ΝΑΠΟΛΗ: Η ΟΜΟΡΦΗ ΙΤΑΛΙΚΗ ΠΟΛΗ

Το άρθρο παρουσιάζει τη Νάπολη μέσα από την προσωπική ματιά και τις φωτογραφίες του δημιουργού, ως μια πόλη γεμάτη ένταση, αντιθέσεις και ακατέργαστη ζωντάνια, όπου συνυπάρχουν η φθορά και η ομορφιά, η θάλασσα και τα στενά σοκάκια, η καθημερινότητα και το πάθος. Με επίκεντρο τους ανθρώπους της, τον Μαραντόνα και τη μοναδική ατμόσφαιρα των δρόμων της, περιγράφει μια πόλη που δεν τη «διαβάζεις» απλώς, αλλά τη νιώθεις βαθιά και σε κάνει να θέλεις να επιστρέψεις.
Πιο αναλυτικά
Λέξεις-Εικόνες: Δημήτρης Συμεωνίδης
Πήγα τον Ιούνιο και, πριν καλά καλά γυρίσω, ήξερα ότι έπρεπε να ξαναπάω. Έτσι, μέσα στον ίδιο μήνα βρέθηκα δεύτερη φορά εκεί. Όχι μόνο για να καλύψω κάτι που δεν πρόλαβα να δω, αλλά γιατί η πόλη δεν με άφηνε. Ήθελα να ολοκληρώσω αυτό που είχα αρχίσει, να προλάβω κι άλλες στιγμές πριν μου ξεφύγουν.
Λίγες πόλεις ζουν τόσο δυνατά και τόσο φανερά. Η Νάπολη δεν κρύβει τίποτα: η ζωή της ξεχειλίζει στον δρόμο, φωναχτή, ιδρωμένη, ανυπόκριτη. Είναι φτιαγμένη από αντιθέσεις που στέκονται η μία πλάι στην άλλη χωρίς να ενοχλείται κανείς.Το ιερό με το βέβηλο, η φθορά με την ομορφιά, η αρχοντιά με τη φτώχεια.

Λίγα μέτρα χωρίζουν τα σκοτεινά, υγρά σοκάκια από τη θάλασσα που αστράφτει, κι όμως σε αυτή την απόσταση χωράει ένας ολόκληρος κόσμος αντιθέσεων και ζωής.
Στο lungomare βρήκα το πιο ζωντανό κομμάτι της. Παιδιά βουτούν από τα βράχια με τα χέρια ανοιχτά, σαν να θέλουν ν’ αγκαλιάσουν τον Βεζούβιο που στέκει απέναντι. Ηλιοκαμένα, γερασμένα σώματα ξαπλώνουν στην πέτρα, με τα χρόνια χαραγμένα πάνω τους. Ο ίδιος ήλιος πέφτει στους νέους και στους γέρους, στα τατουάζ και στις ρυτίδες και όλοι ανήκουν στην ίδια εικόνα.
Και μετά τα σοκάκια, τα vicoli, που μοιάζουν με σκηνικά θεάτρου. Απλωμένες μπουγάδες κρέμονται σαν σημαίες από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, μια γάτα περνά ανάμεσα σε κόκκινες καρέκλες, πάρα πολλά μηχανάκια σκίζουν τη σιωπή.
Η καθημερινότητα εδώ γίνεται παράσταση και κανείς δεν χρειάζεται κοινό για να την παίξει.


Οι άνθρωποι, όμως, ήταν αυτό που με κράτησε. Θερμοί, ανοιχτοί, χωρίς καχυποψία απέναντι στον φακό. Φτάνει να τους μιλήσεις. Σε κοιτούν στα μάτια, σου χαμογελούν, σε καλούν μέσα. Ο γέρος που καπνίζει στην προκυμαία, η κοπέλα στο παράθυρο με τα γκρίζα παντζούρια, οι άντρες στις πλαστικές καρέκλες μέσα στα στενά.
Καθένας τους στέκεται μπροστά στην κάμερα με μια αξιοπρέπεια και μια φυσικότητα που δεν παίζεται.
Και πάνω απ’ όλα, ο Μαραντόνα. Εδώ δεν είναι ανάμνηση, είναι παρουσία. Το πρόσωπό του σε κοιτάζει από τοίχους, από αυτοσχέδια εικονοστάσια με κασκόλ, φωτογραφίες και αναμμένα καντήλια, από κάθε γωνιά.

Στη Νάπολη το πάθος δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι πίστη, είναι τρόπος να υπάρχεις. Το ίδιο πάθος που ρίχνει τα παιδιά στη θάλασσα το βλέπεις και μπροστά σ’ ένα μουράλ. Λατρεία καθαρή κι ασυγκράτητη.
Διάλεξα να δουλέψω κυρίως ασπρόμαυρο, γιατί έτσι μένει το ουσιώδες: το φως, η χειρονομία, το βλέμμα. Κράτησα το χρώμα μόνο εκεί που μιλάει πιο δυνατά από όλα.
Στο κόκκινο του μετρό, στο τιρκουάζ της θάλασσας, στη ζεστή λάμψη ενός καντηλιού μέσα στο σκοτάδι.

Η Νάπολη είναι μια βρώμικη πόλη. Μπροστά όμως σε αυτό το θαύμα της μοναδικής ζωής τους, αυτό μοιάζει πλέον ασήμαντο.
Αυτές οι φωτογραφίες είναι η Νάπολη όπως τη συνάντησα. Μια πόλη που δεν σου ζητάει να την καταλάβεις, σου ζητάει να τη νιώσεις. Γι’ αυτό γύρισα δεύτερη φορά. Και σίγουρα θα ξαναγυρίσω.
• Μοναδική εμπειρία να είσαι στην παρέα με τα παπούδες, 80+ χρονών και να πίνεις μαζί τους στις 9.30 το πρωί γκράπα με αντζούγιες.
• Ένα μικρό τιπ. Δοκιμάστε Hugo spritz στις απογευματινές ώρες. Η απόλυτη χαλάρωση.



































