GOSSIP

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΟΝΙΤΟΠΟΥΛΟΥ: Η «ΒΑΡΟΝΗ» ΤΟΥ ΝΗΣΙΩΤΙΚΟΥ ΜΕ ΤΙΣ ΨΙΛΕΣ ΝΟΤΕΣ ΜΕΤΡΑ 70 ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Επιστρέφει στη δισκογραφία ύστερα από χρόνια απουσίας, με ένα παραδοσιακό τραγούδι σε ντουέτο με την Πίτσα Παπαδοπούλου, και θυμάται τα πρώτα της βήματα στη Νάξο

Αγγελική Κονιτοπούλου. Για τη μεγαλύτερη εν ζωή ερμηνεύτρια του νησιώτικου τραγουδιού, που σήμερα εκπροσωπεί ολόκληρο το κονιτοπουλέικο, θα ταίριαζε ο τίτλος «Ένα όνομα, μια ολόκληρη ιστορία».

Από τον Νίκο Νικόλιζα

Εδώ και επτά δεκαετίες η Αγγελική Κονιτοπούλου βρίσκεται μπροστά στο μικρόφωνο, με τις ψιλές νότες της να μοιάζουν πως φτάνουν ως τον ουρανό. Πολλά από τα πιο γνωστά νησιώτικα τραγούδια τα ερμήνευσε πρώτη, ανάμεσά τους τα «Ντάρι ντάρι», «Μα γιάντα την τραγιάσκα σου», «Έγια μόλα, Έγια λέσα» και πολλές ακόμη επιτυχίες που ακούγονται μέχρι σήμερα. Η πολυετής παρουσία της δίπλα στον πατέρα της, Μιχάλη Κονιτόπουλο, στα πανηγύρια των Κυκλάδων και η καθυστερημένη άφιξή της στην Αθήνα δεν της έφεραν τη φήμη που απέκτησαν τα αδέρφια της, Γιώργος, Ειρήνη και Βαγγέλης Κονιτόπουλος.

Με αφορμή την επιστροφή της στη δισκογραφία ύστερα από χρόνια απουσίας, με ένα παραδοσιακό τραγούδι σε ντουέτο με την Πίτσα Παπαδοπούλου, η σπουδαία τραγουδίστρια μιλά με ανοιχτή καρδιά στην «Espresso». Ανατρέχει σε ιστορίες μιας άλλης εποχής, τότε που όλα είχαν διαφορετική όψη, σε ασπρόμαυρο φόντο…

Αγγελική Κονιτοπούλου: Η «βαρόνη» του νησιώτικου με τις ψιλές νότες μετρά 70 χρόνια στο τραγούδι

Οι Κονιτοπουλαίοι: Βαγγέλης, Αγγελική, Μιχάλης και Στέλλα

Ας μιλήσουμε αρχικά για την καταγωγή σας…

Γεννήθηκα στη Νάξο, μέσα σε μια οικογένεια που ήταν πολύ φτωχή. Ήταν το 1944, στα χρόνια της Κατοχής. Ο πατέρας μου έπαιζε βιολί μαζί με τον Φυρογένη στα Λιβάδια, σε ένα μιτάτο. Τα Λιβάδια ήταν τότε τα πιο εύπορα χωριά της Νάξου, εκεί όπου παράγονται οι περίφημες πατάτες του νησιού. Για να τα βγάλουν πέρα με τη μεγάλη φτώχεια, οι χωρικοί τούς πρόσφεραν προϊόντα για να ζήσουν, ενώ εκείνος έπαιζε. Ήμασταν πέντε αδέρφια: η Ειρήνη, ο Γιώργος, ο Κώστας, εγώ και ο Βαγγέλης. Η μητέρα μου, βέβαια, γέννησε έντεκα φορές, αλλά τα παιδιά πέθαιναν κι έτσι επιζήσαμε μόνο εμείς!

