GIORGINA CLAVARINO: Η ΙΤΑΛΙΔΑ ΠΟΥ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΤΡΟΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Άλλο είναι να ταξιδεύεις σε έναν προορισμό και άλλο να εκπαιδεύεσαι στο πώς να τον παρατηρείς. Η Giorgina Clavarino μοιάζει να ανήκει στη δεύτερη περίπτωση. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που αξίζει να γνωρίσουμε καλύτερα την Ιταλίδα που αντικρίζει διαφορετικά την Ελλάδα.
Η σχέση της με τον Δημήτρη Πατέρα δεν είναι ο μοναδικός λόγος που ήρθε κοντά στην Ελλάδα. Μεγαλύτερη σημασία έχει κυρίως η ματιά με την οποία την παρατηρεί.
Με γενέτειρα τη Ρώμη, παιδικά χρόνια στο Μιλάνο και σημερινή βάση το Λονδίνο, διαμόρφωσε την αισθητική της όχι μόνο μέσα από τις σπουδές και την επαγγελματική διαδρομή της στη μόδα, τη στρατηγική και το luxury marketing. Προέρχεται από μια χώρα όπου η ομορφιά δεν βρίσκεται αποκλειστικά στα μουσεία ή στα επιβλητικά palazzi. Τη συναντά κανείς στην αρχιτεκτονική μιας μικρής πόλης, σε ένα στρωμένο τραπέζι, σε μια οικογενειακή trattoria, αλλά και στα κεραμικά και τα υφάσματα. Υπάρχει ακόμη στον τρόπο που φοράς ένα φόρεμα και, εντέλει, στο πώς αποφασίζεις να ζήσεις. Πιθανόν γι’ αυτό διέκρινε με τόση ευκολία κάτι ανάλογο και στην Ελλάδα.

Η γνωριμία της Giorgina Clavarino στην Πάτμο
Η αρχή της ελληνικής ιστορίας της Giorgina είχε κάτι από κινηματογραφική σκηνή. Η ίδια και ο Δημήτρης Πατέρας κανονικά δεν θα περνούσαν καν το ίδιο βράδυ στην Πάτμο. Ωστόσο, ένας κοινός τους φίλος επέμενε να τη συστήσει σε μια ελληνική παρέα, στην οποία ήταν και ο Δημήτρης. Η κουβέντα και τα γέλια ξεκίνησαν, ώσπου εκείνος της πρότεινε να βγουν για παγωτό. Οι δυο τους περπάτησαν στα πατμιακά σοκάκια ως το ξημέρωμα. Καθώς ο Δημήτρης θα αναχωρούσε το επόμενο πρωινό με προορισμό τη Μύκονο, η Giorgina θεώρησε πως κατά πάσα πιθανότητα όλα θα σταματούσαν εκεί. Έγινε ακριβώς το αντίθετο: πριν συμπληρωθεί ένα 24ωρο, είχαν ξαναμιλήσει μέσω FaceTime και έκτοτε η επικοινωνία τους ήταν καθημερινή.
Η επόμενη συνάντησή τους έγινε τρεις εβδομάδες μετά, στις Σπέτσες, με αφορμή ένα οικογενειακό engagement party. Ενώ για τη Giorgina αυτό ήταν ουσιαστικά μόλις το δεύτερο ραντεβού τους, ξαφνικά γνώριζε τη γιαγιά, τους γονείς και τα αδέλφια του. Στη συνέχεια ήρθε η Ρώμη και, έπειτα από δυόμισι χρόνια, ο Δημήτρης τής έκανε πρόταση γάμου στο Gstaad. Ο Δημήτρης Πατέρας είναι μέλος της ιστορικής ναυτιλιακής οικογένειας Πατέρα, αν και η σημερινή επαγγελματική κατεύθυνσή του αφορά τον επενδυτικό κλάδο. Εργάζεται ως Director στην TriSpan, με έδρα το Λονδίνο, ενώ νωρίτερα είχε περάσει τέσσερα χρόνια στην Ελλάδα ως financial analyst στην Aegeus Shipping.
Η πορεία της Giorgina στη μόδα και το branding
Προτού εμφανιστούν στη ζωή της η Πάτμος και ο Δημήτρης Πατέρας, η Giorgina είχε ήδη χαράξει τη δική της διαδρομή στους χώρους της μόδας, της επικοινωνίας και του branding. Ολοκλήρωσε Business Studies στο Cass Business School και ακολούθησαν τέσσερα χρόνια εργασίας στο digital fashion marketing της Mindshare Worldwide. Κατόπιν στράφηκε στη στρατηγική, αναπτύσσοντας ιδιαίτερη σύνδεση με τα premium και luxury brands.
Το επόμενο επαγγελματικό της βήμα ήρθε το 2024, όταν ίδρυσε την Creative Ants, τη δική της επιχείρηση στους τομείς του strategic marketing και της δημιουργικής επικοινωνίας. Η συγκεκριμένη δραστηριότητά της βοηθά να ερμηνεύσουμε καλύτερα και το σημερινό περιεχόμενο του Instagram της. Πίσω από τις καλαίσθητες φωτογραφίες βρίσκεται επαγγελματική τεχνογνωσία για το στήσιμο μιας αφήγησης, την παρουσίαση ενός brand και, τελικά, τη δυνατότητα μιας εικόνας να αποδώσει έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.
Ταυτόχρονα, το 2013 δημιούργησε το Giorgina With an Eye. Πρόκειται για έναν προσωπικό χώρο που είχε ως αφετηρία τη μόδα και με τον καιρό επεκτάθηκε στα ταξίδια, το design, το φαγητό και καθετί που συνθέτει έναν τρόπο ζωής.
Πολλά για τη ματιά της εξηγούνται και από τους τόπους που ορίζουν τη ζωή της: γεννημένη στη Ρώμη, μεγαλωμένη στο Μιλάνο, με βάση το Λονδίνο. Στην πορεία αυτή, η Ελλάδα άρχισε να αποκτά ολοένα μεγαλύτερη παρουσία.
Ο γάμος της Giorgina και το προσωπικό της γούστο
Ίσως η πιο ολοκληρωμένη έκφραση του προσωπικού γούστου της ήταν ο γάμος της με τον Δημήτρη Πατέρα το 2025. Οι γαμήλιες εκδηλώσεις εκτυλίχθηκαν στη Ρώμη και στην εξοχή της Ιταλίας, ενώ η Giorgina συμμετείχε ενεργά στο δημιουργικό κομμάτι. Μάλιστα, παρουσίασε στον wedding planner ένα PowerPoint σχεδόν 100 σελίδων, γεμάτο references και ιδέες.

