ΥΓΕΙΑ

ΝΥΣΤΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ: ΦΤΑΙΕΙ ΠΑΝΤΑ ΤΟ ΓΕΥΜΑ Η ΚΑΙ Η ΩΡΑ;

Το μέγεθος του πιάτου έχει σημασία, αλλά δεν είναι ο μόνος λόγος που βαραίνουν τα βλέφαρα το απόγευμα.

Η νύστα μετά το φαγητό είναι γνώριμη αίσθηση: τελειώνει το μεσημεριανό και τα βλέφαρα βαραίνουν. Όμως το μεσημεριανό δεν είναι απαραίτητα ο μόνος υπεύθυνος: η εγρήγορσή μας μπορεί να πέφτει φυσιολογικά το απόγευμα, ακόμη κι αν δεν έχουμε φάει.

Το μέγεθος του γεύματος, ο ύπνος της προηγούμενης νύχτας και άλλοι παράγοντες μπορούν επίσης να παίζουν ρόλο. Μια περιστασιακή νύστα που περνά διαφέρει από την έντονη ή επίμονη υπνηλία, για την οποία χρειάζεται να ζητήσουμε ιατρική συμβουλή.

Πόσο διαρκεί η νύστα μετά το φαγητό;

Η υπνηλία που ακολουθεί ένα γεύμα έχει και ιατρική ονομασία: μεταγευματική υπνηλία. Συνήθως είναι προσωρινή και υποχωρεί μέσα σε λίγες ώρες, χωρίς θεραπεία.

Μπορεί να εμφανιστεί από 30 λεπτά έως και τέσσερις ώρες μετά το φαγητό. Μελέτες ύπνου δείχνουν ότι συχνά κορυφώνεται μία έως δύο ώρες αργότερα. Δεν χρειάζεται, επομένως, να μας πάρει ο ύπνος αμέσως μόλις αφήσουμε το πιρούνι για να σχετίζεται χρονικά η νύστα με το γεύμα.

Αυτή η χρονική σχέση, ωστόσο, δεν αρκεί για να δείξει από μόνη της την αιτία. Σημασία έχει επίσης πόσο είχαμε κοιμηθεί την προηγούμενη νύχτα.

Μπορεί να νυστάζουμε απλώς επειδή είναι απόγευμα;

Ναι. Η απογευματινή πτώση της εγρήγορσης συνδέεται με τον κιρκάδιο ρυθμό και δεν εξηγείται πλήρως από το φαγητό. Έχει παρατηρηθεί ακόμη και όταν κάποιος δεν έχει φάει μεσημεριανό και δεν γνωρίζει τι ώρα είναι.

Αυτό σημαίνει ότι δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν μαζί: η φυσική πτώση της εγρήγορσης να συμπίπτει με την ώρα του μεσημεριανού και το ίδιο το γεύμα να συμβάλλει στην υπνηλία. Η σύμπτωση δεν μας επιτρέπει να χρεώσουμε αυτόματα όλη τη νύστα στο πιάτο.

Οι πιθανοί μηχανισμοί είναι περισσότεροι από ένας. Περιλαμβάνουν σήματα από το έντερο, μεταβολές σε ουσίες του αίματος, όπως η γλυκόζη και τα αμινοξέα, καθώς και αλλαγές στα συστήματα εγρήγορσης του εγκεφάλου.

Αντίθετα, η παλιά εξήγηση ότι το αίμα «φεύγει» από τον εγκέφαλο προς το πεπτικό σύστημα και έτσι προκαλεί τη νύστα δεν θεωρείται ακριβής.

Ένα μεγαλύτερο γεύμα μάς νυστάζει περισσότερο;

Τα μεγαλύτερα γεύματα με περισσότερες θερμίδες συνδέονται με εντονότερη υπνηλία μετά το φαγητό. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, ότι κάθε μεγάλο πιάτο θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα για όλους ή ότι το μέγεθος εξηγεί κάθε απογευματινή πτώση.

Σε μελέτη με 35 γυναίκες, οι συμμετέχουσες ανέφεραν μειωμένη εγρήγορση μετά το μεσημεριανό, χωρίς η διαφορά στο μέγεθος του γεύματος να αλλάζει αυτή την αίσθηση. Παρ’ όλα αυτά, η ομάδα που έφαγε γεύμα με 40% περισσότερη ενέργεια από την εκτιμώμενη ανάγκη της έκανε περισσότερα λάθη σε δοκιμασίες προσοχής και αναζήτησης.

