ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΜΠΛΕ ΠΟΛΗΣ

Σε ένα ταξίδι στο Μαρόκο, ένα τυχαίο κυνήγι εικόνων στην Ταγγέρη οδηγεί τον αφηγητή και τη σύζυγό του στη Σεφσάουεν, τη «μπλε πόλη», όπου ένας άγνωστος σκηνοθέτης και μια ηλικιωμένη γυναίκα τους παρασύρουν σε μια απρόσμενη, σχεδόν κινηματογραφική συνάντηση. Μέσα από τα μπλε σοκάκια, ένα παλιό σπίτι και ένα σημείωμα με τη φράση «Μην προσπερνάς. Κοίτα», το κείμενο υφαίνει μια τρυφερή ιστορία για τη μνήμη, τη φιλοξενία και τη δύναμη των μικρών, ανεξήγητων στιγμών που μένουν μαζί μας.
Πιο αναλυτικά
Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης / Εικόνες: Ιωσήφ Μανίκης & Εύα Μιμιλίδου
Το ταξίδι μας στο Μαρόκο κυλούσε σαν αργόσυρτο ανατολίτικο τραγούδι. Οι μέρες γέμιζαν με βόλτες, ξεναγήσεις και μικρές περιπλανήσεις.
Τα βράδια μαζευόμασταν γύρω από ένα τραπέζι και οι κουβέντες κρατούσαν πάντα λίγο περισσότερο απ’ όσο σχεδιάζαμε.
Περπατήσαμε την πολύβουη Καζαμπλάνκα, το αριστοκρατικό Ραμπάτ και, τέλος, φτάσαμε στην Ταγγέρη. Είναι από εκείνες τις πόλεις που μοιάζουν να στέκονται ανάμεσα σε δύο κόσμους. Ίσως γι’ αυτό τόσοι άνθρωποι πέρασαν από εδώ και άφησαν κάτι από τον εαυτό τους.
Κι εκεί, σε μια μικρή γωνιά της Ταγγέρης, άρχισε η πιο απρόσμενη συνάντηση του ταξιδιού μας.
Σταθήκαμε να φωτογραφίσουμε το περίφημο Gran Café de Paris, με το φθαρμένο μεγαλείο του. Από τα τραπέζια του είχαν περάσει συγγραφείς, ζωγράφοι, άνθρωποι του κινηματογράφου.

Κι ενώ κοιτούσαμε τη βιτρίνα, ένας ηλικιωμένος κύριος με λευκό ψάθινο καπέλο, μαύρη κορδέλα και πυκνό άσπρο μούσι σηκώθηκε από μια γωνία και πλησίασε. Χαμογελούσε.
«Είστε επαγγελματίες φωτογράφοι», είπε με βεβαιότητα.
Γέλασα.
«Όχι. Ερασιτέχνες είμαστε. Τουρίστες από την Ελλάδα».
Κούνησε αρνητικά το κεφάλι.
«Είμαι σκηνοθέτης. Ξεχωρίζω τον τρόπο που στέκεται κάποιος πίσω από μια φωτογραφική μηχανή. Έχετε μάτι».
Χαμογέλασα ευγενικά. Δεν λέω, ίσως έχουμε μια κάποια φωτογραφική ματιά. Στα ταξίδια όμως η μηχανή μου βρίσκεται σχεδόν πάντα στη θέση AUTO και από τις ρυθμίσεις της γνωρίζω πολύ λιγότερα απ’ όσα φανταζόταν.

«Στο Σεφσάουεν θα πάτε;»
Απόρησα. Ήταν ο επόμενος σταθμός μας.
«Ναι».
Έβγαλε από την τσέπη μια επαγγελματική κάρτα.
«Πηγαίνετε σ’ αυτό το καφενείο. Αν βρείτε ελεύθερο τραπέζι, καθίστε χωρίς βιασύνη».
Δεν εξήγησε τίποτε άλλο.
Τον ευχαριστήσαμε και φύγαμε, βάζοντας την κάρτα στην τσέπη περισσότερο σαν ένα παράξενο ενθύμιο, χωρίς να φανταζόμαστε πού θα μας οδηγούσε.

Καθισμένοι σε καρέκλες μπλε μαζορέν, πίναμε με τη σύζυγό μου τον καφέ μας σ’ ένα μικρό καφενείο της Σεφσάουεν, της μυθικής “μπλε πόλης” του Μαρόκου. Ήταν το καφενείο που μας είχε υποδείξει ο σκηνοθέτης στην Ταγγέρη.
Ο ήλιος έγερνε πίσω από τις δίδυμες κορυφές του Ριφ και το φως απλωνόταν απαλά στα μπλε σοκάκια. Η Σεφσάουεν έμοιαζε να ηρεμεί χωρίς να χάνει τίποτε από τη ζωντάνια της. Χτισμένη τον 15ο αιώνα, πήρε το όνομά της από τις δύο κορυφές που την αγκαλιάζουν. Σημαίνει “τα δύο κέρατα”.