Μία ημέρα πριν από τον γάμο, το Palazzo Aragona Gonzaga στη Ρώμη φιλοξένησε ένα surrealist ball, με έμπνευση από το μυθικό πάρτι των Rothschild που είχε πραγματοποιηθεί στο Château de Ferrières το 1972. Για τη συγκεκριμένη βραδιά, η Giorgina φόρεσε ένα Armani Privé Spring/Summer 2023, συνδυάζοντάς το με το headpiece που συνόδευε το runway look.

Για την τελετή στο Magliano Sabina επέλεξε ένα bespoke νυφικό της Gabriella Rio, εμπνευσμένο από τη Valentino Haute Couture της δεκαετίας του ’90, μαζί με antique πέπλο. Στο τελευταίο after-party επέστρεψε στα αρχεία της ιταλικής υψηλής ραπτικής, διαλέγοντας δημιουργία Valentino Haute Couture Spring/Summer 2007.
Οι επιλογές αυτές δεν ήταν απλές ενδυματολογικές αλλαγές για τις διαφορετικές στιγμές του γάμου. Αποτύπωναν έναν διάλογο με το παρελθόν της ιταλικής μόδας, αλλά και έναν πολύ σαφή τρόπο με τον οποίο η Giorgina προσεγγίζει το στιλ.
Πώς η Ελλάδα έγινε κομμάτι του κόσμου της Giorgina
Μετά τον γάμο, όμως, προέκυψε κάτι που έχει για εμάς ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Ελλάδα άρχισε να αποκτά ολοένα πιο έντονη θέση στον προσωπικό κόσμο της Giorgina: όχι ως εξωτικό σκηνικό, ούτε μόνο ως η χώρα του συζύγου της. Αθήνα, Πάτμος, Ύδρα, Κρήτη, Σίφνος, Σπέτσες, Αντίπαρος.

Στις αναρτήσεις και τους οδηγούς της, οι προορισμοί μετατρέπονται σε προσωπικές προτάσεις: πού να φας, πού να κολυμπήσεις, τι αξίζει να δεις και τι να φορέσεις. Αποκαλεί την Ύδρα «happy place» της, ενώ είχε αστειευτεί κάποτε πως θα μπορούσε να διεκδικήσει τον τίτλο της «Greece’s Chief Summer Correspondent».

