Ο ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΡΙΝΑΚΗΣ ΣΧΟΛΙΑΖΕΙ ΤΗΝ ΚΟΝΤΡΑ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΒΙΣΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΒΕΛΑ: «ΤΟΥΣ ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΝΩΜΕΝΟΥΣ»

Ο Παύλος Μαρινάκης μίλησε στη δημοσιογράφο Αμαλία Κάτζου, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο vidcast «POP Politics» της ιστοσελίδας Popaganda.
Ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στην πολιτική, ενώ δέχθηκε και ερώτηση για τη δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στην Άννα Βίσση και τον Νίκο Καρβέλα.
Η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Νίκο Καρβέλα και την Άννα Βίσση
«Εντάξει, έχω μία μεγάλη αδυναμία ειδικά στους καλλιτέχνες. Βέβαια, η Άννα Βίσση είναι μέχρι και σήμερα… Είναι από τις αγαπημένες μου η Άννα Βίσση. Το μόνο που θα πω τώρα είναι ότι τους θέλουμε ενωμένους! Αλλά από ΄κει και πέρα, δε νομίζω…»
«Όχι, δεν μιλάω ως κυβερνητικός εκπρόσωπος. Δηλαδή, δεν είναι δουλειά της κυβέρνησης. Εντάξει, είναι τεράστιοι και οι δύο. Η Άννα Βίσση όσο περνούν τα χρόνια γίνεται όλο και πιο αγαπητή. Τεράστια φωνή, τεράστιο ρεπερτόριο. Πολύ μεγάλο μέρος αυτού, ο ξεχωριστός Νίκος Καρβέλας. Τώρα τι να σας πω κι εγώ;»
Ο Παύλος Μαρινάκης για τη ζωή εκτός πολιτικής
Η πρώτη μου φροντίδα, μόλις έγινα Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, ήταν να εξασφαλίσω ότι η δικηγορική μου εταιρεία θα μπορούσε να λειτουργεί ενώ εγώ θα βρισκόμουν σε αναστολή. Ακολούθησε, έπειτα από λίγους μήνες, η τιμή που μου έκανε ο Πρωθυπουργός αναθέτοντάς μου καθήκοντα Υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ, με αρμοδιότητα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και τον Τύπο.
Για έναν άνθρωπο που ασχολείται με την πολιτική, ακόμη κι αν βιώνει καλές στιγμές, ο μεγαλύτερος εφιάλτης είναι να βρεθεί ξαφνικά στον αέρα. Αν κάποιος θεωρεί πως πρόκειται για ένα σπορ ή για επάγγελμα που θα κάνει σε όλη του τη ζωή, δεν μπορεί να ανταποκριθεί σωστά σε όσα του αναθέτει κάθε φορά ένας Πρωθυπουργός ή ο εκάστοτε Πρόεδρος κόμματος. Στη μεταπολιτευτική Ελλάδα υπήρξαν πολλοί επαγγελματίες πολιτικοί, όμως οι εποχές έχουν αλλάξει και, επιπλέον, δεν θέλω να γίνω ένας από αυτούς. Θεωρώ πως έτσι μπορεί κανείς να προσφέρει με μεγαλύτερη ειλικρίνεια, να διατηρεί την αυτονομία του και, όταν αυτό είναι εφικτό, να εκφράζει ελεύθερα την άποψή του. Παράλληλα, μπορεί να μεταφέρει στον άνθρωπο που του εμπιστεύτηκε τον ρόλο —στη συγκεκριμένη περίπτωση στον Κυριάκο Μητσοτάκη, στον οποίο οφείλω τη θέση μου— απόψεις ανθρώπων που βρίσκονται, όπως λέμε, έξω από τον «κλειστό κύκλο».
Η αλήθεια φτάνει πολύ ευκολότερα σε εσένα από ανθρώπους όπως ο συνεργάτης που έχεις στο γραφείο, ο πελάτης, ο φίλος ή ο συνάδελφός σου, ανεξάρτητα από το επάγγελμα που ασκεί ο καθένας μας. Επομένως, φυσικά και δεν σχεδιάζω να παραμείνω στην πολιτική για όλη μου τη ζωή. Την αγαπώ, βέβαια, από τότε που ήμουν παιδί και φοιτητής, και αυτή η αγάπη δεν χάνεται, παραμένει μέσα σου. Για κάποιους είναι «κουσούρι», για άλλους «μικρόβιο» και για άλλους «πετριά».
Ξέρετε, μου φαίνεται πολύ άσχημο να ακούω ορισμένες φορές πολιτικούς να παραπονιούνται με το «πω, πω, τι τραβάμε, τι έχουμε πάθει», ενώ τους παρακολουθούν άνθρωποι που χρειάζεται να χρησιμοποιούν διαδοχικά διαφορετικά μέσα μεταφοράς και να εργάζονται σε δύο ή τρεις δουλειές για να τα βγάλουν πέρα. Θεωρώ ύβρη μια τέτοια στάση από έναν πολιτικό, ακόμη κι όταν δέχεται πίεση. Ασφαλώς, η τοξικότητα είναι πολύ μεγάλη: η πολιτική δράση σήμερα διαφέρει από εκείνη της εποχής πριν εμφανιστεί η τοξικότητα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν αναφέρομαι συνολικά στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά στους χρήστες που είναι τοξικοί· οι σημερινές συνθήκες είναι διαφορετικές. Παρ’ όλα αυτά, το να παραπονιέται ένας πολιτικός για το «τι τραβάει» παραμένει, κατά τη γνώμη μου, υπερβολή, αν όχι ύβρις, όπως ανέφερα και προηγουμένως.