ΒΑΣΙΛΗΣ ΔΗΜΑΣ: ΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ «ΜΑ ΖΩ ΑΚΟΜΑ», ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΓΡΑΨΕΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΖΩΝΑΚΗ

Για τον Βασίλη Δήμα, η μουσική ήταν εξαρχής κάτι πολύ βαθύτερο από ένα παιδικό όνειρο: μια ανάγκη της ψυχής του και το μέσο για να εκφράζει τις σκέψεις και τις πεποιθήσεις του.
Από τη Σπυριδούλα Τριάντου
Η δημιουργία, η αφοσίωση στις αξίες του και η πίστη ότι η μουσική μπορεί να αντέξει στον χρόνο χαρακτηρίζουν τη διαδρομή του, από τα πρώτα του βήματα έως τη δισκογραφία και τις συνεργασίες με σημαντικούς εκπροσώπους του ελληνικού τραγουδιού.
Σε μια συνέντευξη γεμάτη προσωπικές ιστορίες, ανοιχτές εξομολογήσεις και αιχμηρά σχόλια για τον χώρο, ο Βασίλης Δήμας ανατρέχει στα καλοκαίρια που πέρασε στη Λέσβο και μιλά για τη συνεργασία με τον Νότη Σφακιανάκη και τον Γιώργο Μαζωνάκη. Παράλληλα, καταθέτει τη γνώμη του για την επιτυχία, τον χρόνο και την καλλιτεχνική ουσία, που θεωρεί πως είναι τελικά εκείνη που επιβιώνει.
Από μικρός ήθελες να γίνεις τραγουδιστής;
Για μένα ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα όνειρο: από μικρό παιδί ένιωθα την ανάγκη να εκφράζομαι μέσα από τη μουσική. Πρώτα έμαθα να παίζω μουσικά όργανα, μετά ξεκίνησα να γράφω τραγούδια και να κάνω ενορχηστρώσεις, ώσπου ανέβηκα στη σκηνή ως ερμηνευτής. Στόχος μου δεν ήταν να γίνω μόνο τραγουδιστής, αλλά ένας ολοκληρωμένος μουσικός, που θα δημιουργεί και θα ερμηνεύει τα δικά του κομμάτια.
Ποιες εικόνες κρατάς από τα καλοκαίρια στη Λέσβο;
Μου έρχονται στον νου η ανεμελιά και η αθωότητα, οι θάλασσες και οι βραδιές στην ακτή, όπου καθόμασταν γύρω από τη φωτιά με την κιθάρα. Θυμάμαι τους φίλους από τα παιδικά μου χρόνια, τα φλερτ και τις κουβέντες με τον πατέρα μου. Εκείνα τα χρόνια ήταν τα ομορφότερα.

Σπούδασες μαθηματικά, όμως η μουσική επικράτησε. Αναρωτήθηκες ποτέ αν αφήνεις μια σταθερή επαγγελματική πορεία για μια αβέβαιη επιλογή;
Για μένα, η πιο σίγουρη απόφαση είναι να ασχοληθείς με αυτό που αγαπάς και στο οποίο έχεις ταλέντο. Έτσι έχεις περισσότερες πιθανότητες να ξεχωρίσεις και να νιώσεις αληθινά ευτυχισμένος. Το να έχεις οικονομική ασφάλεια δεν σημαίνει απαραίτητα πως εξασφαλίζεις και την ευτυχία σου.
Απόψε ξεκινάς στο Doors, στο Κολωνάκι. Τι πρόγραμμα θα παρουσιάσεις;
Θα παρουσιάσω ένα ανατρεπτικό πρόγραμμα για όλους, που περιλαμβάνει τα πάντα στη σωστή σειρά και αναλογία! Θα ακούγονται δικά μου τραγούδια, μαζί με κλασικά ελληνικά και ξένα κομμάτια. Για δεύτερη χρονιά στη σειρά, ο κόσμος που μας τιμά με την παρουσία του θα μπορεί να το απολαμβάνει στο Doors.
Τι θέλεις να εκφράσεις με το καινούργιο σου ζεϊμπέκικο, «Το εγώ μου»; Βασίζεται σε προσωπική εμπειρία;
Με το ζεϊμπέκικο «Το εγώ μου» αποτυπώνεται μια πλευρά μας που συχνά δεν είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε. Μπορεί να καταλάβουμε πόσο αξίζει ένας άνθρωπος μόνο όταν λείψει, ενώ το δικό μας «εγώ» είναι δυνατόν να ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τις απώλειες στις σχέσεις. Το κομμάτι θα μπορούσε να σταθεί ως μήνυμα προς έναν έρωτα που δεν ολοκλήρωσε την πορεία του. Σχεδόν όλα τα τραγούδια μου αντλούν από βιώματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι απαραίτητα αυτοβιογραφικά.

