Το βιβλίο του Alexei Yurchak, «Everything Was Forever, Until It Was No More: The Last Soviet Generation» («Όλα ήταν για πάντα, μέχρι που δεν ήταν πια: Η τελευταία σοβιετική γενιά», 2006), εξετάζει πώς η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης φάνηκε ταυτόχρονα εντελώς αναπάντεχη και απολύτως φυσική σε όσους/ες την έζησαν.
Ο Yurchak αποδομεί τις δυαδικές αντιλήψεις (κράτος vs. λαός, δημόσιο vs. ιδιωτικό, αλήθεια vs. ψέμα) που κυριαρχούσαν στη δυτική σοβιετολογία, δείχνοντας ότι η σοβιετική πραγματικότητα ήταν πολύ πιο περίπλοκη.
Αυτές τις μέρες, στα Σκόπια και το Τέτοβο, στη Βόρεια Μακεδονία, ανέτρεξα στα ταξίδια μου σε αυτά τα τόσο κοντινά, οικεία και ταυτόχρονα διαφορετικά μέρη εδώ και σχεδόν μισό αιώνα (κρατώ την πρώτη εικόνα από τα Σκόπια το 1977 — ακολούθησαν αρκετές ακόμη επισκέψεις). Οι αλλαγές στην πόλη των Σκοπίων είναι πολύ πιο δομικές σε σύγκριση με τον ρυθμό μετασχηματισμών που παρατηρείται σε άλλες πόλεις της νοτιοανατολικής Ευρώπης μετά το 1989. Το «κλειδί» κατανόησής τους βρίσκεται στην επιβολή του καπιταλιστικού έθνους-κράτους στον αστικό χώρο. Υπάρχει μια σημαντική και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία από ανθρωπολόγους, κοινωνιολόγους, πολεοδόμους, πολιτικούς επιστήμονες και ιστορικούς γύρω από αυτά τα ζητήματα.
Από την ανάλυση του Yurchak —που δεν αναφέρεται στη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας— μου ήρθαν στο νου δύο έννοιες. Αφενός, η έννοια του Vnye/Вне, δηλαδή η κατάσταση του «να είσαι ταυτόχρονα μέσα και έξω» από το σύστημα, δημιουργώντας κοινότητες (π.χ. σε θυρωρεία, λεβητοστάσια) όπου βιώνονταν εναλλακτικοί τρόποι ζωής. Αφετέρου, η έννοια του Stiob/Стёб, δηλαδή μια μορφή ειρωνείας κατά την οποία κάποιος/α μπορούσε να μιμείται τόσο πιστά την επίσημη σοβιετική ρητορική ώστε να απογυμνώνει την εξουσία της. Οι πρακτικές αυτές δεν στόχευαν στην ανατροπή του συστήματος. Ο Yurchak υποστηρίζει ότι επρόκειτο για μορφές δράσης που κατέστησαν δυνατές από το ίδιο το σύστημα. Η ζωή είχε ήδη αρχίσει να λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες αρκετά πριν από την κατάρρευση του 1989.
Η σημερινή πόλη των Σκοπίων καταγράφει, με πολλαπλούς τρόπους, στοιχεία διαφορετικών εκδοχών του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Η παλιά αλβανική γειτονιά Τσαρσία, όταν την προσεγγίζεις από τα δυτικά, θυμίζει την τουριστικά καταναλωτική Πλάκα. Αν μπεις από τα βορειοανατολικά, φέρει τη λαϊκότητα των καταστημάτων της Ερμού κάτω από την Αθηνάς στο Μοναστηράκι (ή του Βαρδάρη, ανάμεσα στη Μοναστηρίου, τη Λαγκαδά και τη Δραγουμάνου). Τα τεράστια εμπορικά κέντρα της τελευταίας δεκαετίας περιστοιχίζονται από δωδεκαώροφες πολυκατοικίες σοσιαλιστικής αισθητικής, που χτίστηκαν μετά τον σεισμό του 1963.
Τα αγάλματα των εθνικών ηρώων συνυπάρχουν με γιγαντοοθόνες που διαφημίζουν την κινητή τηλεφωνία. Μια οδός φέρει το όνομα της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Το εθνοπρεπές πρόγραμμα «Skopje 2014» δημιούργησε την κεντρική πλατεία με τα αγάλματα που σήμερα συνυπάρχουν με την εμβληματική επιγραφή «Музеј на Република Северна Македонија» (Μουσείο της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας), δηλώνοντας την προσαρμογή της εθνικής ορολογίας μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών. Στο κεντρικό πάρκο της πόλης, μια τοιχογραφία υποστηρίζει τη συμβίωση των πληθυσμών της Βόρειας Μακεδονίας με σημαίες και φολκλόρ. Ταυτόχρονα, τα graffiti στη συνοικία Ντέμπαρ Μάαλο με τα πολύχρωμα καφέ, μιλούν με αγωνία για τον «θάνατο των Σκοπίων» (γραμμένα στα αγγλικά — παγκοσμιοποιημένη η απεύθυνση…).
Μπορούμε να δούμε όλα αυτά ως πρωτοφανείς αλλαγές στην πόλη — και σε μεγάλο βαθμό έτσι είναι. Ωστόσο, προέκυψαν μέσα από μια δυναμικά εδαφοποιημένη πολλαπλότητα, στοιχεία της οποίας ήταν ήδη «εκεί» ως ενδεχομενικότητες – όπως το Vnye/Вне βρίσκονταν στο σοβιετικό πλαίσιο – και κάποια έγιναν κυρίαρχα μέσα από τις πολιτικές επιλογές των ανθρώπων. Και, ειρωνικά, μας κοιτούν από τα πεζοδρόμια – όπως το Stiob/Стёб. Και μιλούν για την ανθρώπινη διάσταση, τις διαδρομές στις οποίες μπλέχτηκαν οι κάτοικοι της ιστορικής πόλης των Σκοπίων τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Διαδρομές που αφενός φέρουν ένα άγος και ένα άχθος, αφετέρου δηλώνουν νέες ενδεχομενικότητες για να αναμετρηθούν μαζί τους ως ελευθερίες τώρα και στο μέλλον. Τα έγραψε με την οικονομία των στίχων του ο Ζίβκο Γκροζντάνοσκι: «Ανήκεις στη γενιά που θερίζει τους πικρούς καρπούς των πατεράδων της, των γενναιόδωρων σπορέων. Άλλωστε κι εσύ έχεις ακούσει για τα κατορθώματά τους. Τώρα σειρά σου να κατορθώσεις κάτι»

