ΝΥΧΤΑ ΣΤΙΣ ΣΥΡΑΚΟΥΣΕΣ: ΤΟ ΣΙΚΕΛΙΚΟ ΜΠΑΡΟΚ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Η νυχτερινή Ορτυγία στις Συρακούσες παρουσιάζεται ως ένα ζωντανό υπαίθριο μουσείο, όπου το σικελικό μπαρόκ, η αρχαία ελληνική κληρονομιά και οι τοπικοί μύθοι συνυπάρχουν αρμονικά. Από την Πιάτσα Ντουόμο και τον Καθεδρικό Ναό, χτισμένο πάνω στα απομεινάρια του Ναού της Αθηνάς, μέχρι την Κρήνη της Αρέθουσας και τα ιστορικά παλάτια και σοκάκια, το άρθρο αναδεικνύει τη μοναδική ατμόσφαιρα μιας πόλης όπου το παρελθόν παραμένει ζωντανό μέσα στο παρόν.
Πιο αναλυτικά
Εικόνες-Κείμενο: Πλάτων Κλεανθίδης
Όταν πέφτει η νύχτα, το νησί της Ορτυγίας, στις Συρακούσες της Σικελίας, μεταμορφώνεται σε ένα ζωντανό, υπαίθριο μουσείο. Από το γυαλισμένο πλακόστρωτο της Πιάτσα Ντουόμο και τους δωρικούς κίονες 2.500 ετών που ξεπροβάλλουν μέσα από τους τοίχους του Καθεδρικού Ναού, μέχρι τα στενά σοκάκια και τη μυθική Κρήνη της Αρέθουσας που «αγκαλιάζει» το Ιόνιο Πέλαγος.
Η περιήγηση στις Συρακούσες ξεκινά από το νησί της Ορτυγίας, την ιστορική καρδιά της πόλης. Όταν πέφτει η νύχτα, το σκηνικό μεταμορφώνεται. Τα μπαρόκ κτίρια από ηφαιστειακή πέτρα και λευκό τόφφο αντανακλούν το ζεστό φως των προβολέων, καθώς ο ουρανός παίρνει ένα βαθύ μπλε χρώμα.
Το κέντρο της ζωής εδώ είναι η Πιάτσα Ντουόμο. Η φωτισμένη πρόσοψη του Καθεδρικού Ναού αναδεικνύει τις μπαρόκ λεπτομέρειές της, οι οποίες καθρεφτίζονται στο γυαλισμένο πλακόστρωτο της πλατείας. (Φωτο 1) Η σημερινή μπαρόκ μορφή της πρόσοψης είναι έργο του αρχιτέκτονα Andrea Palma. Σχεδιάστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1693, ο οποίος είχε ισοπεδώσει τη νοτιοανατολική Σικελία.

Στην είσοδο του ναού, η ιστορία συνδέεται άρρηκτα με τη γλυπτική. Στη βάση των σκαλιών δεσπόζουν δύο μαρμάρινα αγάλματα που φιλοτεχνήθηκαν το 1746 από τον σπουδαίο Σικελό γλύπτη Ignazio Marabitti. Στην αριστερή πλευρά στέκεται ο Απόστολος Πέτρος, εύκολα αναγνωρίσιμος από τα κλειδιά που κρατά στο χέρι του (Φωτο 2). Ακριβώς απέναντι, στη δεξιά πλευρά, βρίσκεται ο Απόστολος Παύλος, με το χέρι του υψωμένο σε μια δυναμική, σχεδόν θεατρική κίνηση κηρύγματος (Φωτο 3).


Προσπερνώντας την μπαρόκ πρόσοψη και περπατώντας στα πλαϊνά του κτιρίου, αποκαλύπτεται η βαθύτερη ιστορία του μνημείου. Ο βραδινός φωτισμός δημιουργεί έντονες σκιές που φέρνουν στην επιφάνεια τον αρχικό του σκελετό: τους μεγάλους, αυλακωτούς δωρικούς κίονες του αρχαίου ελληνικού Ναού της Αθηνάς, ο οποίος χρονολογείται από τον 5ο αιώνα π.Χ. (Φωτο 4). Όταν ο ειδωλολατρικός ναός μετατράπηκε σε χριστιανική βασιλική τον 7ο αιώνα μ.Χ., οι Βυζαντινοί δεν κατέστρεψαν το αρχαίο κτίσμα. Αντίθετα, έχτισαν πέτρινους τοίχους ανάμεσα στις εξωτερικές κολώνες. Έτσι, οι δωρικοί κίονες ηλικίας 2.500 ετών ξεπροβάλλουν μέχρι σήμερα μέσα από τους μεσαιωνικούς τοίχους, συνδέοντας άμεσα την κλασική αρχαιότητα με το σικελικό μπαρόκ.

