Λέξεις: Μυρτώ Τούλα, Χρυσάνθη Αρχοντίδου | Εικόνες: Unsplash
«Mε αυτό το συμπλήρωμα διατροφής σε 2 μήνες θα χάσεις 20 κιλά», «διώξε την κυτταρίτιδα με αυτή την κρέμα τώρα», «Πες όχι στην κατακράτηση υγρών με αυτές τις κάψουλες» και άλλες τέτοιες ατάκες, γίνονται viral στα social media από influencers και στρατολογούν δεκάδες ανθρώπους, κυρίως γυναίκες, σε εύκολες λύσεις αποτελέσματος αναμφιβόλου ποιότητας, ενώ την ίδια στιγμή νέοι συνομιλούν ασταμάτητα με το Chat GPT για πλασματικά ύποπτα συμπτώματα, θεωρώντας πως η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ο προσωπικός τους γιατρός.
Σε μία εποχή στην οποία τα social media, επηρεάζουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε και πράττουμε, η υγεία γίνεται εμμονή και ο καλός τρόπος ζωής, μανία.
Η εμμονή με την υγιεινή διατροφή και την εμφάνιση, οι κλινικές διατροφικές διαταραχές και το μόνιμο άγχος για την υγεία, γίνονται για πολλούς μία πραγματικότητα από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν.
Το 2018 πάνω από 90% των συνταγών για φάρμακα με σεμαγλουτίδη (GLP-1 ) αφορούσαν άτομα με διαβήτη τύπου 2. Το 2023 το ποσοστό αυτό έπεσε στο 58%. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος των συνταγών πλέον αφορά άτομα τα οποία στοχεύουν στην απώλεια βάρους.
Το Mounjaro και το Ozempic προσφέρουν τεράστιες δυνατότητες για την αντιμετώπιση της ραγδαία αυξανόμενης παχυσαρκίας σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά προς το παρόν διατίθενται σε έναν στους δέκα από όσους τα χρειάζονται, σύμφωνα με τον ΠΟΥ. Στην ίδια δήλωση ωστόσο, ο Οργανισμός τονίζει ότι τα φάρμακα από μόνα τους δεν αρκούν.
Η αγορά των GLP-1 φαρμάκων άξιζε περίπου 14 δισ. δολάρια το 2024 και αναμένεται να φτάσει 49 δισ. δολάρια μέχρι το 2030, γεγονός που δείχνει πόσο γρήγορα αυξάνεται ο αριθμός των χρηστών τους. Η ζήτησή τους, αυξήθηκε τόσο ραγδαία, που η παραγωγή δεν καταφέρνει να την καλύψει.
Την ίδια στιγμή, ειδικοί στην Ελλάδα και παγκοσμίως, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, για ελλείψεις στα ενέσιμα φάρμακα στα ράφια, αποτέλεσμα αυτού, οι διαβητικοί να μην μπορούν να τα λάβουν, ενώ τους είναι αναγκαία.

Η διατροφολόγος Ναταλία Κολοκοτρώνη με εξειδίκευση στις διατροφικές διαταραχές και την παχυσαρκία σχολιάζει:
«Τα ενέσιμα φάρμακα όπως το Ozempic και το Mounjaro γίνονται όλο και πιο γνωστά και χρησιμοποιούνται με σκοπό την απώλεια βάρους. Πρόκειται για ενέσιμες θεραπείες που αναπτύχθηκαν αρχικά για τη διαχείριση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και έπειτα, για την παχυσαρκία. Είναι πολύ θετικό που πλέον η παχυσαρκία αναγνωρίζεται σαν νόσος στην Ελλάδα. Αν θεωρήσουμε ότι κάθε νόσος χρειάζεται μία φαρμακευτική αγωγή, για πολλούς ασθενείς αποτελούν ένα σημαντικό θεραπευτικό εργαλείο, που μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά την υγεία και την ποιότητα ζωής τους αρκεί να υπάρχει σωστή παρακολούθηση από διεπιστημονική ομάδα ειδικών.
Την ίδια στιγμή, όμως, η μεγάλη δημοσιότητα γύρω από τα φάρμακα και η έντονη πίεση για γρήγορα αισθητικά αποτελέσματα, έχει οδηγήσει σε μια αυξανόμενη τάση χρήσης τους από άτομα που δεν τα χρειάζονται αληθινά. Στα social media οι ενέσεις παρουσιάζονται συχνά ως μια «εύκολη λύση» για την απώλεια κιλών, ενισχύοντας την ήδη βαθιά ριζωμένη κουλτούρα του γρήγορου αποτελέσματος».

