Η ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ ΠΟΥ ΛΑΜΠΕΙ ΟΤΑΝ ΠΕΦΤΕΙ Ο ΗΛΙΟΣ

Το άρθρο παρουσιάζει το Μαρακές ως έναν προορισμό γεμάτο αντιθέσεις, χρώματα και ένταση, όπου η παράδοση συνυπάρχει με την πολυτέλεια και τη σύγχρονη τουριστική ανάπτυξη. Μέσα από μια τετραήμερη περιήγηση σε κήπους, παλάτια, τζαμιά, αγορές και την έρημο Αγκάφαϊ, αναδεικνύονται η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, οι αισθήσεις, οι γεύσεις και η ζωντανή καθημερινότητα της πόλης, με αποκορύφωμα την πολύβουη πλατεία Jemaa el-Fna.
Πιο αναλυτικά
Εικόνες: Γιώργος Κοντός
Υπάρχουν προορισμοί που χαζεύεις σε φωτογραφίες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και φαντάζεσαι για λίγο τον εαυτό σου εκεί, σαν πρωταγωνιστή σε μια ιστορία που θα ήθελες να ζήσεις.
Κι όμως, τους αφήνεις πάντα σε δεύτερη μοίρα. Ζυγίζεις την απόσταση, προτιμάς συνήθως τη βόρεια Ευρώπη, ίσως φοβάσαι λίγο το άγνωστο και βασίζεσαι σε όσα έχεις ακούσει γι’ αυτά τα μέρη.
Ένας τέτοιος προορισμός είναι και το Μαρόκο, μια κουκκίδα στον χάρτη γεμάτη χρώματα, αρώματα και σπουδαία αρχιτεκτονική, που αρκεί να βρεθεί μπροστά σου για να σε μαγέψει με την πρώτη ματιά.
Με αφορμή το εκπαιδευτικό ταξίδι που διοργάνωσαν το ταξιδιωτικό γραφείο Genius Travel, με τον διευθυντή του, Γιώργο Γιαλαμά, με χορηγό αερομεταφορών την Aegean Airlines, επισκεφθήκαμε για τέσσερις ημέρες το κόκκινο Μαρακές, την πόλη που μοιάζει να ξεπηδά από την άμμο της ερήμου. Εκεί πήραμε μια πρώτη γεύση από τα ταξιδιωτικά προγράμματα που έχουν ήδη ξεκινήσει, συνδέοντας την Ευρώπη με τη Βόρεια Αφρική μέσα από οργανωμένες περιηγήσεις.
Το ταξίδι μας ξεκίνησε στις τέσσερις το πρωί, από το αεροδρόμιο «Μακεδονία», με προορισμό την Αθήνα. Από εκεί επιβιβαστήκαμε στο αεροπλάνο για μια πτήση περίπου τεσσάρων ωρών. Στη διαδρομή, ρίχναμε κλεφτές ματιές από το παράθυρο στην Ιταλία, την Τυνησία και την Αλγερία, μέχρι που, λίγο πριν από την προσγείωση, εμφανίστηκε μπροστά μας μια πόλη κατακόκκινη και συνάμα καταπράσινη.
Με το που φτάσαμε στο αεροδρόμιο, η σκόνη της ερήμου έμοιαζε να μας υποδέχεται, ενώ η διαδρομή προς την πόλη ξεδιπλωνόταν ανάμεσα σε φοίνικες και χαμηλά, κόκκινα κτίρια. Καθώς περνούσε η ημέρα, οι αποχρώσεις τους άλλαζαν, γλυκαίνοντας προς το σομόν και το πορτοκαλί. Το αποκορύφωμα ερχόταν την ώρα του ηλιοβασιλέματος, όταν οι προσόψεις φωτίζονταν από το τελευταίο φως της ημέρας και έμοιαζαν να λάμπουν κάτω από τα μυθικά χρώματα του ουρανού.