Τα Ιστορικά Κτίρια της Πιάτσα Ντουόμο
Σε άμεση γειτνίαση με τον Καθεδρικό Ναό, η πλατεία ξεδιπλώνει τη διοικητική και αρχιτεκτονική της ιστορία. Ακριβώς δίπλα στο ναό βρίσκεται το Palazzo Vermexio (ή Palazzo del Senato), το οποίο στεγάζει σήμερα το Δημαρχείο της πόλης (Φωτο 5). Σχεδιασμένο τον 17ο αιώνα από τον αρχιτέκτονα Giovanni Vermexio, κρύβει μια μοναδική λεπτομέρεια: στην αριστερή γωνία του κεντρικού γείσου ξεχωρίζει σκαλισμένη μια μικρή σαύρα (ή γκέκο), η οποία αποτελούσε το χαρακτηριστικό παρατσούκλι και την κρυφή υπογραφή του δημιουργού της.

Η μπαρόκ δομή του παλατιού κρύβει, όμως, και ένα βαθύτερο μυστικό στα θεμέλιά της, όπου αναπαύονται τα ερείπια του αρχαίου Ιωνικού Ναού της Αρτέμιδος.
Από την άλλη πλευρά του Καθεδρικού Ναού υψώνεται το επιβλητικό Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο (Palazzo Arcivescovile) (Φωτο 6). Το παλάτι αυτό, που αποτελεί την έδρα της Αρχιεπισκοπής, χτίστηκε αρχικά το 1618 σε σχέδια του Andrea Vermexio, συνδυάζοντας σήμερα στοιχεία ύστερου μπαρόκ και κατοπινών νεοκλασικών παρεμβάσεων. Στο εσωτερικό του φιλοξενούνται η ιστορική Αλαγωνιανή Βιβλιοθήκη με σπάνια χειρόγραφα, καθώς και μια πολύτιμη συλλογή ιερών κειμηλίων, ενώ στο προαύλιό του διασώζεται ανέπαφο ένα μεσαιωνικό παρεκκλήσι από την εποχή των Σουηβών.

Ακριβώς απέναντι, η αρχιτεκτονική συμφωνία της πλατείας συμπληρώνεται από το Palazzo Beneventano del Bosco (Φωτο 7). Το κτίριο αυτό αποτελεί ένα από τα κορυφαία δείγματα του ύστερου σικελικού μπαρόκ στην Ορτυγία. Στο παρελθόν άνοιξε τις πύλες του σε εμβληματικές ιστορικές προσωπικότητες, φιλοξενώντας τον Βρετανό Ναύαρχο Οράτιο Νέλσον το 1798, αλλά και τον Βασιλιά Φερδινάνδο Γ’ των Βουρβόνων. Σήμερα, τα κομψά σφυρήλατα μπαλκόνια του υψώνονται πάνω από τα τραπεζάκια των καφέ, θυμίζοντας με έναν πιο ανάλαφρο τρόπο την αριστοκρατική ιστορία του παλατιού (Φωτο 8).


Λίγο πιο κάτω, η oικιστική γραμμή της πλατείας συνεχίζεται με το Palazzo Arezzo della Targia (Φωτο 9). Το κύριο αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό του είναι η κομψή καμπυλωτή πρόσοψή του, σχεδιασμένη από τον αρχιτέκτονα Luciano Alì, η οποία μελετήθηκε έτσι ώστε να ακολουθεί αρμονικά το ελλειπτικό σχήμα της Piazza Duomo και να «αγκαλιάζει» οπτικά τον υπόλοιπο χώρο.

Η περιήγηση στην πλατεία ολοκληρώνεται στο νότιο άκρο της, όπου δεσπόζει επιβλητικά ο ναός της Santa Lucia alla Badia (Φωτο 10). Η εκκλησία είναι αφιερωμένη στην Αγία Λουκία, την πολιούχο των Συρακουσών, και ξεχωρίζει για την ανάλαφρη μπαρόκ πρόσοψή της και το χαρακτηριστικό σφυρήλατο σιδερένιο μπαλκόνι της. Ο ναός αυτός είναι στενά συνδεδεμένος με την ιστορία της τέχνης, καθώς για ένα μεγάλο διάστημα φιλοξένησε το αριστουργηματικό έργο «Η Ταφή της Αγίας Λουκίας» (1608), το οποίο ζωγράφισε ο Caravaggio κατά τη διάρκεια της ταραγμένης φυγής του στις Συρακούσες, πριν το έργο επιστρέψει στον αρχικό του ναό εκτός των τειχών (Φωτο 11).


Μέσα στα Σοκάκια της Ιστορίας
Καθώς αφήνεις για λίγο την κεντρική πλατεία και βυθίζεσαι στα στενά σοκάκια της Ορτυγίας (Φωτο 12-16), ο δρόμος σε βγάζει στη Via Saverio Landolina. Εκεί ορθώνεται η τεράστια πρόσοψη της Chiesa del Collegio dei Gesuiti (Φωτο 17) – ένα κτίριο επιβλητικό, με γιγαντιαίους κορινθιακούς κίονες και περίτεχνα σκαλίσματα, στριμωγμένο μέσα σε ένα στενό μεσαιωνικό δρομάκι. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη μπαρόκ εκκλησία σε ολόκληρο το νησί, η οποία χρειάστηκε περισσότερα από 50 χρόνια για να ολοκληρωθεί. Η νυχτερινή περιπλάνηση συνεχίζεται ανάμεσα στα ιστορικά κτίρια της Ορτυγίας και τις ζωντανές γωνιές των γραφικών εστιατορίων (Φωτο 18-23).












