ΑΝΑΒΑΛΛΕΙΣ ΝΑ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΜΗΝΥΜΑΤΑ; ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ

Αναβάλλω να απαντήσω σε μηνύματα, παρότι τα έχω ήδη διαβάσει: η σκέψη μπορεί να έρθει καθώς ανοίγουμε ξανά μια συνομιλία που αφήσαμε για αργότερα. Όμως η καθυστέρηση δεν σημαίνει απαραίτητα αδιαφορία· μπορεί να συνδέεται με άλλες προτεραιότητες, πίεση ή την ανάγκη να βρούμε χρόνο για μια δύσκολη απάντηση.
Το διάβασμα και η απάντηση είναι δύο διαφορετικές κινήσεις. Ανάμεσά τους μεσολαβούν όσα κάνουμε εκείνη τη στιγμή, αλλά και όσα πιστεύουμε ότι περιμένει από εμάς ο άνθρωπος στην άλλη πλευρά της οθόνης.
Γιατί αναβάλλω να απαντήσω σε μηνύματα ενώ τα έχω δει;
Ένα μήνυμα μπορεί να φτάσει την ώρα που έχουμε στραμμένη την προσοχή μας αλλού. Μπορούμε να το διαβάσουμε γρήγορα, χωρίς όμως να έχουμε τον χρόνο ή τη διάθεση να απαντήσουμε με τον τρόπο που θα θέλαμε.
Άλλοτε η δυσκολία βρίσκεται στο ίδιο το περιεχόμενο. Μια απάντηση μπορεί να χρειάζεται σκέψη ή συναισθηματική ενέργεια, οπότε την αφήνουμε για μια καταλληλότερη στιγμή.
Η έρευνα για την ακαδημαϊκή αναβλητικότητα έχει συνδέσει την αναβολή με τη δυσάρεστη αίσθηση που προκαλεί μια εργασία και με συναισθήματα όπως η απογοήτευση ή η ανία. Αυτό προσφέρει μια πιθανή ερμηνεία για ένα δύσκολο μήνυμα.
Εξάλλου, δεν είναι κάθε καθυστέρηση αναβλητικότητα. Μπορεί απλώς να είναι μια επιλογή να απαντήσουμε όταν θα μπορούμε να δώσουμε την προσοχή που χρειάζεται η συζήτηση.
Το είδαμε, αλλά πρέπει να απαντήσουμε αμέσως;
Τα μηνύματα μας δίνουν τη δυνατότητα να επικοινωνούμε χωρίς να είμαστε ταυτόχρονα διαθέσιμοι. Την ίδια στιγμή, όμως, οι προσδοκίες για γρήγορη ανταπόκριση μπορούν να κάνουν την αναμονή να αποκτά κοινωνικό βάρος.
Το πώς ερμηνεύεται η σιωπή εξαρτάται από τη σχέση, το μέσο και το περιεχόμενο. Μια καθυστέρηση σε μια προσωπική συζήτηση δεν έχει κατ’ ανάγκη το ίδιο νόημα με μια καθυστέρηση σε ένα επείγον εργασιακό μήνυμα.
Σε συνεντεύξεις για την καθημερινή ψηφιακή επικοινωνία, οι συμμετέχοντες έδιναν υψηλή προτεραιότητα στα τηλεφωνήματα και στα SMS, τα οποία θεωρούσαν κατάλληλα για επείγοντα θέματα. Άλλα μέσα τα παρακολουθούσαν λιγότερο στενά. Δεν προκύπτει ένας ενιαίος «σωστός» χρόνος απάντησης για κάθε περίπτωση.
Στην Ελλάδα, το 2025, το 78% των ατόμων 16–74 ετών χρησιμοποιούσε υπηρεσίες άμεσων μηνυμάτων, ενώ το 79% έστελνε ή λάμβανε email. Τα ποσοστά δείχνουν πόσο διαδεδομένα είναι τα μέσα αυτά, όχι πόσα μηνύματα λαμβάνει ο καθένας.
Τι μας λέει η έρευνα για την ψηφιακή αποσύνδεση;
Μια μελέτη στο Scientific Reports εξέτασε την εκούσια, προσωρινή μείωση της χρήσης ψηφιακών μέσων ως πιθανή στρατηγική απέναντι στην αναβλητικότητα. Η αποσύνδεση, με αυτή την έννοια, δεν σημαίνει απαραίτητα πλήρη αποχή από το διαδίκτυο.