Στο Μαρακές, το να διασχίσεις έναν δρόμο ή να παρακολουθήσεις την κίνηση από το παράθυρο του αυτοκινήτου ή του λεωφορείου είναι από μόνο του μια εμπειρία. Μηχανάκια που ξεπροβάλλουν από παντού, αυτοκίνητα που κινούνται με μια άνεση που δύσκολα θα περίμενες, άμαξες με άλογα και τουρίστες στους κεντρικούς δρόμους, αλλά και πεζοί που βρίσκουν τον τρόπο να περάσουν ανάμεσά τους, συνθέτουν ένα σκηνικό που αρχικά σε κάνει να απορείς και στη συνέχεια να παρακολουθείς με αμείωτο ενδιαφέρον.
Κι εκεί που προσπαθείς να αποκωδικοποιήσεις αυτό το ιδιότυπο χάος, το βλέμμα σου πέφτει σε χωράφια με καμήλες που ξεκουράζονται ήσυχα. Είναι αυτή η απότομη εναλλαγή εικόνων που κάνει το Μαρακές τόσο ξεχωριστό: μια πόλη γεμάτη αντιθέσεις, όπου η ένταση της καθημερινότητας συναντά την ηρεμία του αφρικανικού τοπίου.

Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο, τα αυτιά σου πιάνουν διάσπαρτες λέξεις στα γαλλικά και τα αραβικά, μέσα σε ένα πολυπολιτισμικό γλωσσικό πλέγμα.
Η πρώτη μας στάση είναι οι παραμυθένιοι κήποι Jardin Majorelle, ένας από τους πιο διάσημους βοτανικούς και καλλιτεχνικούς κήπους του κόσμου, και δικαίως. Αφήνουμε για λίγο πίσω μας το κόκκινο της πόλης και ακολουθούμε διαδρομές ανάμεσα σε εντυπωσιακούς κάκτους, εξωτικά φυτά, πανύψηλα δέντρα και μικρές λίμνες με τεράστια ψάρια, σε ένα σκηνικό που μοιάζει να ισορροπεί ανάμεσα στην Ανδαλουσία και την Αφρική. Ανάμεσα στο πράσινο, το έντονο μπλε των κτιρίων και το κίτρινο δημιουργούν μια παλέτα που μοιάζει βγαλμένη από πίνακα ζωγραφικής.

Ο κήπος δημιουργήθηκε από τον Γάλλο ζωγράφο Ζακ Μαζορέλ, ο οποίος άρχισε να τον διαμορφώνει τη δεκαετία του 1920. Το 1980, ο Ιβ Σεν Λοράν και ο σύντροφός του, Πιερ Μπερζέ, αγόρασαν την έκταση, σώζοντάς την από την κατεδάφιση και διατηρώντας την ιδιαίτερη ομορφιά της. Ο διάσημος σχεδιαστής ανέπτυξε μια βαθιά σχέση με το Μαρακές, βρίσκοντας στην πόλη και στα χρώματά της έμπνευση για το έργο του.
Στο συγκρότημα βρίσκεται και η Villa Oasis, η ιδιωτική κατοικία που αποτέλεσε προσωπικό καταφύγιο για τον ίδιο και τον Μπερζέ. Λίγο πιο κάτω, το μουσείο Pierre Bergé des Arts Berbères φιλοξενεί αντικείμενα και έργα της βερβερικής τέχνης και πολιτιστικής παράδοσης, αποκαλύπτοντας μια ακόμη πλευρά της ταυτότητας του Μαρόκου. Σε κοντινή απόσταση βρίσκεται και το Musée Yves Saint Laurent Marrakech, αφιερωμένο στον κόσμο του οίκου Yves Saint Laurent, με δημιουργίες υψηλής ραπτικής, σχέδια και αρχειακό υλικό που φωτίζουν τη σχέση του σχεδιαστή με την πόλη.

Επόμενη στάση, το Dar El Bacha, ένα από εκείνα τα μέρη που σε κάνουν να κοντοστέκεσαι για να παρατηρήσεις κάθε λεπτομέρεια. Στην καρδιά της παλιάς Μεδίνας, το παλάτι χτίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα ως κατοικία του Θαμί Ελ Γκλαουί, πασά του Μαρακές, και σήμερα στεγάζει το Μουσείο των Συγκλίσεων (Musée des Confluences). Περνώντας στο εσωτερικό, σε υποδέχονται οι περίτεχνοι γεωμετρικοί διάκοσμοι, τα σκαλιστά ξύλινα ταβάνια και τα πολύχρωμα πλακάκια. Πέρα από τη θεαματική αρχιτεκτονική, η μυρωδιά από τις πορτοκαλιές της εσωτερικής αυλής είναι εκείνη που σε συνοδεύει σε όλη την περιήγηση και μένει στη μνήμη σου.
Ένα γλυκό, διακριτικό άρωμα εσπεριδοειδών απλώνεται στον χώρο και σε ακολουθεί από αίθουσα σε αίθουσα, σαν να σου υπενθυμίζει πως ακόμη και μέσα σε ένα παλάτι γεμάτο ιστορία και τέχνη, η φύση έχει τον δικό της τρόπο να πρωταγωνιστεί. Κι όταν το βλέμμα σου επιστρέφει στην αυλή, το πράσινο των δέντρων, οι πορτοκαλί καρποί και το φως που περνά ανάμεσα στα κλαδιά συνθέτουν μια εικόνα που απολαμβάνεις με όλες τις αισθήσεις.

