ΑΡΝΑΟΥΤΟΓΛΟΥ: Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΜΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕ – Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΠΕΡΝΑ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΓΟΛΓΟΘΑ

Ο Γρηγόρης Αρναούτογλου μίλησε με συγκίνηση για τον θάνατο της μητέρας του, περιγράφοντας τον δύσκολο αγώνα της με την ασθένεια, τις στιγμές που δεν τον αναγνώριζε και το βαρύ πένθος που βιώνει η οικογένειά του. Όπως είπε, και ο πατέρας του περνά τον δικό του «γολγοθά» μετά από δεκαετίες κοινής ζωής, ενώ ο ίδιος τόνισε πως η απώλεια τού έμαθε να μη θεωρεί κανείς δεδομένες τις στιγμές και τα τηλεφωνήματα με τη μητέρα του.
Πιο αναλυτικά
Ο Γρηγόρης Αρναούτογλου παραχώρησε συνέντευξη στην εφημερίδα “Espresso”, όπου μίλησε με συγκίνηση για την απώλεια της πολυαγαπημένης του μητέρας, τις δύσκολες στιγμές που βίωσε η οικογένειά του τα τελευταία δύο χρόνια, αλλά και για το πώς διαχειρίζονται όλοι το πένθος.

Όσα είπε ο Γρηγόρης Αρναούτογλου
Αν θες απαντάς σε αυτήν την ερώτηση, αλλιώς δεν θέλω να σε πιέζω, γιατί ήξερα και προσωπικά τη μητέρα σου και την εκτιμούσα πάρα πολύ, ήταν μαμά με όλη τη σημασία της λέξης. Πώς βιώνεις την απώλειά της; Μας συγκίνησες όλους με αυτά που είπες για τη μάνα σου…
«Η μητέρα μου ταλαιπωρήθηκε πάρα πολύ τα δύο τελευταία χρόνια. Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο που αγαπάς, έναν δικό σου άνθρωπο, να υποφέρει τόσο, φτάνεις στο σημείο να λες μέσα σου “ας λυτρωθεί, ας πετάξει ψηλά, ας φύγει η ψυχή της”. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να επισκέπτεσαι τη μητέρα σου και να μη σε αναγνωρίζει, να σε φωνάζει με άλλο όνομα ή να μην ξέρει ποιος είσαι.
Αυτό απαιτούσε τεράστια δύναμη, κι εγώ είχα πολύ μεγάλη αδυναμία στη μητέρα μου. Υπήρχαν ημέρες που με αναγνώριζε, με φώναζε με το όνομά μου και με αγκάλιαζε, ενώ την επόμενη δεν ήξερε ποιος ήμουν. Άλλες φορές με καταλάβαινε και άλλες όχι. Αυτή η κατάσταση ήταν μια τεράστια στενοχώρια, ένας μεγάλος πόνος και βαθιά θλίψη. Είχε χάσει πολλά κιλά και δεν θύμιζε πλέον τη δυναμική μητέρα που γνώριζα.
Κάποια στιγμή, βλέποντάς την να υποφέρει τόσο, αναρωτιόμουν: “Όλος αυτός ο αγώνας που κάνουμε μαζί με τους γιατρούς για να της χαρίσουμε λίγο ακόμη χρόνο, την ωφελεί πραγματικά;”. Τελικά, την πήρε ο Θεός στους ουρανούς και η μητέρα μου πέταξε. Υπάρχουν στιγμές μέσα σε αυτή την περίοδο που οι αναμνήσεις μού τη φέρνουν ξανά μπροστά μου.
Με έπαιρνε συχνά τηλέφωνο κι εγώ της έλεγα: “Μαμά, να το κλείσουμε τώρα γιατί έχω δουλειά”. Σήμερα όμως λέω στους φίλους μου και στους ακροατές του ραδιοφώνου: “Μην κλείνετε ποτέ το τηλέφωνο στη μάνα σας. Βρείτε έστω πέντε λεπτά, γιατί όταν θελήσετε να την ακούσετε, μπορεί να μην είναι πια εδώ”.
Οι μητέρες παίρνουν τηλέφωνο απλώς για να ακούσουν τη φωνή του παιδιού τους. Θέλουν μόνο να μάθουν αν είσαι καλά και αυτό τους αρκεί. Μας καλούν και πολλές φορές δεν βρίσκουμε χρόνο ούτε να τις πάρουμε πίσω. Τώρα μου λείπουν όλα εκείνα τα τηλεφωνήματα που δεν απάντησα για να πούμε δυο κουβέντες. Τι με ρωτούσε η μάνα μου; Αν έφαγα, αν ανέβηκα ποδήλατο και αν φόρεσα ζακέτα».

Τώρα είσαι πιο κοντά με τον μπαμπά;
«Ναι, το προσπαθώ. Όμως και εκείνος έχει απομονωθεί και βιώνει το δικό του πένθος. Όταν δύο άνθρωποι έχουν ζήσει μαζί πενήντα και εξήντα χρόνια, πώς μπορεί να ξεπεραστεί μια τέτοια απώλεια; Ο πατέρας μου χρειάζεται χρόνο. Περνά τον δικό του γολγοθά και το δικό του τεράστιο δράμα. Εγώ μπορώ να προσπαθήσω να διαχειριστώ τον δικό μου πόνο, αλλά τι σημαίνει αυτό μπροστά σε έναν άνθρωπο που έχασε τη σύντροφό του, το άλλο του μισό, έπειτα από εξήντα χρόνια κοινής ζωής; Είναι σαν να έχει χαθεί η μισή του ζωή. Τι μπορώ εγώ να καταλάβω;
Ζει στη Θεσσαλονίκη. Του έχω προτείνει πολλές φορές να κατέβει στην Αθήνα, όμως δεν θέλει. Επιθυμεί να παραμείνει στη Θεσσαλονίκη ή στη Χαλκιδική, στα μέρη όπου έζησε μαζί με τη μητέρα μου. Είναι μια πολύ δύσκολη περίοδος για όλους μας. Χρειαζόμαστε χρόνο ως οικογένεια και πιστεύω ότι στο τέλος θα τα καταφέρουμε».
