ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΜΟΛΥΒΟ

Το άρθρο είναι μια νοσταλγική επιστροφή στον Μόλυβο της Λέσβου, μέσα από τις αναμνήσεις της συγγραφέως από τα νεανικά της χρόνια και τις επόμενες επισκέψεις της στο νησί. Περιγράφει έναν τόπο που παραμένει αναλλοίωτος στον χρόνο, με την πέτρινη αρχιτεκτονική, το φως, το λιμάνι και την ήρεμη ατμόσφαιρά του να συνεχίζουν να μαγνητίζουν τον επισκέπτη και να υπενθυμίζουν πως η απλή ζωή μπορεί να είναι και η πιο ουσιαστική.
Πιο αναλυτικά
Λέξεις: Γεωργία Ευθυμιάδου
Ο Μόλυβος στα 26 μου χρόνια ανταποκρινόταν πλήρως στην ανήσυχη, ανατρεπτική διάθεση και την εκδοχή μιας μποέμικης ζωής γεμάτης εκπλήξεις· από πρόσωπα, ιστορίες και εικόνες ενός κοσμοπολιτισμού που μ’ έφερνε κοντά σε ανθρώπους ενός κόσμου που δεν γνώριζα, αλλά μου δινόταν η δυνατότητα να έρθω σε επαφή μαζί του. Και, φυσικά, να ζήσω στον ρυθμό μιας ευημερούσας Ελλάδας που διασκέδαζε, ερωτευόταν, ξόδευε και φαντασιωνόταν ένα ευτυχισμένο, γραμμικό και αδιατάρακτο μέλλον.
Στο εμβληματικό bar «Γατελούζοι», το πρωί να φτιάχνω πρωινά και γλυκά, και το βράδυ να προσφέρω με απόλυτη γενναιοδωρία τους καρπούς της δουλειάς μου σε ακριβά κρασιά, ψάρια και κοκτέιλ.
Μόλις είχα διαβάσει την «Τελευταία Πνοή» του Λουίς Μπουνιουέλ, και το πάθος του για το Dry Martini μέρα με τη μέρα με έπειθε περί της σημασίας της «ταυτότητας» στο αλκοόλ. Αντιγραφή και μίμηση μέχρι να συναντήσω την δική μου γευστική ταυτότητα.
Μια τέτοια πεποίθηση στη νεότητα την οικειοποιείσαι αμέσως.
Πώς μπορεί άλλωστε να είσαι νέος, αν η αμετροέπεια δεν «βαράει κόκκινο», αν η αδρεναλίνη δεν σε κρατάει απείθαρχο, ξενυχτισμένο και όμορφο μέσα στη βεβαιότητα μιας ψευδαισθησιακής παντοδυναμίας;
Από τότε και ως σήμερα, ανά πενταετία ίσως, επισκέπτομαι ξανά το νησί. Ξανασυναντώ τις μνήμες της νιότης και απολαμβάνω τις νέες εκδοχές της ζωής και του τόπου.
Ο Μόλυβος δεν άλλαξε· γι’ αυτό και συνεχίζει να μαγνητίζει.
Η ίδια απαράμιλλη ομορφιά των πέτρινων σπιτιών με τις καθαρές, γεωμετρικές γραμμές, που ξεκινώντας από τη θάλασσα ανηφορίζουν προς το κάστρο. Ο περίφημος δρόμος της αγοράς με τα χρώματα, τις σκιές και τις μεταμορφώσεις του φωτός —που μοιάζει να γλιστρά μέσα του σαν να παρανομεί. Το λιμάνι σε υποδέχεται με απλότητα, χωρίς τις τυμπανοκρουσίες των πολυτελών σκαφών· μόνο ταβερνάκια δίπλα στο κύμα.
Όλο το σκηνικό επιβεβαιώνει την επιλογή σου για διακοπές σε ρυθμούς χαλαρούς, «για σένα και όχι για τους άλλους». Παραγγέλνεις ούζο και σκέφτεσαι πόσο απλό είναι, τελικά, να είσαι ευτυχισμένος και πλήρης.