Σε έχει πληγώσει ποτέ κάποιος που πίστευες φίλο;
Ναι, όμως δεν κρατώ κακία. Απλώς απομακρύνομαι.
Αρνήθηκες ποτέ συνεργασία επειδή ερχόταν σε αντίθεση με τις αξίες σου;
Ασφαλώς. Για μένα, το σύστημα αξιών μου προηγείται των πάντων. Με αυτόν τον οδηγό κινούμαι στον χώρο, για να κρατώ ακέραια την προσωπικότητα και το ήθος μου.
Πώς βλέπεις τους νέους καλλιτέχνες που γίνονται γνωστοί από τη μια μέρα στην άλλη μέσω των ριάλιτι; Θεωρείς ότι η επιτυχία τους διαρκεί;
Κάποτε έγραψα για τον Νότη ένα τραγούδι με τίτλο «Το σύστημα», στο οποίο περιγράφω ακριβώς αυτό το φαινόμενο. Η γρήγορη αναγνωρισιμότητα μπορεί να κρύβει κινδύνους. Πρώτα χρειάζεται να κατακτηθεί η αναγνώριση και έπειτα να έρθει φυσικά η αναγνωρισιμότητα. Η διάρκεια προϋποθέτει να προχωράς σταθερά, βήμα βήμα, και να χτίζεις την καριέρα σου με τον καιρό.
Σε αγχώνει ο χρόνος ή το επόμενο βήμα;
Δεν φοβάμαι τον χρόνο, τον αντιμετωπίζω με σεβασμό. Είναι δίπλα μου ως σύμμαχος, αφού με διδάσκει και με ωριμάζει, ενώ αποδίδει δικαιοσύνη. Η αξία του είναι μεγάλη, καθώς δεν αγοράζεται. Οφείλουμε να νιώθουμε ευγνωμοσύνη που ο Θεός μάς χαρίζει στιγμές και μας επιτρέπει να μεγαλώνουμε. Το επόμενο βήμα μου εξαρτάται από τη δική μου απόφαση· επομένως, δεν γίνεται να φοβηθώ αυτό που ο ίδιος επιθυμώ.

Ποιο είναι το δυσκολότερο: να δημιουργήσεις ένα τραγούδι που θα γίνει επιτυχία ή ένα που θα μείνει στον χρόνο;
Για μένα, πραγματική επιτυχία σημαίνει ένα τραγούδι να παραμένει ζωντανό με το πέρασμα του χρόνου. Όλα τα άλλα είναι πρόσκαιρα και συχνά προβάλλονται έντονα με οργανωμένο τρόπο. Ο κόσμος μπορεί να εθιστεί σε κάτι που του προσφέρουν διαρκώς, όμως το ενδιαφέρον δεν κρατά όταν λείπει η ουσία. Άλλωστε, «viral» σημαίνει κάτι που θυμίζει ίωση — και κάποια στιγμή αυτή υποχωρεί.
Σε ποιον τραγουδιστή θα ήθελες να προσφέρεις ένα δικό σου τραγούδι και για ποιον λόγο;
Θα επέλεγα τον Γιάννη Πάριο, έναν από τους σπουδαιότερους και πιο ολοκληρωμένους καλλιτέχνες στην Ελλάδα. Δημιουργεί αριστουργήματα και τα ερμηνεύει με μοναδικό τρόπο, ενώ το σημαντικότερο είναι πως εννοεί κάθε λέξη που τραγουδά.
Ποια στιγμή από τη συνεργασία με τον Νότη Σφακιανάκη κρατάς πιο έντονα και πώς εξηγείς την απομάκρυνσή του από το τραγούδι;
Μου έχουν μείνει οι ξεχωριστές βραδιές πλάι του στη σκηνή, καθώς και οι φωνές του κοινού που ακούγονταν πριν εμφανιστεί. Ο Νότης είχε πάντοτε κοινωνικές ευαισθησίες και εκτιμώ ότι τον απογοήτευσε η πορεία της κοινωνίας, μαζί με την αδράνεια που δείχνει ο κόσμος. Πιστεύω ότι όσα ήθελε να εκφράσει τα έχει ήδη πει με τα τραγούδια και τις συνεντεύξεις του. Είναι χαρακτηριστικό πως όσοι τον χλεύαζαν παλιότερα τώρα τον χειροκροτούν και περιμένουν να επιστρέψει.
Υπάρχει κάτι που έμεινε ανείπωτο μεταξύ σας ή κάποια στιγμή της συνεργασίας που θα ήθελες να ξαναζήσεις;
Η σχέση μου με τον Νότη ήταν πάντα ουσιαστική, χωρίς πολλά λόγια. Ο αμοιβαίος σεβασμός υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει, γι’ αυτό δεν νιώθω πως υπάρχει κάτι σημαντικό που δεν του είπα. Αν μπορούσα να ξαναβρεθώ σε κάποιες στιγμές, θα διάλεγα εκείνες στη σκηνή, όπου μοιραζόμασταν τη μουσική και την αγάπη του κοινού.

