Λέξεις – Εικόνες: Ηλίας και Μιλτιάδης Ονουφριάδης
Τέλη Οκτώβρη, γυρνάω από τη δουλειά και λίγο πριν κοιμηθώ ρίχνω μια ματιά σε ταξιδιωτικά βίντεο στο διαδίκτυο. Μεγάλη μου αγάπη τα ταξίδια. Οπουδήποτε.
Τον τελευταίο καιρό, ψάχνω για ένα ταξίδι διαφορετικό, να εμπεριέχει το στοιχείο της περιπέτειας, να ξεφύγει λίγο το μάτι από τα συνηθισμένα.
Χαζεύω μέσα στο διαδίκτυο και κολλάω σε ένα βίντεο για μία χώρα που σε εμάς είναι γνωστή κυρίως για τους πολέμους που διεξήχθησαν στα εδάφη της, ιδιαίτερα τα τελευταία 50 χρόνια.
Η χώρα αυτή είναι το Ιράκ.
Παρακολουθώ διάφορα βίντεο με ενδιαφέρον, ταυτόχρονα google-άρω και ψάχνω ό,τι μου κάνει εντύπωση, διασταυρώνω πληροφορίες και εν τέλει περνάω ώρα μελετώντας για το Ιράκ. Ενθουσιασμός και περιέργεια.
<glomex-integration integration-id="40599w17mggcy6o3" playlist-id="auto“>

Όσο ενημερώνομαι τόσο πιο πολύ με εξιτάρει η ιδέα να το γνωρίσω από κοντά, κάποια στιγμή στο μέλλον.
Περνούν οι μέρες και εκεί που σιγά σιγά ‘ξεθωριάζει’ το θέμα Ιράκ, μετά από πολλές ώρες μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, εμφανίζεται διαφήμιση αεροπορικής εταιρείας με δρομολόγια από Αθήνα για Ερμπίλ, πόλη του Βόρειου Ιράκ ή αλλιώς Κουρδιστάν. Εδώ είμαστε! Ευκαιρία. Στη φάση αυτή, ο ενθουσιασμός και η περιέργεια, έχουν αρχίσει να αποκτούν υπόσταση.

Τσεκάρω ημερομηνίες, κόστη, όλα καλά. Θεωρητικά κάνω ένα σενάριο ότι φεύγω ξημερώματα 2ης μέρα του χρόνου και γυρνάω την 11ατη.
Σε αυτό το ταξίδι, δεν θα με ακολουθούσε η οικογένεια. Τουλάχιστον γι’αυτή, την πρώτη φορά. Παρά το γεγονός ότι σε όλα τα ταξιδιωτικά βίντεο από Δυτικούς τουρίστες στο Ιράκ, οι ντόπιοι εμφανίζονται πολύ φιλικοί και γενικά η χώρα είναι σε μία σχετικά ασφαλή κατάσταση, το απαιτητικό πρόγραμμα, τα πολλά χιλιόμετρα σε επικίνδυνους δρόμους αλλά και γενικότερα οι άγνωστες συνθήκες ή τυχόν απρόβλεπτες καταστάσεις, ήταν οι βασικοί λόγοι για να μην ακολουθήσουν.

Μοναχός όμως, όπως λένε, ούτε στον Παράδεισο…
Ποιος άλλος θα μπορούσε να με ακολουθήσει σε κάτι τέτοιο; Ένα άτομο που θα ένιωθα άνετα αν όλα πήγαιναν χάλια, ένα άτομο που αντέχει την ταλαιπωρία, ένα άτομο που ό,τι και να γινόταν δεν θα κολλούσε, απεναντίας θα έδινε μία σπρωξιά να συνεχίσουμε…
Ο Μίλτος, o πατέρας μου!
Θυμάμαι χαρακτηριστικά, τον παίρνω τηλέφωνο μία μέρα και του λέω χαριτολογώντας: θα πάω ταξίδι στο Ιράκ, ψήνεσαι:
– Μέσα μου λέει, κλείσε και για μένα. Χωρίς πολλές πολλές ερωτήσεις. Μέσα μου ήμουν σίγουρος ότι θα ακολουθούσε. Δεν μασάει. Μετά το τέλος του ταξιδιού ήταν σαν να πήγε ημερήσια για τσίπουρο στην ορεινή Χαλκιδική.

