ΜΑΡΘΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ: ΤΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

Τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατο της Μάρθας Καραγιάννη, το άρθρο τιμά τη διαδρομή μιας από τις πιο αγαπητές μορφές του ελληνικού κινηματογράφου, που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα μέσα από τα μιούζικαλ και τις κωμωδίες της Φίνος Φιλμ. Από τα πρώτα της βήματα στον χορό και το θέατρο έως τη μεγάλη της ακμή δίπλα στον Γιάννη Δαλιανίδη, αλλά και την πορεία της στην τηλεόραση και τη σκηνή, η Καραγιάννη αναδεικνύεται ως μια καλλιτέχνις με σπάνια ενέργεια, φυσικότητα και διαχρονική γοητεία, της οποίας η παρουσία παραμένει ζωντανή στη συλλογική μνήμη.
Πιο αναλυτικά
Πέρασαν τέσσερα χρόνια από την απώλεια της Μάρθας Καραγιάννη. Μια γυναίκα που δεν υπήρξε απλώς πρωταγωνίστρια μιας άλλης εποχής, αλλά έγινε κομμάτι της συλλογικής μνήμης, μέσα από ταινίες που εξακολουθούν να προβάλλονται, να τραγουδιούνται και να βρίσκουν νέο κοινό δεκαετίες μετά την πρώτη τους προβολή. Έφυγε λίγες εβδομάδες πριν συμπληρώσει τα 83 της χρόνια.
- Από τη Βάσω Λιόκαυτου

Η Μάρθα Καραγιάννη ήταν από εκείνες τις ηθοποιούς που μπορούσαν να γεμίσουν την οθόνη χωρίς προσπάθεια. Είχε χιούμορ, κίνηση, εκρηκτικό ταμπεραμέντο, αλλά ταυτόχρονα μια σπάνια φυσικότητα. Ο χορός έγινε το μεγάλο της όπλο, η κωμωδία το πεδίο στο οποίο διέπρεψε και τα κινηματογραφικά μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη ο χώρος όπου δημιούργησε τον προσωπικό της μύθο.

Γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1939 και μεγάλωσε στο Κερατσίνι, μοναχοπαίδι οικογένειας προσφύγων από τον Πόντο. Η σχέση της με τον χορό άρχισε σχεδόν μαζί με την παιδική της ηλικία. Σε ηλικία οκτώ ετών ξεκίνησε μαθήματα και σύντομα έγινε δεκτή στο παιδικό μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Η τύχη, όπως συχνά συμβαίνει στις μεγάλες κινηματογραφικές ιστορίες, μπήκε στη ζωή της από μια σχολική παράσταση. Ανάμεσα στους θεατές βρισκόταν ο σκηνοθέτης Ορέστης Λάσκος, ο οποίος διέκρινε κάτι ξεχωριστό στη νεαρή Μάρθα και την κάλεσε για δοκιμαστικό στη Φίνος Φιλμ.

Έτσι, προτού ακόμη κλείσει τα 17 της χρόνια, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον κινηματογράφο στην «Άγνωστο» του 1956, στο πλευρό της Κυβέλης, του Γιώργου Παππά και του Αλέκου Αλεξανδράκη. Ήταν το ξεκίνημα μιας διαδρομής που έμελλε να συνδεθεί όσο λίγες με τη μεγάλη άνθηση του εμπορικού ελληνικού σινεμά. Έναν χρόνο αργότερα έκανε και το θεατρικό της ντεμπούτο στην επιθεώρηση «Ελέφαντες και Ψύλλοι». Εκεί συνάντησε τον Γιάννη Δαλιανίδη, έναν άνθρωπο που θα αποδεικνυόταν καθοριστικός για την καλλιτεχνική της πορεία.

Η δεκαετία του 1960 υπήρξε η εποχή κατά την οποία η Μάρθα Καραγιάννη πέρασε από την κατηγορία της ανερχόμενης ηθοποιού σε εκείνη της μεγάλης κινηματογραφικής πρωταγωνίστριας. Η συνεργασία της με τον Δαλιανίδη στη Φίνος Φιλμ άρχισε ουσιαστικά το 1961 με το «Ζητείται Ψεύτης» και πολύ γρήγορα εξελίχθηκε σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές συνεργασίες της ελληνικής κινηματογραφικής ιστορίας.
Η Μάρθα Καραγιάννη έγινε αναπόσπαστο κομμάτι των μεγάλων ελληνικών μιούζικαλ: «Μερικοί το Προτιμούν Κρύο», «Κάτι να Καίει», «Κορίτσια για Φίλημα», «Ραντεβού στον Αέρα», «Οι Θαλασσιές οι Χάντρες», «Μια Κυρία στα Μπουζούκια», «Γοργόνες και Μάγκες» και «Μαριχουάνα Στοπ».

Εκεί διαμορφώθηκε και η κινηματογραφική της ταυτότητα. Η γυναίκα που χόρευε με εντυπωσιακή άνεση, που μπορούσε να περάσει από την αφέλεια στην πονηριά και από το ρομαντικό κορίτσι στη δυναμική παρουσία μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Δεν ήταν η κλασική «εύθραυστη» πρωταγωνίστρια. Ήταν εξωστρεφής, γήινη, ζωηρή, με μια ενέργεια που δύσκολα μπορούσε να περιοριστεί στο κάδρο.
Στις «Γοργόνες και Μάγκες» τραγούδησε μάλιστα η ίδια τον «Άντρα που θα παντρευτώ», σε μουσική Μίμη Πλέσσα και στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, σε μία από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές της κινηματογραφικής της παρουσίας.