Πίσω από αυτή την αρχιτεκτονική ομορφιά κρύβεται και μια ιστορία εξουσίας και πολιτισμικών συναντήσεων. Οι αίθουσες του παλατιού φιλοξενούσαν άλλοτε σημαντικούς επισκέπτες, ενώ σήμερα το μουσείο αναδεικνύει τις διαφορετικές επιρροές που διαμόρφωσαν τον μαροκινό πολιτισμό. Κι αφού περιπλανηθείς στους χώρους του, η εμπειρία συνεχίζεται στο Bacha Coffee, το διάσημο καφέ που στεγάζεται στο ίδιο ιστορικό συγκρότημα. Με την εντυπωσιακή διακόσμηση, τα μαρμάρινα τραπέζια και την ατμόσφαιρα άλλης εποχής, απολαμβάνεις έναν από τους πιο γευστικούς καφέδες του Μαρόκου.
Το βλέμμα σου, όμως, δύσκολα ξεφεύγει από το ζελίγκ, την παραδοσιακή μαροκινή τέχνη των χειροποίητων πλακιδίων. Μικρά κομμάτια κεραμικού, κομμένα με ακρίβεια και τοποθετημένα ένα προς ένα, ενώνονται σε περίτεχνα γεωμετρικά μοτίβα που διακοσμούν τοίχους, αυλές, σιντριβάνια και παλάτια. Κάθε σύνθεση μοιάζει με μικρό έργο τέχνης, αποκαλύπτοντας την υπομονή, τη δεξιοτεχνία και την αισθητική παράδοση που χαρακτηρίζουν τη μαροκινή αρχιτεκτονική.

Ο ήλιος πέφτει κι εμείς αφήνουμε πίσω την παλιά πόλη και κατευθυνόμαστε προς τη γαλλική, πολυτελή συνοικία. Εκεί φτάνουμε στο ιστορικό Jad Mahal, ένα riad-εστιατόριο που συνδυάζει το εξαιρετικό φαγητό, το καλό κρασί και το live show. Είναι ένα από τα πιο γνωστά και διαχρονικά στέκια της νυχτερινής ζωής του Μαρακές, με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, ανατολίτικη ατμόσφαιρα και βραδιές που μετατρέπουν το δείπνο σε ολοκληρωμένη εμπειρία διασκέδασης.
Η Γαλλική συνοικία του Μαρακές αποτελεί ένα κομμάτι εντελώς διαφορετικό από την υπόλοιπη πόλη. Μακριά από τα στενά της Μεδίνας, εδώ κυριαρχούν οι μεγάλες luxury βίλες, τα πολυτελή ξενοδοχεία, τα καζίνο και τα κοσμοπολίτικα κλαμπ. Ένας κόσμος πιο σύγχρονος και εκλεπτυσμένος, θα έλεγε κανείς ευρωπαϊκός, όπου η ανατολίτικη αύρα δίνει τη θέση της στη νυχτερινή ζωή, την πολυτέλεια και τη διασκέδαση. Είναι σαν να αλλάζεις σκηνικό μέσα σε λίγα λεπτά, ανακαλύπτοντας μια πλευρά του Μαρακές που δύσκολα φαντάζεσαι όσο περιπλανιέσαι στα σοκάκια του κέντρου.