«Συμπληρώματα που υπόσχονται γρήγορη απώλεια βάρους και μείωση λίπους αυξάνονται ολοένα και περισσότερο», σημειώνει η ίδια:
«Αν και υπήρχαν πάντα, σήμερα ενισχύονται, πολλαπλασιάζονται και… μπερδεύουν! Πολλοί αναζητούν την απώλεια βάρους, χωρίς να «κουραστούν», ακόμη και αν το μέσο που χρησιμοποιούν δεν έχει διάρκεια καθώς όλες οι έρευνες μιλούν για επαναπρόσληψη του βάρους μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Η κατάχρηση ενέσιμων θεραπειών για απώλεια βάρους, έχει παρενέργειες στην υγεία και οδηγεί διαπιστωμένα σε μια πιο προβληματική σχέση με το φαγητό και το σώμα μετά τη διακοπή τους. Οι άνθρωποι χάνουν την επαφή με το σώμα και τη φυσική αίσθηση της πείνας και του κορεσμού και όταν η επαφή με το σώμα χάνεται, οι διατροφικές διαταραχές επιδεινώνονται σε μία εποχή που ήδη τα ποσοστά εμφάνισης διατροφικών διαταραχών αυξάνονται ραγδαία!».

Το άγχος για την υγεία και το «τέλειο»
Η εμμονή με την υγεία συνοδεύεται συχνά με ένα διαρκές άγχος, που δεν μπορείς να αποτινάξεις. Τσεκάρεις καθημερινά το σώμα σου για συμπτώματα, googlάρεις την παραμικρή ασθένεια που – είσαι σίγουρος – ότι έχεις, αυτό που για τους περισσότερους ανθρώπους είναι ένας απλός πονοκέφαλος, στο μυαλό είναι… όγκος.
Η αρρωστοφοβία και η υποχονδρίαση, ταλαιπωρούν σε μεγάλο βαθμό τους ανθρώπους που έχουν εμμονή με την υγεία τους, πολλοί από τους οποίους νιώθουν την ανάγκη να αναζητήσουν τις απαντήσεις… στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
Σύμφωνα με σχετική έρευνα, περισσότεροι από 40 εκατομμύρια άνθρωποι κάθε μέρα ρωτούν το ChatGPT για θέματα υγείας, ελέγχοντας τα συμπτώματά τους, ψάχνοντας τις πιθανές ασθένειες που νομίζουν ότι έχουν και στέλνοντας μέχρι και φωτογραφίες στο chatbot για να τους κάνει διάγνωση. Όπως έχει μοιραστεί η ίδια Open AI, 7 στις 10 συζητήσεις υγείας με το ChatGPT γίνονται όταν οι γιατροί είναι κλειστοί, το βράδυ ή Σαββατοκύριακο.
Η ψυχολόγος Έλλη Γεωργιάδη, τονίζει πως η περίοδος του κορονοϊού πυροδότησε το άγχος πολλών ανθρώπων σχετικά με την υγεία τους:
«Ενδεχομένως ένα άτομο που είχε οποιαδήποτε προδιάθεση, ευαισθησία ή ανησυχία σχετικά με τις ασθένειες, λόγω κάποιου προσωπικού βιώματος – το άγχος του ήρθε στην επιφάνεια μετά τον κορονοϊό. Και επειδή ακριβώς τα τελευταία χρόνια η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει μπει τόσο πολύ στη ζωή μας, πολλές φορές είναι σαν να εξανθρωπίζεται. Το chat σου απαντάει φιλικά σχεδόν, σαν να έχεις ένα άτομο από την άλλη μεριά. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τα chatbots, τόσο σαν προσωπικούς ιατρούς όσο και σαν ψυχολόγους, γιατί παρέχουν αμεσότητα και μηδενικό κόστος. Σε έναν αρρωστοφοβικό παρέχει άμεση ανακούφιση, τη στιγμή που μπορεί να βιώνει μία κρίση πανικού λόγω των συμπτωμάτων του, ασχέτως με το αν η απάντηση αυτή είναι αξιόπιστη ή όχι».

Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, από το 2020 έχει παρατηρηθεί μία αυξητική τάση έως περίπου και 25% σε συμπτώματα αγχώδους διαταραχής και κατάθλιψης παγκοσμίως.
«Στους εφήβους και στους νέους φαίνεται πως υπάρχει μια αυξητική τάση στις ψυχικές διαταραχές. Στην Ελλάδα, είχαμε μία σχετική αύξηση στην περίοδο της οικονομικής κρίσης, η οποία επανήλθε κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Μέσα στον κορονοϊό, αυξήθηκε και η χρήση ψυχοτρόπων και ναρκωτικών ουσιών», τονίζει η κ. Γεωργιάδη.
Η ίδια τονίζει ότι έχει παρατηρηθεί αύξηση του άγχους σχετικά με την υγεία μεν, αυτό όμως συμβαίνει σε μία εποχή που δίνει χώρο στη διάγνωση ψυχικών διαταραχών: «Έχουμε αρχίσει και ονοματίζουμε δυνατά τις ασθένειες, οι οποίες δεν αποτελούν πια ταμπού για τον περισσότερο κόσμο, που καταλαβαίνει ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα και αναζητά συνειδητά βοήθεια».
Το άγχος για την υγεία συνδέεται άρρηκτα με την τελειομανία. Ένα μέρος αυτής, αφορά την εμφάνιση, με τη Σωματοδυσμορφική Διαταραχή (Body Dysmorphia Disorder), να βρίσκεται ψηλά στη λίστα των ψυχικών και σωματικών διαταραχών. Η υπερβολική εστίαση σε φανταστικά ή μικρά, μη ορατά σε άλλους ελαττώματα του σώματός του, οι άπειρες φορές που βρίσκεται το άτομο μπροστά από τον καθρέφτη κρίνοντας κάθε του ατέλεια και η διαρκής σύγκριση με άλλους, χαρακτηρίζουν όσους βιώνουν σχεδόν καθημερινά το έντονο άγχος για την εμφάνισή τους.

Τα social media παίζουν καθοριστικό ρόλο στο πώς η Gen Z αντιλαμβάνεται την εμφάνιση αλλά και την έννοια της «τελειότητας», όπως ξεκαθαρίζει η κα. Γεωργιάδη:
«Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον, τον ενδιαφέρει πώς σχετίζεται με τους άλλους γύρω του και πώς φαίνεται προς τα έξω. Το θέμα είναι όταν αυτό αρχίζει να χάνει την ισορροπία του. Όταν αυτό που βλέπεις στον καθρέφτη και στην οθόνη σε κυριεύει στην καθημερινότητα. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι πλέον, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προβάλλουν έναν πιο υγιή τρόπο ζωής αλλά και συμπεριληπτικά πρότυπα ομορφιάς. Ταυτόχρονα όμως, βλέπουμε ότι εγκλωβιζόμαστε σε μία συγκεκριμένη εικόνα που προωθεί το “τέλειο” – το οποίο στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Μπορεί να είναι ανέφικτο, πλασματικό ή ακόμα και προϊόν ΑΙ».
Στην εποχή που είμαστε 24/7 online, το μυαλό μας μπορεί εύκολα να «θολώσει» με τον τεράστιο όγκο πληροφοριών που λαμβάνουμε καθημερινά. «Τότε, πρέπει να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας: Γιατί θέλω να φαίνομαι τέλειος; Τι λείπει από την καθημερινότητα μου; Πόσο χρόνο περνάω με την οικογένεια μου και πόσο χρόνο περνάω online; Το περιεχόμενο στα social media μπορεί να λειτουργήσει χρήσιμα ως τροφή για σκέψη και κινητήρια δύναμη, όταν δεν το καταναλώνουμε αλόγιστα και επεξεργαζόμαστε τις πληροφορίες που λαμβάνουμε», καταλήγει η ίδια.