Κάνουμε λοιπόν αλλαγή χρόνου όλοι μαζί οικογενειακά, λίγη ξεκούραση και είμαστε έτοιμοι για το ταξίδι προς Αθήνα. Οδικώς. 1η μέρα του χρόνου.
Φτάνουμε αργά το βράδυ στο Ελευθέριος Βενιζέλος, αφήνουμε το αυτοκίνητο στο πάρκινγκ και μπαίνουμε στο αεροπλάνο για Ερμπίλ.
Το αεροπλάνο γεμάτο με Κούρδους και μερικούς Ιρακινούς οι οποίοι μιλούν Αραβικά και τους καταλαβαίνεις εύκολα.
Άφιξη στις 04:00 το πρωί στο Ερμπίλ. Έντονη βροχή. Τυπικοί έλεγχοι αεροδρομίου.

Εδώ να αναφέρω μία πληροφορία για την έκδοση Visa που απαιτείται. Έπρεπε να εκδόσουμε (ηλεκτρονικά) δύο Visa’s, μία για το Κουρδιστάν και μία για το Ιράκ. Σαν να είναι ξεχωριστά κράτη. Το κόστος τους στα 70 και 100 ευρώ αντίστοιχα, το άτομο.
Επόμενο βήμα, να παραλάβουμε το αυτοκίνητο που είχαμε νοικιάσει. Με το καλημέρα, τρώμε την πρώτη κρυάδα: Δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε με το ενοικιαζόμενο όχημα εκτός Κουρδιστάν. Είχα λάβει διαφορετική απάντηση από την εταιρεία τις προηγούμενες ημέρες, αλλά τα παιδιά εκεί που μου φάνηκαν να λένε αλήθεια μου είπαν ότι στα check points ιδιαίτερα αν ταξιδεύαμε νότια (προς Βαγδάτη), δεν θα το δεχόντουσαν και θα μας γύριζαν πίσω.

Αλλαγή σχεδίων χωρίς πολλά πολλά, μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και κατευθυνόμαστε στο πρώτο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης. Δύο τρεις ώρες ύπνο, και βγαίνουμε στους δρόμους του Ερμπίλ με απίστευτη περιέργεια για το τι θα συναντήσουμε…

Η πρώτη εικόνα ξεδιπλώνει έναν άλλο κόσμο, πολύ διαφορετικό. Ζωντάνια παντού, πλήθος κόσμου έξω στους δρόμους, λαϊκές αγορές σε κάθε σημείο, φασαρία απίστευτη. Όση ώρα ήμασταν έξω δεν συναντήσαμε άλλους τουρίστες πέραν κάποιων Τούρκων.
Οι Κούρδοι είναι τόσο φιλικοί που αρχικά νιώθουμε ότι κάτι δεν πάει καλά…ότι μας κάνουν τα “γλυκά μάτια” για να πετύχουν κάτι άλλο, να πουλήσουν τα πράγματα τους, ή τέλος πάντων να επωφεληθούν της παρουσίας μας, ποικιλοτρόπως.
Τίποτα απ’όλα αυτά. Οι άνθρωποι είναι πραγματικά εγκάρδιοι και θέλουν να μάθουν για εμάς, από που είμαστε, τι κάνουμε εκεί και στο τέλος πολλοί προτείνουν να μας κεράσουν ένα τσάι ή φαγητό…Σόκ.
Κυκλοφορώ με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι, αρχικά με δισταγμό, για το πως θα αντιδράσουν στο φακό. 2ο Σόκ.
Οι ντόπιοι μου ζητούν να τους βγάλω φωτογραφία και μετά να δουν το πορτραίτο τους στην οθόνη της φωτογραφικής μου μηχανής. Κανένας δεν αρνήθηκε ή αντέδρασε άσχημα. Κανένας.