Από εκείνη την πόλη, πριν απ’ όλα, θυμάμαι το μπλε. Οι Εβραίοι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στην πόλη έβαψαν τα σπίτια τους σε όλους τους τόνους του μπλε, χρώμα που συμβόλιζε τον ουρανό και τον παράδεισο. Το μπλε έμεινε κι έγινε η ταυτότητα της Σεφσάουεν. Δεν είναι τυχαίο που πολλοί τη θεωρούν το κρυμμένο μαργαριτάρι του Μαρόκου.
Κοιτάζαμε τα στενά, τις σκάλες, τις αυλές και τις πόρτες, όλες βαμμένες σε διαφορετικές αποχρώσεις του ίδιου χρώματος. Τίποτε δεν έμοιαζε επιτηδευμένο. Το μπλε δεν κυριαρχούσε πάνω στην πόλη, είχε γίνει η φυσική της γλώσσα.

Η Σεφσάουεν δεν ήταν απλώς μια πόλη. Ήταν μια διάθεση.
Στην άκρη του καφενείου, σ’ ένα τραπέζι που έβλεπε προς το πέρασμα των περαστικών, καθόταν μια γυναίκα της περιοχής. Η γαλάζια μαντήλα και το παραδοσιακό της ένδυμα έδειχναν πως δεν ήταν επισκέπτρια. Έμοιαζε να παρατηρεί αθόρυβα τον κόσμο που περνούσε, σαν να είχε όλο τον χρόνο δικό της.
Δίπλα της καθόταν ένας Τουαρέγκ. Τα γκριζοπράσινα μάτια του ξεχώριζαν πάνω στο ηλιοκαμένο πρόσωπό του. Φορούσε το χαρακτηριστικό λουλακί ύφασμα των νομάδων της Σαχάρας, τυλιγμένο γύρω από το κεφάλι, που άφηνε ακάλυπτα μόνο τα μάτια.

Ετοιμαζόμασταν να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Η σύζυγός μου μάζευε τα πράγματά μας από το τραπέζι, όταν ο Τουαρέγκ σηκώθηκε αργά από τη θέση του, σαν άνθρωπος που είχε μόλις πάρει μια απόφαση. Τα μάτια του στάθηκαν για λίγο πάνω μου. Ύστερα πλησίασε και μου έδωσε ένα μικρό χαρτάκι, διπλωμένο στα τέσσερα.
Το κράτησα στο χέρι μου για ένα δευτερόλεπτο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε, σαν να φοβόμουν πως, ανοίγοντάς το, κάτι θα άλλαζε.
Το άνοιξα.
Ακολουθήστε με, έγραφε, με καθαρά, καλλιγραφικά γράμματα.
Έδειξα σιωπηλά το χαρτάκι στη σύζυγό μου. Δεν χρειάστηκε να πούμε λέξη. Σηκωθήκαμε σχεδόν ταυτόχρονα, σαν να βρισκόμασταν σε σκηνή που είχε ήδη σκηνοθετηθεί αλλού. Αφήσαμε πίσω μας το τραπέζι με τα άδεια φλιτζάνια και ακολουθήσαμε τη γυναίκα, που είχε ήδη αρχίσει να προχωρά στα σοκάκια της μπλε πόλης.
Ένα μέρος μου αναρωτιόταν αν κάναμε τρέλα. Γιατί μας καλούσαν; Τι περίμεναν από εμάς; Και γιατί τώρα; Όμως δεν μίλησα. Απλώς την ακολούθησα, με μια αδιόρατη προσμονή στην καρδιά.

Βάδιζε αργά και σταθερά. Κάθε βήμα έμοιαζε ζυγισμένο, σχεδόν τελετουργικό. Ο ήλιος είχε γείρει και άφηνε χρυσαφένιες ανταύγειες στις μπλε προσόψεις, ενώ από τα στενά ανέβαιναν αρώματα δυόσμου, κύμινου και γιασεμιού.
Περάσαμε μέσα από τα δαιδαλώδη δρομάκια της παλιάς πόλης, ανάμεσα στους πάγκους των εμπόρων. Εσπεριδοειδή στοιβαγμένα σαν μικροί ήλιοι, λινά υφάσματα και κεραμικά γέμιζαν τα στενά με χρώματα, ενώ οι φωνές των πωλητών μπλέκονταν με τον θόρυβο της αγοράς.

Ύστερα ο Τουαρέγκ και η γυναίκα πέρασαν σκυφτοί κάτω από μια χαμηλή στοά. Σκύψαμε κι εμείς και, εκείνη τη στιγμή, ένιωσα πως δεν περνούσαμε απλώς ένα στενό πέρασμα. Διαβαίναμε ένα κατώφλι.
Βρεθήκαμε σε μια μικρή αυλή. Στον πέτρινο περίβολό της ξεχώριζε μια παλιά κόκκινη ξύλινη πόρτα, ξεθωριασμένη από τον χρόνο. Πίσω της άνοιγε ένας διάδρομος με μπλε καμάρες, που οδηγούσε σ’ ένα λιτό δωμάτιο.
Δυο παράθυρα και ένας μικρός φεγγίτης άφηναν το φως να πέφτει λοξά στο δάπεδο, σχηματίζοντας φωτεινά γεωμετρικά σχέδια που μετακινούνταν μαζί με τον ήλιο.
Πάνω από το προσεγμένο κρεβάτι κρεμόταν μια εικόνα από μια γνωστή ταινία. Δεν ήταν τυπωμένη. Ήταν υφασμένη σε ηλεκτρονικό αργαλειό, σαν να είχε περάσει μια κινηματογραφική εικόνα μέσα από τα χέρια ενός παλιού υφαντή.

Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε ένα χαμηλό τραπεζάκι. Επάνω του μια στιλπνή τσαγιέρα, τρία μικρά ποτήρια κι ένα ανθοδοχείο με κατακόκκινα γαρίφαλα.
Η γυναίκα εμφανίστηκε μ’ ένα ζεστό, ήρεμο χαμόγελο.
«Καλώς ήρθατε», είπε.
Και για μια στιγμή νιώσαμε πως δεν ήμασταν πια τουρίστες.
Ήμασταν καλεσμένοι.
Η γυναίκα ήπιε μια γουλιά από το τσάι της και ακούμπησε ήρεμα την πλάτη της στην καρέκλα. Ύστερα μας κοίταξε.
«Ίσως αναρωτιέστε γιατί σας φέραμε εδώ».
Δεν απαντήσαμε.
«Ο φίλος μου, ο σκηνοθέτης, είναι παλιός γνώριμος. Κάποτε του είχα πει: “Αν συναντήσεις ανθρώπους που δεν βιάζονται να φύγουν από έναν τόπο, στείλε τους σε μένα”. Δεν ήξερα αν θα το θυμόταν».
Το χαμόγελό της άνοιξε λίγο περισσότερο.
«Κι όμως, το θυμήθηκε».
Έλυσε αργά τη γαλάζια μαντήλα της και την άφησε να γλιστρήσει στους ώμους της. Πυκνά λευκά μαλλιά φανερώθηκαν κάτω από το ύφασμα και το πρόσωπό της, σκαμμένο από τον χρόνο, απέκτησε μια παράξενη οικειότητα.

Έδειξε την υφαντή εικόνα στον τοίχο.
«Εγώ είμαι η μικρή αδερφή του ανθρώπου που βλέπετε εκεί».
Γύρισα πάλι το βλέμμα μου στην εικόνα. Τώρα η ομοιότητα με τον Τουαρέγκ μού φαινόταν ολοφάνερη.
«Ο αδερφός μου ήταν βοηθός παραγωγής στην ταινία. Από τότε αυτό το σπίτι έμεινε ανοιχτό. Πάντα περνούσαν άνθρωποι το κατώφλι του.
Δεν ήθελα να σταματήσει αυτό».
Το βλέμμα της στάθηκε για λίγο στα γαρίφαλα.
«Τα αλλάζω κάθε τρεις μέρες», είπε σχεδόν απολογητικά. «Το συνήθισα… Σαν να είναι ακόμη εδώ».
Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Ύστερα μας ευχήθηκε μόνο:
«Χάρηκα που ήρθατε».
Καθώς έφευγε, ακούμπησε πάνω στο τραπέζι ένα κατακόκκινο γαρίφαλο.
Η πόρτα έκλεισε μαλακά πίσω της.

Μόνο τότε πρόσεξα πως κάτω από το γαρίφαλο υπήρχε ένα μικρό, διπλωμένο χαρτάκι.
Το άνοιξα.
Επάνω του ήταν γραμμένες μόνο τρεις λέξεις.
“Μην προσπερνάς. Κοίτα”.
Για μια στιγμή δεν βρισκόμουν πια στη Σεφσάουεν.
Θυμήθηκα τη γιαγιά μου. Κάθε φορά που φεύγαμε από το σπίτι της, μας έβαζε στο χέρι λίγα φύλλα βασιλικού. Δεν εξηγούσε ποτέ γιατί. Μας συνόδευε ως την αυλόπορτα, χαμογελούσε και μας αποχαιρετούσε.
Χρόνια αργότερα, ανοίγοντας κάποιο παλιό βιβλίο, έπεφτε από τις σελίδες του ένα ξεραμένο φύλλο βασιλικού. Κάθε φορά η αυλή της, η μυρωδιά του καλοκαιριού και το χαμόγελό της γύριζαν κοντά μου, σαν να μην είχαν φύγει ποτέ.
Δίπλωσα προσεκτικά το χαρτάκι, το έβαλα στην τσέπη μου και πήρα το γαρίφαλο στο χέρι.
Ίσως κάποτε, ανοίγοντας ένα βιβλίο, να πέσει από τις σελίδες του κι αυτό το γαρίφαλο.

Βιογραφικά:
Ο Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).
Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.
Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.
Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece.
Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στο βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στη Θεσσαλονίκη.
Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό.
–
Η Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.
Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.
Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.
Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Η αγάπη της για τη φωτογραφία συνδυάζεται με το πάθος της για τα ταξίδια και με τον σύζυγό της περιηγούνται σε διάφορα μέρη του κόσμου.