Σε ποια ηλικία ξεκινήσατε να τραγουδάτε;

Τραγουδούσαμε όλοι από παιδιά, αφού η μόνη μουσική που άκουγε κανείς στο σπίτι, μέρα και νύχτα, ήταν το βιολί του πατέρα μας. Εγώ έμεινα κοντά στους γονείς μου μέχρι τα τελευταία χρόνια τους, γι’ αυτό ακολουθούσα τον πατέρα μου σε κάθε πανηγύρι ή χορό στα νησιά. Τα αδέρφια μου, αντίθετα, είχαν φύγει νωρίς για την Αθήνα. Ο πατέρας ήθελε να μου μάθει βιολί, όπως έκανε κι εκείνος. Ξεκίνησα να παίζω, ώσπου μια μέρα μού είπε: «Αγγέλικω, χρειαζόμαστε τραγούδι. Μια γυναικεία φωνή που να τα λέει». Έτσι άρχισα το τραγούδι. Έβαζα το ραδιόφωνο και μάθαινα τα τραγούδια ακούγοντάς τα. Από το σπίτι μας είχαν περάσει όλοι οι λαουτιέρηδες των νησιών!

Ποιες τραγουδίστριες θεωρούσατε πρότυπά σας;

Ξεχωριστή θέση για μένα είχε η φωνή της ρεμπέτισσας Ιωάννας Γεωργακοπούλου. Οι αμανέδες της ήταν τόσο δυνατοί που σου τρυπούσαν την καρδιά. Θαύμαζα επίσης τη Γιώτα Λύδια, τη Ρόζα Εσκενάζυ και τη Ρίτα Αμπαζή. Τις άκουγα στο ραδιόφωνο και προσπαθούσα να μάθω τον τρόπο που τραγουδούσαν.

Αγγελική Κονιτοπούλου: Η «βαρόνη» του νησιώτικου με τις ψιλές νότες μετρά 70 χρόνια στο τραγούδι

Η Αγγελική Κονιτοπούλου και η Πίτσα Παπαδοπούλου στο Άλσος

Πότε μετακομίσατε στην Αθήνα;

Πρώτα είχαν εγκατασταθεί στην Αθήνα τα αδέρφια μου και ύστερα πήγα κι εγώ. Αρχικά έμεινα στην Κυψέλη, μαζί με τον αδερφό μου, τον Γιώργο Κονιτόπουλο. Ερχόταν κάποιες φορές και ο πατέρας μου, ο οποίος τότε συνεργαζόταν με την Άννα Σαρρή Καραμπεσίνη. Όταν έπαιζε μαζί της, μας έβαζε να κάνουμε χορωδία. Είχαμε οργανώσει ολόκληρο συγκρότημα, που άρεσε πολύ στον κόσμο όταν μας έβλεπε!

Ποιο τραγούδι ηχογραφήσατε πρώτο;

Πρώτο ήταν η «Μανταλένα», την οποία είπαμε και στην ταινία με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Αρχικά την έπαιξε ο αδερφός μου, ο Γιώργος, και στη συνέχεια την πήραν οι Παριανοί. Όταν ο σκηνοθέτης της ταινίας την άκουσε, ενθουσιάστηκε και ζήτησε να την ερμηνεύσουν κι εκείνοι στην ταινία, ως χορωδία. Αυτό που με πίκρανε είναι πως, παρόλο που εγώ την είχα πει πρώτη και την είχα κάνει επιτυχία, δεν με κάλεσαν να τραγουδήσω στην ταινία.

Συναντήσατε εμπόδια στην επαγγελματική σας πορεία;

Υπήρχαν πολλά εμπόδια, επειδή ήμουν πολύ δυνατή τραγουδίστρια. Σχεδόν όλα τα αδέλφια μου είχαν εξίσου δυνατές φωνές, οπότε ο ανταγωνισμός ήταν αναπόφευκτος. Δεν θα κρύψω ότι μεταξύ μας υπήρχε ανταγωνισμός: τότε δουλεύαμε όλοι μαζί σε ένα μαγαζί και ο καθένας ήθελε να ξεχωρίσει περισσότερο. Παρ’ όλα αυτά, ως αδέλφια ήμασταν αγαπημένοι. Μάλιστα, ένα από τα παιδιά της Ειρήνης το ξεγέννησα εγώ, καθώς ήμουν η μαμή. Η Ειρήνη ήταν αναμφίβολα το μεγάλο όνομα εκείνη την εποχή, αφού είχε έρθει στην Αθήνα από πολύ μικρή.

Αγγελική Κονιτοπούλου: Η «βαρόνη» του νησιώτικου με τις ψιλές νότες μετρά 70 χρόνια στο τραγούδι

Ποια από τα τραγούδια σας γνώρισε τη μεγαλύτερη επιτυχία;

Έχω σημειώσει πολλές επιτυχίες, όπως η «Τραγιάσκα», τα «Ντάρι ντάρι» και «Έγια μόλα, Έγια λέσα», αλλά και τα «Ωραία που ’ναι την αυγή», «Η ώρα δέκα και μισή» και πολλά ακόμη.