Αφήνοντας πίσω την Piazza del Duomo, τα βήματά σου σε οδηγούν στην καρδιά της Ορτυγίας, στην κομψή Πλατεία Αρχιμήδη (Piazza Archimede), αφιερωμένη στον σπουδαιότερο επιστήμονα της αρχαιότητας και γιο των Συρακουσών. Η πλατεία αυτή φιλοξενεί ένα από τα πιο ρομαντικά και θεατρικά αξιοθέατα της πόλης: τη μεγαλοπρεπή Κρήνη της Αρτέμιδος (Fontana di Diana), έργο του Ιταλού γλύπτη Giulio Moschetti που ολοκληρώθηκε το 1907 (Φωτο 24). Η εντυπωσιακή αυτή γλυπτική σύνθεση αναπαριστά με μοναδική δυναμική τον αρχαιοελληνικό μύθο της νύμφης Αρέθουσας, η οποία μεταμορφώνεται σε πηγή νερού από τη θεά Άρτεμη (Diana) για να ξεφύγει από τον επίμονο έρωτα του ποτάμιου θεού Αλφειού.

Εκεί που ο Μύθος Συναντά το Ιόνιο
Η νυχτερινή περιπλάνηση στην Ορτυγία φτάνει στο πιο ποιητικό και μυθικό της σημείο καθώς πλησιάζεις στα δυτικά τείχη, εκεί όπου η ξηρά συναντά το Ιόνιο Πέλαγος. Ατενίζοντας τη θάλασσα, η φωτισμένη ακτογραμμή της Ορτυγίας με τα ιστορικά της κτίρια καθρεφτίζεται μαγικά στα σκοτεινά νερά, ενώ ξεχωρίζει επιβλητική η παραθαλάσσια πρόσοψη και ο ορατός τρούλος του Ναού του Αγίου Πνεύματος (Chiesa dello Spirito Santo) (Φωτο 25). Λίγο πιο πέρα, αποκαλύπτεται η περίφημη Κρήνη της Αρέθουσας (Fonte Aretusa) (Φωτο 26-27). Στο σκοτάδι, η ηρεμία του γλυκού νερού που αναβλύζει εκατοστά μακριά από την αλμυρή θάλασσα και ο ψίθυρος των καταπράσινων παπύρων που λικνίζονται απαλά στην αύρα δημιουργούν μια σχεδόν απόκοσμη, ρομαντική ατμόσφαιρα.



Εδώ είναι το μέρος όπου ολοκληρώνεται ο μύθος που ξεκίνησε στην Πλατεία Αρχιμήδη. Η νύμφη Αρέθουσα, στην προσπάθειά της να ξεφύγει από τον επίμονο κυνηγό της, τον ποτάμιο θεό Αλφειό, ζήτησε τη βοήθεια της θεάς Αρτέμιδος. Η θεά τη μεταμόρφωσε σε μια υπόγεια πηγή, η οποία ταξίδεψε κάτω από τον βυθό της Μεσογείου ξεκινώντας από την Πελοπόννησο, για να αναδυθεί τελικά σε αυτό ακριβώς το σημείο της Σικελίας. Ο Αλφειός όμως δεν πτοήθηκε·μεταμορφώθηκε σε ποτάμι, ακολούθησε τα βήματά της κάτω από τη θάλασσα και ένωσε για πάντα τα νερά του μαζί της, σφραγίζοντας έναν αιώνιο έρωτα υπό το φως του φεγγαριού (Φωτο 28).

Επίλογος
Καθώς η νύχτα προχωρά και οι ήχοι της πόλης χαμηλώνουν, οι Συρακούσες δεν μοιάζουν απλώς με έναν όμορφο προορισμό, αλλά με ένα ζωντανό υπαίθριο μουσείο. Στην Ορτυγία, το παρελθόν δεν είναι θαμμένο· είναι πανέμορφα ενσωματωμένο στο παρόν. Οι ίδιοι τοίχοι που στήριζαν τις λατρείες της αρχαίας Ελλάδας στεγάζουν σήμερα τη χριστιανική πίστη, οι μύθοι των θεών, των ποταμών και των νυμφών ζωντανεύουν μέσα από το τρεχούμενο νερό, ενώ τα μπαρόκ μπαλκόνια υψώνονται φωτισμένα πάνω από τα γεμάτα ζωντάνια σοκάκια.
Φεύγοντας από την πόλη, καθώς το φεγγάρι χαράζει ένα φωτεινό μονοπάτι πάνω στο απέραντο Ιόνιο, σου μένει η γλυκιά αίσθηση ότι περπάτησες μέσα στο χρόνο, εκεί όπου η λευκή πέτρα κρατά ζωντανές τις μνήμες αιώνων.