Η δεύτερη μέρα μας βρίσκει ξανά στη Μεδίνα, εκεί μας ξεναγεί ο τουριστικός πράκτορας και ξεναγός Στέφανος Χατζημανώλης. Πρώτη στάση στο Τζαμί Κουτούμπια, μπροστά στον εντυπωσιακό, τετράγωνο μιναρέ του, που δεσπόζει μέσα στο καταπράσινο τοπίο των γύρω κήπων. Το τέμενος χτίστηκε το 1147, επί δυναστείας των Αλμοαδών, και ο μιναρές του φτάνει περίπου τα 70 μέτρα, σύμφωνα με όσα μας εξηγεί ο ξεναγός μας. Τον ίδιο αρχιτεκτονικό χαρακτήρα συναντάμε και σε δύο ακόμη εμβληματικά μνημεία: τον Πύργο Χασάν στο Ραμπάτ και τη Χιράλδα στη Σεβίλλη της Ισπανίας. Πρόκειται για μνημεία που συνδέονται με την αρχιτεκτονική παράδοση των Αλμοαδών, η οποία αναπτύχθηκε τόσο στη Βόρεια Αφρική όσο και στην Ιβηρική Χερσόνησο.
Η ισλαμική αρχιτεκτονική του Μαρόκου παρουσιάζει ενδιαφέρουσες συγγένειες με εκείνη του Ουζμπεκιστάν, μέσα από μια συνάντηση διαφορετικών πολιτισμικών παραδόσεων. Στο Μαρακές, μάλιστα, το ύψος των κτιρίων παραμένει περιορισμένο στους πέντε ορόφους, ώστε ο μιναρές της Κουτούμπια να εξακολουθεί να ξεχωρίζει στον ορίζοντα της πόλης. Ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί εντύπωση είναι ότι η είσοδος στο εσωτερικό του τζαμιού δεν επιτρέπεται στους μη μουσουλμάνους επισκέπτες. Η περιήγησή μας συνεχίζεται στους γύρω κήπους, με τον μιναρέ να παραμένει σταθερό σημείο αναφοράς.

Το Τζαμί Κουτούμπια αποτελεί μέρος ενός συμπλέγματος κτιρίων, του λεγόμενου κουλιέ, στο οποίο περιλαμβάνονταν, σύμφωνα με όσα μας εξηγούν, πτωχοκομείο, ιεροδιδασκαλείο και το ίδιο το τέμενος.
Είναι γνωστό και ως Τζαμί των Βιβλιοπωλών, καθώς, πήρε το όνομά του από τους πωλητές χειρογράφων της αγοράς που λειτουργούσε δίπλα του. Αξίζει να σημειωθεί πως δεν μπορεί κανείς να ανέβει στον μιναρέ, με εξαίρεση τον καλύτερο Χαφίζ, ο οποίος έχει αυτό το δικαίωμα μία φορά τον χρόνο.

Επόμενη στάση, η Medersa Ben Youssef, ένα από τα πιο εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά μνημεία της Μεδίνας. Πρόκειται για ένα ιστορικό ισλαμικό ιεροδιδασκαλείο του 16ου αιώνα, όπου η μαροκινή τέχνη αποκαλύπτεται σε κάθε γωνιά.
Μπαίνοντας στην κεντρική αυλή, το βλέμμα πέφτει στα περίτεχνα ζελίγκ, τα πολύχρωμα γεωμετρικά πλακίδια που καλύπτουν τους τοίχους, στον σκαλιστό γύψο και στις ξύλινες οροφές από κέδρο, με κάθε λεπτομέρεια να μαρτυρά την εξαιρετική δεξιοτεχνία των τεχνιτών. Στο κέντρο, μια δεξαμενή νερού αντανακλά το φως και δημιουργεί μια αίσθηση ηρεμίας, ενώ γύρω της απλώνονται οι στοές και τα μικρά δωμάτια όπου διέμεναν οι μαθητές. Είναι από εκείνα τα μέρη όπου η αρχιτεκτονική δεν λειτουργεί απλώς ως διακόσμηση, αλλά αποκαλύπτει έναν ολόκληρο πολιτισμό, την ιστορία και την αισθητική του.

Λίγο πριν πέσει ξανά ο ήλιος, κατευθυνόμαστε προς την έρημο Αγκάφαϊ. Στη διαδρομή συναντάμε μια διαφορετική όψη του Μαρακές, μακριά από τις πολυτελείς βιτρίνες και τα εντυπωσιακά αξιοθέατα. Φτωχότερες συνοικίες, υπαίθρια παζάρια, μικρές αυτοσχέδιες καντίνες με street food, πρόχειροι πάγκοι με φρούτα και λαχανικά και παιδιά που παίζουν με μια μπάλα ποδοσφαίρου ανάμεσα σε πέτρες και λάσπες συνθέτουν εικόνες της καθημερινότητας που συνυπάρχουν με τη λαμπερή πλευρά της πόλης.
Λίγο αργότερα, το σκηνικό αλλάζει ξανά. Πολυτελή καταλύματα μέσα στο πετρώδες τοπίο, διαδρομές με καμήλες και βόλτες με γουρούνες μάς φέρνουν στην καρδιά της Αγκάφαϊ, την ώρα που ο ήλιος αρχίζει να χάνεται πίσω από την οροσειρά του Άτλαντα. Το φως βάφει τους λόφους σε αποχρώσεις του χρυσού και του κεραμιδί, κι εμείς παρακολουθούμε το ηλιοβασίλεμα σε ένα τοπίο εντελώς διαφορετικό από εκείνο που αφήσαμε πίσω μας λίγη ώρα νωρίτερα.