Όταν έβλεπα κάτι ενδιαφέρον φωτογραφικά, κοίταζα επίμονα, χαμογελούσα και ζητούσα συγκατάθεση με διάφορες εκφράσεις, ώστε να γίνω κατανοητός. Η φωτογραφική μηχανή έγινε πόλος έλξης και ο λόγος για να επικοινωνήσουμε με πολύ κόσμο. Απόλαυση.



Αυτή η αλληλεπίδραση με τους ντόπιους, είναι ότι ακριβώς έψαχνα στο ταξίδι αυτό.
Μετά από λίγη ώρα, έχουμε εξοικειωθεί πλήρως, δεν τσεκάρω τα φερμουάρ του backpack μου συνέχεια και δεν βγάζω το κινητό για να υπολογίσω τα ρέστα που μου δίνουν. Έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη μας, εύκολα. Η διάθεση μας ανεβαίνει ώρα με την ώρα. Απολαμβάνουμε τη βόλτα σε ένα τόσο διαφορετικό περιβάλλον με άνεση, κινούμαστε πολύ ελεύθερα παντού, βγάζω φωτογραφίες χωρίς κανένα δισταγμό, πάντα με συγκατάθεση και σεβασμό και γενικά τα πράγματα είναι απρόσμενα θετικά. Ώρες ώρες νιώθεις σαν κάποιο Vip άτομο που σε αναγνωρίζουν και έρχονται να σου μιλήσουν, να σου σφίξουν το χέρι και να προτείνουν ένα κέρασμα.

Οι πρώτες ημέρες στο Κουρδιστάν (Βόρειο Ιράκ) είναι υπέροχες, επισκεφτήκαμε την Σουειμανίγια και κάναμε στάσεις σε μικρά χωριά όπου τα σκηνικά ήταν συγκλονιστικά. Μέσα από τις εικόνες, θα προσπαθήσω να μεταφέρω όσο το δυνατόν καλύτερα το τι ζήσαμε στον τόπο αυτό.
Η λύση για να ταξιδέψουμε στο Νότο και συγκεκριμένα στη Βαγδάτη ήταν τελικά να κλείσουμε αεροπορικό εισιτήριο με Ιρακινές αερογραμμές. Εκεί νοικιάσαμε πάλι αυτοκίνητο. Ήταν αστείο το γεγονός πως όταν βγήκαμε από το αεροδρόμιο, οι οδηγοί ταξί θέλησαν να μας εξυπηρετήσουν άμεσα, αλλά μόλις τους ανέφερα ότι έχουμε νοικιάσει αυτοκίνητο, με ρωτούσαν με απόλυτη σοβαρότητα αν είμαστε σίγουροι ότι θέλουμε να νοικιάσουμε αυτοκίνητο στη Βαγδάτη…

Με τίποτα δεν μπορούσαμε να φανταστούμε αυτό που θα επακολουθούσε…
Το απόλυτο Χάος!
Στο Κουρδιστάν η οδήγηση ήταν δύσκολη υπόθεση μεν, διαχειρίσιμη δε.

Εδώ μιλάμε για “Πόλεμο”! Μόλις στα πρώτα λίγα χιλιόμετρα, έχουμε αντιμετωπίσει σκηνικά που κανένας από τους δύο μας δεν έχουμε δει πουθενά. Στην εθνική οδό ταχείας κυκλοφορίας, έβλεπες εικόνες που δεν μπορούσε ο νους να συλλάβει. Νταλίκες καταευθυνόταν ανάποδα με 100χλμ/ώρα και σου έπαιζαν τα φώτα για να τους δεις και να κάνεις χώρο.. Ο κόσμος περνούσε το δρόμο σαν να μην τρέχει τίποτα, σκουπίδια και υλικά που είχαν πέσει από προπορευόμενα οχήματα διαμόρφωναν μία κατάσταση που έμοιαζε με πίστα σε παιχνίδι υπολογιστή. Έτσι το είδαμε και εμείς. Βάζαμε σκοπό κάθε μέρα να φτάνουμε στον προορισμό μας χωρίς “απώλειες” !