Το αστείο αποκτά ενδιαφέρον γιατί περιέχει μια μικρή αλήθεια. Χωρίς επίσημη ιδιότητα ή στόχο μιας οργανωμένης καμπάνιας, η Giorgina περνά μια απολύτως προσωπική εικόνα της Ελλάδας σε διεθνές κοινό που την παρακολουθεί για μόδα, ταξίδια, φαγητό και, πάνω απ’ όλα, για τον τρόπο που διαλέγει όσα αγαπά. Ίσως αυτή να είναι η αποτελεσματικότερη προβολή ενός τόπου, όταν δεν δίνει καθόλου την εντύπωση ότι τον προβάλλει.

Η διαφορετική ματιά της Giorgina Clavarino στην Ελλάδα
Σε αυτό ακριβώς εντοπίζεται ό,τι κάνει τη ματιά της ξεχωριστή. Η Giorgina δεν προσεγγίζει τη Μεσόγειο ως τουρίστρια που την ανακαλύπτει. Προέρχεται από την Ιταλία, έναν πολιτισμό που ξέρει καλά πως η ομορφιά δεν έχει πάντα ανάγκη να κάνει θόρυβο.

Μπορεί να βρεθεί σε ένα palazzo, όπως και σε ένα μικρό οικογενειακό εστιατόριο. Να φορέσει couture, αλλά να σταθεί με την ίδια εκτίμηση σε ένα όμορφο βαμβακερό τραπεζομάντιλο. Να δει ένα έργο τέχνης ή ένα πιάτο τριών υλικών, μαγειρεμένων σωστά. Ίσως έτσι αναγνωρίζει και στην Ελλάδα αυτή την ίδια ποιότητα.
Δεν περιορίζει το βλέμμα της στην προφανή καρτποσταλική εικόνα. Παρατηρεί το τραπέζι και το φαγητό, το σπίτι και τα κεραμικά, τα λουλούδια, την παραλία, τα ρούχα και τους ανθρώπους. Τον τρόπο, δηλαδή, με τον οποίο αυτά συνυπάρχουν χωρίς να πρέπει να γίνουν «concept».

Αυτή η οπτική έχει κάτι βαθιά μεσογειακό. Παρότι Ιταλία και Ελλάδα διαφέρουν στην ιστορία, στις συνήθειες και στο αισθητικό τους λεξιλόγιο, έχουν ένα ουσιαστικό κοινό σημείο: την ιδέα πως η ομορφιά μπορεί να ανήκει στην καθημερινή ζωή.
Η αξία της απλότητας ως μορφή πολυτέλειας
Ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον στην Ελλάδα που παρουσιάζει. Για εκείνη, το luxury δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ακριβό. Μπορεί να χωρά ένα Giorgio Armani ή ένα Chloé, ένα ξεχωριστό ξενοδοχείο και ένα ιδιαίτερο εστιατόριο. Ωστόσο, η εικόνα που μένει συχνότερα είναι πολύ πιο λιτή και, γι’ αυτό, πιο οικεία.