Η τελευταία ημέρα μας βρίσκει στην εμβληματική Jemaa el-Fna, την πλατεία που, για μένα, συμπυκνώνει ολόκληρη την ψυχή του Μαρακές.
Ένα σκηνικό που μοιάζει να έχει ξεπηδήσει από τις «Χίλιες και Μία Νύχτες», εκεί όπου η καθημερινότητα μετατρέπεται σε ένα αδιάκοπο θέαμα και κάθε γωνιά κρύβει μια διαφορετική ιστορία. Κάτω από τις χαρακτηριστικές πράσινες ομπρέλες, γητευτές φιδιών συνοδεύουν με τη μουσική τους τις κινήσεις των ερπετών, ενώ μαϊμούδες δεμένες με αλυσίδες κοιτούν τους περαστικούς στα μάτια. Πλανόδιοι πωλητές σερβίρουν σαλιγκάρια σε μικρά μπολ, γυναίκες απλώνουν τα υλικά τους για τα περίτεχνα σχέδια χένας και τραβούν τις νεαρές τουρίστριες προς τα χαλιά τους, ενώ πάγκοι γεμάτοι φρούτα, μπαχαρικά, πλεκτές τσάντες και κεραμικά συνθέτουν ένα πολύχρωμο μωσαϊκό εικόνων.

Οι φωνές των εμπόρων, οι μελωδίες των μουσικών και οι μυρωδιές του δρόμου μπλέκονται σε μια ατμόσφαιρα σχεδόν θεατρική, που δεν παρακολουθείς απλώς ως επισκέπτης, αλλά γίνεσαι για λίγο μέρος της εμπειρίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η Jemaa el-Fna αναγνωρίστηκε από την UNESCO το 2001 ως στοιχείο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας· η αξία της βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη ζωντανή παράδοση, που συνεχίζει να δίνει τον δικό της παλμό στην πόλη. Μόλις νυχτώσει, τα ερπετά και οι μαϊμούδες απομακρύνονται και ξεκινά το μαγείρεμα τοπικών φαγητών, ενώ τους αυτοσχέδιους πάγκους διαδέχονται μουσικοί και χορευτές.

Ύστερα από αυτή την εμπειρία, χανόμαστε στα souks της Μεδίνας, στον λαβύρινθο των στενών που μοιάζει να κρύβει πίσω από κάθε στροφή και μια διαφορετική ιστορία. Εδώ, το Μαρακές αποκαλύπτει μια ακόμη πιο αυθεντική και πολυδιάστατη όψη του. Πολύχρωμα υφαντά και κεντημένα υφάσματα κρέμονται από τις οροφές, πήλινα πιάτα και ποτήρια εκτίθενται δίπλα σε περίτεχνες δημιουργίες ζελίγκ, ενώ βραχιόλια και δαχτυλίδια με πολύτιμους λίθους αιχμαλωτίζουν το βλέμμα. Τα μπαχαρικά απελευθερώνουν τα έντονα αρώματά τους σε κάθε μικρό πέρασμα, δημιουργώντας ένα μεθυστικό μείγμα που σε συνοδεύει όσο προχωράς.

Ανάμεσα στα εμπορικά στενά, κρυφοκοιτάζουμε τις εισόδους των ιστορικών riads, των παραδοσιακών κατοικιών με τις εσωτερικές αυλές και τους κήπους, που σήμερα συχνά στεγάζουν ξενοδοχεία, εστιατόρια και καφέ. Πίσω από τις διακριτικές προσόψεις τους κρύβονται μικρές οάσεις ηρεμίας, απομονωμένες από τη βοή της πόλης.
Κι έπειτα, φτάνουμε στο στενό των δερμάτων, όπου οι έμποροι απλώνουν την πραμάτεια τους στο πάτωμα και η βαριά μυρωδιά του δέρματος γεμίζει τον αέρα. Μια εικόνα που σε φέρνει πιο κοντά στην παραδοσιακή πλευρά του Μαρακές, εκεί όπου το εμπόριο εξακολουθεί να ακολουθεί τους δικούς του ρυθμούς και οι παλιές τέχνες παραμένουν ζωντανές μέσα στον λαβύρινθο της Μεδίνας. Είναι μια διαδρομή που δοκιμάζει όλες τις αισθήσεις.