Για δύο εβδομάδες, 237 νεαροί ενήλικες έδωσαν συνολικά 12.408 στιγμιαίες καταγραφές της καθημερινής τους εμπειρίας. Όταν ένιωθαν μεγαλύτερη σύγκρουση ανάμεσα στους στόχους τους, ήταν πιθανότερο να αποσυνδεθούν ψηφιακά.
Στο ίδιο άτομο, οι στιγμές με περισσότερη αποσύνδεση συνδέονταν με λιγότερη αναβλητικότητα. Η συσχέτιση δεν αποδεικνύει ότι η αποσύνδεση προκάλεσε τη μείωση.
Η μελέτη δεν εξέτασε ειδικά γιατί αφήνουμε αναπάντητο ένα μήνυμα που έχουμε διαβάσει. Μάλιστα, δεν βρήκε στατιστικά σημαντική σύνδεση ανάμεσα στην αποσύνδεση από συγκεκριμένες αλληλεπιδράσεις ή περιεχόμενο μηνυμάτων και στη μικρότερη αναβλητικότητα.
Μπορούν οι λιγότερες διακοπές να βοηθήσουν;
Η συνεχής εναλλαγή ανάμεσα σε ειδοποιήσεις και άλλες υποχρεώσεις δεν είναι ο μόνος τρόπος να διαχειριστούμε την επικοινωνία μας. Μια επιλογή είναι να κρατήσουμε συγκεκριμένα χρονικά παράθυρα για τα μη επείγοντα μηνύματα, εφόσον το επιτρέπει το πρόγραμμά μας.
Σε μελέτη παρέμβασης σε ολλανδικό χρηματοοικονομικό οργανισμό, η ομαδοποίηση των email σε συγκεκριμένες ώρες μείωσε τις διακοπές. Η μείωση της συναισθηματικής εξάντλησης ήταν εντονότερη σε εργαζομένους με μεγάλο όγκο email και εκεί όπου δεν αναμενόταν άμεση απάντηση.
Η επίδραση στην εξάντληση είχε εξασθενήσει δύο εβδομάδες μετά την παρέμβαση. Επιπλέον, η πρακτική δεν ταιριάζει σε κάθε εργασία: αν μια θέση απαιτεί άμεση ανταπόκριση, τα όρια πρέπει να λαμβάνουν υπόψη αυτή την ανάγκη.
Μπορούμε επίσης να δοκιμάσουμε επιλεκτική απενεργοποίηση μη απαραίτητων ειδοποιήσεων κατά τη διάρκεια μιας εργασίας, κρατώντας διαθέσιμες τις σημαντικές επαφές. Σε πείραμα με 247 συμμετέχοντες, η απενεργοποίηση ειδοποιήσεων για μία ημέρα συνδέθηκε με καλύτερη επίδοση και λιγότερη καταπόνηση· αυτό δεν σημαίνει ότι η πλήρης απενεργοποίηση είναι κατάλληλη για όλους.
Και όταν η απάντηση χρειάζεται περισσότερο χρόνο;
Αν ένα μήνυμα χρειάζεται σκέψη, δεν χρειάζεται να δώσουμε ολοκληρωμένη απάντηση αμέσως. Μπορούμε πρώτα να ενημερώσουμε ότι το είδαμε και ότι θα επανέλθουμε όταν έχουμε χρόνο.
Στη δουλειά ή σε μια οικογενειακή ομάδα βοηθά επίσης να συμφωνήσουμε ποιο κανάλι χρησιμοποιούμε για τα επείγοντα και τι χρόνος απάντησης είναι ρεαλιστικός για τα υπόλοιπα. Έτσι, η διαθεσιμότητα γίνεται θέμα συνεννόησης και όχι συνεχούς επιφυλακής.
Ένα αναπάντητο μήνυμα, από μόνο του, δεν είναι διάγνωση ούτε μέτρο του ενδιαφέροντός μας. Μπορεί να είναι απλώς μια καθυστέρηση, μέσα σε μια καθημερινότητα με διαφορετικές προτεραιότητες.