Η διάκριση έχει ενδιαφέρον: το πώς αισθανόμαστε και το πώς αποδίδουμε σε μια δοκιμασία δεν έδωσαν ακριβώς την ίδια εικόνα. Τα ευρήματα δεν στηρίζουν έναν κανόνα ότι η ποσότητα προκαλεί πάντα την ίδια αντίδραση.

Ούτε η σύνθεση του γεύματος προσφέρει μια απλή απάντηση. Σε δύο μικρά πειράματα με 10 υγιείς άνδρες στο καθένα, δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στον χρόνο μέχρι να αποκοιμηθούν οι συμμετέχοντες σε μεταγευματικούς υπνάκους, ανάμεσα σε γεύματα πλούσια σε λίπος, πλούσια σε υδατάνθρακες ή μικτά. Δεν μπορούμε, λοιπόν, να κατηγορούμε με βεβαιότητα ένα συγκεκριμένο συστατικό κάθε φορά που νυστάζουμε.

Και αν το φαγητό είναι μόνο ένα μέρος της εικόνας;

Ο ανεπαρκής ύπνος, η νυχτερινή εργασία και ορισμένα προβλήματα υγείας, όπως οι διαταραχές ύπνου και ο διαβήτης τύπου 2, ενδέχεται να αυξάνουν την πιθανότητα μεταγευματικής υπνηλίας. Ρόλο μπορούν να έχουν και ορισμένα φάρμακα, μεταξύ αυτών αντιισταμινικά, ηρεμιστικά και ορισμένα αντικαταθλιπτικά.

Αν υποψιαζόμαστε ότι ένα φάρμακο μας κάνει να νυστάζουμε, δεν το αλλάζουμε ούτε το διακόπτουμε χωρίς να μιλήσουμε πρώτα με επαγγελματία υγείας.

Μια απλή καταγραφή για λίγες ημέρες μπορεί να βοηθήσει να εντοπίσουμε ένα μοτίβο: τι ώρα και πόσο φάγαμε, αλλά και πότε εμφανίστηκε η νύστα. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να φανούν χρήσιμες και στη συζήτηση με τον γιατρό, αν χρειαστεί αξιολόγηση.

Για την καθημερινότητα, ένας επαγγελματίας υγείας μπορεί να προτείνει μικρότερα ισορροπημένα γεύματα, περιορισμό του αλκοόλ στο μεσημεριανό ή ένα περπάτημα 10 έως 30 λεπτών μετά το φαγητό. Ένας υπνάκος 20 λεπτών είναι μια ακόμη πρακτική επιλογή, χωρίς να αποτελεί υποκατάστατο της ιατρικής διερεύνησης.

Πότε η νύστα χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση;

Η συχνή ή έντονη υπνηλία είναι λόγος να επικοινωνήσουμε με γιατρό, όπως και η ανεξήγητη κόπωση που διαρκεί μερικές εβδομάδες, επηρεάζει την καθημερινότητα ή συνοδεύεται από άλλα συμπτώματα.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν μαζί με τη νύστα υπάρχουν δυνατό ροχαλητό ή παύσεις στην αναπνοή κατά τον ύπνο, ζάλη ή λιποθυμία μετά το γεύμα, ή τρέμουλο, εφίδρωση και σύγχυση λίγες ώρες αργότερα. Αυξημένη δίψα, συχνή ούρηση και θολή όραση είναι επίσης συμπτώματα που αξίζουν διερεύνηση.

Η ανάγκη για υπνάκο σχεδόν καθημερινά ή η δυσκολία να μείνουμε ξύπνιοι ενώ διαβάζουμε ή βλέπουμε τηλεόραση είναι ακόμη ενδείξεις που δεν χρειάζεται να προσπεράσουμε. Αν νυστάζουμε, δεν οδηγούμε: η υπνηλία μπορεί να οδηγήσει σε ακούσιο ύπνο.

Η νύστα μπορεί να σχετίζεται με το γεύμα, την ώρα της ημέρας ή τον ύπνο της προηγούμενης νύχτας.