Το ταξίδι μας στο Μαρακές δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς μια επίσκεψη στο La Mamounia, το θρυλικό ξενοδοχείο που αποτελεί από μόνο του έναν προορισμό. Οι περίφημοι κήποι του είναι ίσως το πιο μαγευτικό κομμάτι του: ένας απέραντος, καταπράσινος κόσμος με αιωνόβιες ελιές, φοίνικες, πορτοκαλιές και τριανταφυλλιές, σιντριβάνια και σκιερά μονοπάτια που σε απομακρύνουν από τον θόρυβο της πόλης. Η ιστορία τους ξεκινά αιώνες πριν, όταν η έκταση αποτελούσε βασιλικό κήπο που προσφέρθηκε στον πρίγκιπα Μουλάι Μαμούν τον 18ο αιώνα, από τον οποίο πήρε το όνομά του και το ξενοδοχείο.

Στο εσωτερικό, η μαροκινή δεξιοτεχνία αποτυπώνεται στα περίτεχνα πλακίδια, στις σκαλιστές λεπτομέρειες και στις αυλές που συνδυάζουν την παράδοση με την πολυτέλεια. Από το 1923, το La Mamounia έχει φιλοξενήσει προσωπικότητες όπως ο Ουίνστον Τσόρτσιλ, ο οποίος το αποκαλούσε «το πιο όμορφο μέρος στον κόσμο». Και καθώς περπατάς ανάμεσα στα δέντρα και τις ανθισμένες γωνιές του, καταλαβαίνεις πως η γοητεία του δεν βρίσκεται μόνο στη φήμη του, αλλά κυρίως στην αίσθηση ότι, για λίγο, ο χρόνος κυλά με διαφορετικό ρυθμό.
Το Μαρόκο είναι μια χώρα που κοιτάζει ταυτόχρονα προς την Αφρική και την Ευρώπη, συνδυάζοντας διαφορετικές κουλτούρες, αρχιτεκτονικές επιρροές και γαστρονομικές παραδόσεις. Με το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου του 2030, που θα συνδιοργανώσει με την Ισπανία και την Πορτογαλία, να πλησιάζει, βρίσκεται σε τροχιά μεγάλων αλλαγών, με σημαντικές επενδύσεις σε γήπεδα, αεροδρόμια, σιδηροδρομικά δίκτυα και τουριστικές υποδομές. Παράλληλα, ανεβαίνει σταθερά στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη, προσελκύοντας ταξιδιώτες που αναζητούν έναν προορισμό με έντονο χαρακτήρα και πολλές διαφορετικές όψεις.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι τα τοπία και οι πόλεις του έχουν εμπνεύσει τον κινηματογράφο για δεκαετίες, από την εμβληματική «Καζαμπλάνκα» μέχρι την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, με γυρίσματα και σε μαροκινές τοποθεσίες. Η γοητεία του, ωστόσο, δεν περιορίζεται στις εικόνες του. Είναι οι άνθρωποί του, η ευγένεια και η φιλοξενία τους, αλλά και η γαστρονομία του, με τα έντονα μπαχαρικά, το κύμινο, την κανέλα και το σαφράν να πρωταγωνιστούν σε πιάτα που ισορροπούν ανάμεσα στο γλυκό και το αλμυρό. Στην κουλτούρα του συναντώνται αραβικές, αμαζιγικές και ανδαλουσιανές επιρροές, μαζί με στοιχεία από την ευρύτερη μεσογειακή και αφρικανική παράδοση, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό πολιτισμικό μωσαϊκό.
Κι ενώ το Μαρόκο επενδύει στο μέλλον και εξελίσσεται, η δυναστεία των Αλαουιτών εξακολουθεί να βρίσκεται στον θρόνο από τον 17ο αιώνα, με τον σημερινό βασιλιά Μοχάμεντ ΣΤ΄ να συνεχίζει μια μακρά ιστορική διαδρομή. Ίσως τελικά αυτή να είναι και η ιδιαίτερη γοητεία του: ένας τόπος που αλλάζει, χωρίς να χάνει την επαφή του με τις παραδόσεις, τις γεύσεις και τις ιστορίες που τον κάνουν μοναδικό.
Μέσα από τα “μάτια” του Genius Travel το Μαρακκές απογειώθηκε και αφηγήθηκε τις δικές του προσωπικές ιστορίες.