Η είδηση του θανάτου του Μαζωνάκη σόκαρε και γέννησε πολλά ερωτήματα. Πώς αντέδρασες όταν έμαθες την είδηση και ποιο στοιχείο σε επηρέασε περισσότερο;
Ο χαμός, τόσο ξαφνικός και άδικος, ενός καταξιωμένου καλλιτέχνη σε τόσο νεαρή ηλικία είναι αναμενόμενο να συγκλονίσει όλη τη χώρα — κι ακόμη περισσότερο εμένα, καθώς είχαμε συνεργαστεί δισκογραφικά. Όταν πληροφορήθηκα την είδηση, έμεινα χωρίς λόγια. Με συγκλόνισε κυρίως ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί εκείνη τη νύχτα έξω από την εκκλησία στη Νίκαια, με τα τραγούδια του να ακούγονται δυνατά. Ήταν οι άνθρωποι της παλιάς του γειτονιάς, όσοι τον είχαν αγαπήσει αληθινά.
Το «Μα ζω ακόμα», το τραγούδι που έγραψες για τον Γιώργο Μαζωνάκη, φαίνεται να καθρεφτίζει σε βάθος την προσωπικότητά του και τον εσωτερικό του κόσμο…
«Ολα μου τα θέλω μια ζωή μ’ ένα πρέπει τα σκοτώνω… μα ζω ακόμα». Μέσα από αυτό το τραγούδι, οι ψυχές μας συνδέθηκαν με εκείνη του Γιώργου Μαζωνάκη. Κάποιοι στίχοι μοιάζουν να έχουν έναν και μόνο καλλιτέχνη για αποδέκτη. Εκείνος διέθετε το σπάνιο χάρισμα να λέει ακόμη και μία λέξη, κάνοντάς την να ακούγεται σαν να πηγάζει από μέσα του. Αυτό, για μένα, ξεχωρίζει έναν ερμηνευτή. Όταν άκουσα στη Νίκαια τον κόσμο να τραγουδά το «Μα ζω ακόμα», συγκινήθηκα τόσο που έκλαψα…
Ποια γνωρίσματα εκτιμούσες περισσότερο στον Γιώργο Μαζωνάκη, τόσο στη δουλειά του όσο και στην προσωπική του πλευρά;
Θα ξεχώριζα την αλήθεια του, το ιδιαίτερο αισθητικό κριτήριο στις μουσικές του επιλογές και, περισσότερο απ’ όλα, την παιδικότητα της ψυχής του.
Ποια περίπτωση αδικίας στη μουσική βιομηχανία σε έχει ενοχλήσει πιο πολύ;
Με απασχολεί το γεγονός ότι η εμπορική απήχηση ενός καλλιτέχνη συχνά δεν συμβαδίζει με την καλλιτεχνική του αξία. Με τη βοήθεια των social media και άλλων τρόπων προβολής, ορισμένοι αποκτούν γρήγορα αναγνωρισιμότητα, την ώρα που άλλοι χρειάζονται χρόνια αγώνα για να εκτιμηθεί η δουλειά τους. Ωστόσο, θεωρώ πως αυτό που έχει πραγματική αξία αντέχει στον χρόνο και αργά ή γρήγορα αναγνωρίζεται.