Μια βουτιά σε ακρογιαλιά. Ένα τραπέζι σε ταβέρνα. Ψάρι, ντομάτα και ελαιόλαδο. Ένα μεγάλο μεσημέρι δίπλα στη θάλασσα, ένα βαμβακερό φόρεμα, μια ψάθινη τσάντα, μια βόλτα την ώρα που δύει ο ήλιος. Ίσως αυτή να είναι η αληθινή μεσογειακή πολυτέλεια: να αναγνωρίζεις τι έχει αξία και όχι υποχρεωτικά τι κοστίζει περισσότερο. Είναι μια εκδοχή της Ελλάδας που μπορεί να τη ζήσει ο καθένας.
Αυτό που προτείνει, άλλωστε, δεν στηρίζεται στην υπερβολή αλλά στην επιλογή: μια όμορφη ακρογιαλιά, ένα λιτό τραπέζι, ένα ρούχο που σου αρέσει, μια βόλτα, ένα φαγητό που μένει στη μνήμη. Είναι μικρές εμπειρίες που δεν χρειάζεται να εντυπωσιάζουν για να αποκτούν αξία. Στις εικόνες της ενδιαφέρει ακριβώς αυτή η αβίαστη συνύπαρξη, το ξεχωριστό δίπλα στο καθημερινό, το πολύτιμο μαζί με το απλό, η μόδα σε μια ζωή που δεν χρειάζεται σκηνοθεσία για να είναι όμορφη. Κι ίσως Ιταλία και Ελλάδα γνωρίζουν πολύ καλά κάτι τέτοιο: η καλή ζωή δεν κρίνεται μόνο από το κόστος της, αλλά κι από το πόσο καλά ξέρεις να τη χαίρεσαι.
Ένας διαφορετικός τρόπος ένδυσης στην Ελλάδα
Φυσικά, υπάρχει και η μόδα. Με τις ενδυματολογικές επιλογές της, η Giorgina διαμορφώνει σχεδόν χωρίς να το επιδιώκει έναν σύγχρονο τρόπο για να ντυθεί κάποιος στην Ελλάδα, μακριά από τα προβλέψιμα κλισέ του resort dressing. Δεν είναι απαραίτητο να κυριαρχεί το λευκό. Ούτε η κάθε εμφάνιση να παραπέμπει σε «ελληνικό νησί». Χρώματα, prints, βαμβακερά και λινά υφάσματα, raffia, flat παπούτσια, ένα όμορφο κόσμημα και φορέματα που ακολουθούν αβίαστα το σώμα. Κι όταν το απαιτεί η περίσταση, χωρά και ένα πιο ξεχωριστό κομμάτι.
Στις φωτογραφίες της εμφανίζονται Giorgio Armani, Chloé, Loretta Caponi, Longchamp, Sézane, μαζί με το ελληνικό Zeus+Dione. Ωστόσο, μεγαλύτερη βαρύτητα από την ετικέτα έχει ο τρόπος που κάθε ρούχο βρίσκει τη θέση του μέσα στο τοπίο. Η προσέγγιση δεν αλλάζει: το ένδυμα συνομιλεί με τον χώρο, αντί να επιχειρεί να τον επισκιάσει. Πρόκειται για κάτι που υπερβαίνει μια «summer wardrobe». Είναι ένας τρόπος ένδυσης στη Μεσόγειο, και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, όπου τα ρούχα ακολουθούν τον ρυθμό της ζωής κι όχι το αντίστροφο.
Η Giorgina Clavarino ως ανεπίσημη ambassador της Ελλάδας
Έτσι, η σκέψη επιστρέφει σε εκείνο το τυχαίο βράδυ στην Πάτμο. Ο γάμος της Giorgina Clavarino και του Δημήτρη Πατέρα έφερε, δίχως ασφαλώς να αποτελεί αυτή την πρόθεση, κάτι πέρα από έναν οικογενειακό δεσμό μεταξύ Ιταλίας και Ελλάδας. Έκανε τη χώρα μας πιο οικεία σε μια γυναίκα με διεθνές κοινό, ουσιαστική γνώση της μόδας και του luxury και, πάνω απ’ όλα, ένα βλέμμα μαθημένο να διακρίνει την ομορφιά.

Δεν υπάρχει λόγος να της αποδοθεί επίσημα ο τίτλος της «πρέσβειρας». Είναι σαφώς πιο ενδιαφέρουσα ακριβώς επειδή δεν φέρει αυτόν τον ρόλο. Η Ελλάδα που αναδεικνύει δεν θυμίζει διαφημιστική καμπάνια, αλλά εκείνη που επέλεξε η ίδια να ανακαλύψει και να ζήσει. Την Πάτμο, όπου γνώρισε τον σύζυγό της. Την Ύδρα που αγαπά. Τη Σίφνο, την Κρήτη, τις Σπέτσες, την Αντίπαρο και την Αθήνα. Ένα όμορφο φόρεμα ανάμεσα στις ελιές, ένα τραπέζι κοντά στη θάλασσα, μια ταβέρνα, μια βουτιά, ένας περίπατος δίχως σχέδιο.

Ίσως αυτή να είναι και η ισχυρότερη προβολή που μπορεί να έχει ένας τόπος: εκείνη που δεν μοιάζει καθόλου με προβολή. Επειδή η Ελλάδα που προτείνει δεν είναι ένας κόσμος τον οποίο απλώς παρατηρείς στις εικόνες κάποιου άλλου. Είναι μια αφορμή να δούμε ξανά όσα υπάρχουν ήδη γύρω μας και να αναγνωρίσουμε την αξία τους, που πιθανόν ξεχνάμε μέσα στην καθημερινότητα. Στο τέλος, η Ιταλίδα που αντικρίζει την Ελλάδα διαφορετικά δεν μας παρουσιάζει μια νέα χώρα. Μας θυμίζει πόσο όμορφη είναι αυτή που ήδη έχουμε.