Θεωρείτε ότι αναγνωρίστηκε η αξία σας;

Όχι, και το λέω με μεγάλη πικρία.

Πώς έγινε η συνεργασία σας με την Πίτσα Παπαδοπούλου στο ντουέτο;

Την Πίτσα την αγαπούσα και εξακολουθώ να τη λατρεύω. Το ντουέτο γεννήθηκε από το πρόγραμμα που παρουσιάσαμε πέρυσι στο Άλσος. Σκεφτήκαμε ότι, αφού εγώ είμαι η μεγαλύτερη από το κονιτοπουλέικο, θα μπορούσα να τραγουδήσω μαζί με έναν από τους φιλοξενούμενους. Η Ειρήνη Χάλκου έγραψε το τραγούδι, σε μουσική του Βασίλη Κλουβάτου, και, επειδή είχε λαϊκό ύφος και ταίριαζε σε λαϊκή τραγουδίστρια, αποφασίσαμε να το ερμηνεύσουμε μαζί. Σχεδόν όλα τα τραγούδια της Χαλκορήνης τα έχω τραγουδήσει εγώ. Το «Παράπονο της μάνας», για παράδειγμα, προέκυψε όταν μια μέρα η μητέρα μου είπε: «γιάντα να ’μαι μοναχιά μου και να καίγεται η καρδιά μου». Μου είπε να το πάρω, να το δώσω στη Χαλκορήνη και να το κάνει τραγούδι. Εκείνη το έγραψε μέσα σε μία ώρα και έγινε τεράστια επιτυχία!

Με ποιους συνεργάτες, πέρα από το κονιτοπουλέικο, αναπολείτε τις κοινές σας εμφανίσεις;

Έχω συνεργαστεί με πάρα πολλούς. Αφού δουλέψαμε ως Κονιτοπουλαίοι στο «Μουράγιο», ακολούθησαν πολλές δουλειές με τον Βαγγέλη Περπινιάδη, τον Πάνο Γαβαλά, τον Αντώνη Βαρδή και την Καίτη Γαρμπή. Συμμετείχα σε πολλά σχήματα, πλάι σε παλιούς αλλά και νεότερους καλλιτέχνες.

Σας έχει απονεμηθεί ποτέ χρυσός δίσκος;

Όχι, ποτέ, παρόλο που τα τραγούδια μου ακούγονται ακόμη! Συμμετείχα και στον πρώτο δίσκο «Τα νησιώτικα του Πάριου», που είναι ο πιο εμπορικός στην ελληνική δισκογραφία. Μιλάμε για εκατομμύρια δίσκους!

Η ηλικιακή διάκριση στην Ελλάδα παραμένει, δυστυχώς, υπαρκτή

Αγγελική Κονιτοπούλου: Η «βαρόνη» του νησιώτικου με τις ψιλές νότες μετρά 70 χρόνια στο τραγούδι

Η σπουδαία ερμηνεύτρια του νησιωτικού τραγουδιού μαζί με τον Νίκο Νικόλιζα

Σας προβληματίζει το γεγονός ότι πλέον δεν βρίσκεστε στο προσκήνιο;

Με πονάει η αδικία και το ότι δεν είμαι ενεργή. Νιώθω πως έχω πολλή δύναμη μέσα μου και θέλω να τραγουδάω διαρκώς. Δυστυχώς, στην Ελλάδα υπάρχει ηλικιακός ρατσισμός. Έτσι, πριν από έναν χρόνο κατέθεσα αίτηση στο υπουργείο Πολιτισμού και στην «Ερατώ», παραδίδοντάς τους όλους τους δίσκους με τις επιτυχίες μου. Ο λόγος ήταν ότι ο καθένας έπαιρνε τραγούδια που είχα πρωτοπεί και ισχυριζόταν «είναι δικά μου αυτά». Εντόπισα ένα προς ένα όλα τα κομμάτια, με τη δική μου φωνή στην πρώτη τους εκτέλεση, ώστε οι επόμενες γενιές να γνωρίζουν ποιος τα τραγούδησε πρώτος. Είναι κρίμα και άδικο να παρουσιάζονται ως δικά τους!