαστε ξένοι και δεν καταλαβαίνουμε γρυ απ όσα λένε:

«κοίτα τους, κοίτα τους, βρώμικοι, άπλυτοι, αλήτες, έρχονται χωρίς δεκάρα στη τσέπη και τρώνε σαν γουρούνια στα πατώματα, αηδία»

Δε τους ρίξαμε ούτε βλέμμα, τ’ αφήσαμε όλα να πνιγούν στα γαλάζια νερά μέχρι που πέταξαν τα τσιγάρα τους κι απομακρύνθηκαν. Δεν ήταν να μπλέκεις με το κατεστημένο, ειδικά παιδιά του φυράματος μας, το είχαμε μάθει καλά αυτό στα πάρκα και τα μπαράκια της Θεσσαλονίκης με τις επιχειρήσεις αρετής και τις κλούβες της ασφάλειας.

Κάποτε φτάσαμε στην Ίο, εδώ ανήκαμε.

Στην απέραντη παραλία του Μυλοπότα απλώσαμε τα σλήπιν μπαγκ, όπως μας συμβούλεψαν κάτι αδελφές ψυχές μετά τη μέση προς τα βράχια, γιατί η αστυνομία έκανε καθημερινές εφόδους συλλαμβάνοντας τους πρώτους στη σειρά. Τους πήγαιναν στο τμήμα, κάνανε μια ψευτοανάκριση για ταυτότητες και διαβατήρια, όσους είχαν λεφτά τους άφηναν κι όσους ήταν απένταροι τους έβαζαν με το ζόρι στο καράβι της επιστροφής.

Είχε μια γλυκιά αθωότητα η φάση, όλοι ήξεραν τι γίνεται και τι πρόκειται να συμβεί αλλά καμώνονταν κάπως τους αιφνιδιασμένους. Για τους άτυχους που τους έμπαζαν στα πλοία βέβαια δεν ήταν προφανώς το ίδιο. Κάναμε και τη γυμναστική μας κάθε πρωί αρπάζοντας ρούχα και σάκους τρέχοντας στην ασφάλεια των βράχων στο βάθος, και ξανά απ την αρχή την επόμενη μέρα.

Τρώγαμε, πίναμε και καπνίζαμε στην τράκα, μερικές φορές αποφάγια σε παρατημένες μερίδες με τηγανητές πατάτες και κεφτεδάκια στις ταβέρνες, καραδοκούσαμε για μια καλή περίπτωση και σαν δε πρόσεχε κανείς βουτούσαμε ότι μπορούσαμε. Αδυνατίσαμε, κοντά ένα δεκαήμερο βαστήξαμε μέχρι που η εξάντληση μας κατέβαλε.

Γνώρισα και τον γυμνισμό εκεί, ήμουν πολύ ανασφαλής στην αρχή αλλά προσαρμόστηκα γρήγορα.

Μια εικόνα που δεν ξεχνάω από τις πρώτες μέρες στο νησί.

Ξυπνάω φασκιωμένος, μόλις είχε αρχίσει να χαράζει, το φως ήταν μαγικό, εξώκοσμο.

Ακριβώς δίπλα μου, ακούω το φερμουάρ ενός υπνόσακου, ανοίγει και βγαίνει από μέσα μια ολόγυμνη κοπέλα, πανέμορφη, καλοσχηματισμένη, θεά φάνηκε στ άγουρα μάτια μου.

Με νωχελικές κινήσεις περπατάει και βουτάει στο νερό λίγα μέτρα από τα πόδια μας.

Μια οπτασία.

* Ο Ηλίας Ζάικος είναι μουσικός, ιδρυτής των Blues Wire και συγγραφέας