ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ: ΕΚΛΕΙΣΕ 17 ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΘΑΡΟΣ ΚΑΙ ΜΙΛΗΣΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΘΙΣΜΟ ΩΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑ

Ο Δημήτρης Αργυρόπουλος συμπλήρωσε 17 χρόνια καθαρός και αποφάσισε να μοιραστεί με τους διαδικτυακούς του φίλους μια προσωπική εξομολόγηση για την εμπειρία του όλα αυτά τα χρόνια.
Στην ανάρτησή του εξήγησε πως η διαδρομή του δεν ήταν μόνο η αποχή από τη χρήση. Ήταν και η καθημερινή ζωή, με τις χαρές και τις απώλειές της, τις σχέσεις, τις δυσκολίες και τα λάθη.
«Σήμερα κλείνω 17 χρόνια καθαρός. Μέσα σε αυτά τα χρόνια δεν υπήρξε μόνο η αποχή. Υπήρξε η ζωή με τις χαρές της, τις απώλειες, τις σχέσεις που δοκιμάστηκαν, τα λάθη. Και μέσα σε όλα αυτά, μαθαίνεις να στέκεσαι νηφάλιος. Να είσαι παρών ακόμη κι όταν θα προτιμούσες να λείπεις».
Παράλληλα, ο ίδιος πήρε θέση για τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η συζήτηση γύρω από τους εθισμούς, δηλώνοντας ενοχλημένος όταν το φαινόμενο παρουσιάζεται αποκλειστικά ως ζήτημα επιλογής ή προσωπικής θέλησης.
«Ίσως γι’ αυτό με θυμώνει τόσο η ευκολία με την οποία μιλάμε τις τελευταίες εβδομάδες για τους εθισμούς. Η ευκολία με την οποία μια ασθένεια γίνεται θέμα θέλησης, αδυναμία χαρακτήρα, “πάθος”».

Έπειτα, αναφέρθηκε στις διατυπώσεις που, κατά τον ίδιο, παρουσιάζουν ως απλό ένα ζήτημα με πολλές και σύνθετες πλευρές:
«Το “επέλεξε” ή το “γιατί δεν σταμάτησε;” βάζει τελεία εκεί που θα έπρεπε να αρχίζει η συζήτηση. Και το «πάθος» ακούγεται σχεδόν γοητευτικό».
Με την ανάρτησή του, ο Δημήτρης Αργυρόπουλος διατύπωσε με σαφήνεια τη θέση του, ζητώντας ουσιαστικά περισσότερη κατανόηση για τους ανθρώπους που παλεύουν με έναν εθισμό.
«Ο εθισμός δεν είναι πάθος. Είναι ασθένεια. Τα πάθη δεν πουλιούνται στα πεζοδρόμια».
Στο τέλος του μηνύματός του μίλησε για εκείνους που μπορεί να αντιλαμβάνονται τι τους συμβαίνει, όμως δεν έχουν τη δύναμη να διακόψουν μόνοι τους αυτή την κατάσταση.
«Υπάρχουν άνθρωποι που χάνουν τα πάντα και συνεχίζουν. Που βλέπουν τι τους συμβαίνει και αδυνατούν να το σταματήσουν. Άνθρωποι που δεν χρειάζονται την καταδίκη μας, αλλά χώρο για κατανόηση, αγάπη και μια πραγματική ευκαιρία να ξαναπατήσουν στα πόδια τους. Οι ιστορίες τους αξίζουν περισσότερο χώρο από την ετυμηγορία μας».