Παρά την ισχυρή ταύτισή της με την κωμωδία και το μιούζικαλ, απέδειξε ότι οι υποκριτικές της δυνατότητες δεν περιορίζονταν εκεί. Στην ταινία «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» του Νίκου Φώσκολου δοκιμάστηκε στον μοναδικό αμιγώς δραματικό κινηματογραφικό της ρόλο, παρουσιάζοντας μια διαφορετική όψη του ταλέντου της.
Η Μάρθα Καραγιάννη δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά κινηματογραφική ηθοποιός. Παράλληλα με τις ταινίες, καλλιέργησε μια μακρά θεατρική παρουσία, αρχικά στην επιθεώρηση και το μουσικό θέατρο και αργότερα στην πρόζα. Στη δεκαετία του 1990 επιχείρησε μια ουσιαστική στροφή, συμμετέχοντας σε έργα όπως το «Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε» του Λουίτζι Πιραντέλο, το «Όταν οι Γυναίκες το Γλεντούν» του Κάρλο Γκολντόνι και το «Αρσενικό και Παλιά Δαντέλα» του Τζόζεφ Κέσελρινγκ. Το 2002 επέστρεψε, κατά έναν παράξενο κύκλο της ζωής, στη Λυρική Σκηνή, από όπου είχε ουσιαστικά ξεκινήσει ως παιδί, συμμετέχοντας στην οπερέτα «Το Κορίτσι της Γειτονιάς». Το 2004 εμφανίστηκε ως Πραξαγόρα στις «Εκκλησιάζουσες» του Αριστοφάνη, φτάνοντας με την παράσταση μέχρι το Ηρώδειο.

Και η τηλεόραση, όμως, αποτέλεσε ένα ακόμη κεφάλαιο της πορείας της. Η πρώτη της τηλεοπτική εμφάνιση ήρθε το 1977 στη σειρά «Ο Δρόμος» της ΥΕΝΕΔ, ενώ ακολούθησαν παραγωγές όπως «Ο Ανδροκλής και τα λιοντάρια του» και «Οι Μικρομεσαίοι».
Πίσω από τα φώτα, η προσωπική της ζωή είχε στιγμές έντονης ευτυχίας αλλά και βαθιάς απώλειας. Το 1960 παντρεύτηκε τον ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού Μίμη Στεφανάκο, σε έναν γάμο που αποτέλεσε μεγάλο κοσμικό γεγονός της εποχής. Η κοινή τους ζωή, όμως, σημαδεύτηκε από την απώλεια του παιδιού τους λίγες ημέρες μετά τη γέννησή του, ένα γεγονός για το οποίο η ίδια μίλησε πολλά χρόνια αργότερα με ιδιαίτερη ειλικρίνεια. Ο γάμος τους δεν κράτησε. Το 1973 γνώρισε τον διεθνή τερματοφύλακα του Παναθηναϊκού Βασίλη Κωνσταντίνου. Η σχέση τους διήρκεσε περίπου δώδεκα χρόνια και υπήρξε μία από τις σημαντικότερες της ζωής της, παρότι δεν κατέληξε τελικά σε γάμο.

Στην ώριμη περίοδο της ζωής της επέλεξε να ζει μακριά από την υπερβολική δημοσιότητα. Μεγάλη της αγάπη υπήρξαν τα ταξίδια, ενώ στα τελευταία χρόνια της είχε στο πλευρό της τη στενή της φίλη Ντόρα Δούμα, με την οποία συγκατοικούσε όταν και οι δύο είχαν μείνει μόνες. Το 2001 κατέγραψε κομμάτια αυτής της πορείας στην αυτοβιογραφία της «Ο Έρωτας μωρό μου είναι Γλέντι», έναν τίτλο που, με έναν τρόπο, συμπύκνωνε και τη δημόσια εικόνα της: μια γυναίκα που έμοιαζε να αντιμετωπίζει τη ζωή με ορμή, ακόμη και όταν εκείνη της επεφύλασσε δύσκολες στροφές.

Στις 18 Σεπτεμβρίου 2022, η Μάρθα Καραγιάννη έφυγε από τη ζωή. Η είδηση του θανάτου της προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στον καλλιτεχνικό κόσμο και στο κοινό που είχε μεγαλώσει μαζί με τις ταινίες της. Τέσσερις ημέρες αργότερα, φίλοι, συνάδελφοι και απλοί πολίτες συγκεντρώθηκαν στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών για να την αποχαιρετήσουν. Τέσσερα χρόνια αργότερα, όμως, είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για τη Μάρθα Καραγιάννη αποκλειστικά σε παρελθοντικό χρόνο. Κάθε φορά που οι «Θαλασσιές οι Χάντρες» επιστρέφουν στην τηλεόραση, που οι «Γοργόνες και Μάγκες» γεμίζουν ξανά την οθόνη με χρώμα και μουσική ή που μια νεότερη γενιά ανακαλύπτει τα μεγάλα μιούζικαλ της Φίνος Φιλμ, εκείνη βρίσκεται πάλι εκεί.

Με το χαρακτηριστικό βλέμμα, το αβίαστο χιούμορ και εκείνη την κίνηση που πρόδιδε ότι πριν γίνει ηθοποιός υπήρξε πάνω απ’ όλα χορεύτρια.
Η Μάρθα Καραγιάννη ανήκε σε μια γενιά καλλιτεχνών που δημιούργησαν εικόνες ανθεκτικότερες από την εποχή τους. Και ίσως αυτό να αποτελεί τελικά το πιο δύσκολο επίτευγμα για έναν ηθοποιό: να φεύγει ο άνθρωπος, αλλά να μη σβήνει ποτέ η παρουσία του.