Στη Βαγδάτη αυτό που κυριαρχεί πέραν του απόλυτου χάους στους δρόμους, είναι τα πάρα πολλά απορρίμματα. Όπου και να γυρίσεις το βλέμμα σου, θα δεις σκουπίδια. Σε κάθε γωνία. Είναι λυπηρό και ταυτόχρονα περίεργα “ελκυστικό”… Αυτή η χαοτική κατάσταση, τα παλιά και σχεδόν διαλυμένα οχήματα, τα κτίρια-ερείπια, η σκόνη, και το ποτάμι των ντόπιων που “έρεε” ανάμεσα σε όλο αυτό το σκηνικό, έδινε τελικά ένα πολύ ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Αρχίζω να κολλάω και με τον τόπο αυτό. Ακόμα και η Κωνσταντινούπολη μπροστά στο Ιράκ, θυμίζει Ευρωπαϊκή πόλη. Το σκηνικό σε μαγνητίζει και ταυτόχρονα σε σαγηνεύει.



Μας είχαν πει ότι η πρωτεύουσα με τα 7,5 εκ πληθυσμού δεν έχει καμία σχέση όσον αφορά τη φιλικότητα του κόσμου. ‘Οτι εδώ είναι πιο απρόσωπα, ότι θέλει προσοχή και γενικά ότι μπορεί να μην είμαστε και τόσο ευπρόσδεκτοι όπως στο Κουρδιστάν ή σε άλλες μικρότερες πόλεις. Ξεκινάμε πάλι από την αρχή. Προσεκτικοί, μαζεμένοι.
Το σκηνικό εξελίσσεται ακριβώς όπως στο Κουρδιστάν: Οι άνθρωποι και εδώ μας χαμογελούν, μας μιλάνε, θέλουν να μας βοηθήσουν για οτιδήποτε, να μας κεράσουν φαγητό και τσάi ανά πάσα στιγμή.



Οι εικόνες που αντικρίζουμε όπου και να γυρίσουμε το βλέμμα μας, μας καθηλώνουν. Πολλές στιγμές μέσα στην ημέρα, πιάνουμε τον εαυτό μας να κοιτάμε αποσβολομμένοι τα σκηνικά που εκτυλλίσονται τριγύρω μας. Ο νους προσπαθεί να βάλει σε τάξη αυτά που βλέπει και να αποκωδικοποιήσει με βάση τη λογική, το τι συμβαίνει γύρω μας…Αδύνατο.


Προσπαθούμε να περάσουμε το δρόμο και αυτό που βιώνουμε τραγικά μοναδικό. Για κάποιον παράξενο λόγο, ο φόβος έχει κάνει πέρα και “παίζουμε το παιχνίδι” όπως οι ντόπιοι. Προσπαθούμε να τους μιμηθούμε στον τρόπο που κινούνται.

Εν τέλει, το διασκεδάζουμε και κάθε φορά που περνάμε από ένα στενό σοκάκι με δεκάδες κόσμο ή ένα δρόμο με αυτοκίνητα πού έρχονται κατά πάνω μας αφρενάριστα, πανηγυρίζουμε σαν να περνάμε στην επόμενη πίστα ενός παιχνιδιού. Έτσι είναι η ζωή εδώ και εμείς είμαστε αυτοί που πρέπει να προσαρμοστούμε.





Το αρχικό μας πλάνο, είχε ως τελικό προορισμό τους βάλτους στο νότο και συγκεκριμένα θα θέλαμε να γνωρίσουμε τους Άραβες των Βάλτων. Δυστυχώς μία τροφική δηλητηρίαση που αντιμετώπισα ένα βράδυ στη Najaf, δεν μας επέτρεψε να συνεχίσουμε μέχρι εκεί.

Τρομακτική εμπειρία να παθαίνεις δηλητηρίαση σε ένα άγνωστο και τόσο ιδιαίτερο μέρος. Μεγάλο μάθημα όμως και τελικά χρήσιμη εμπειρία και αυτή.




Τελειώνουν οι μέρες μας στο Ιράκ, και αισθανόμαστε γοητευμένοι από την εμπειρία. Αν θα ξαναγυρνούσαμε; Ελπίζω ναι!

Τη στιγμή που γράφεται το κείμενο ένας νέος γενικευμένος πόλεμος έχει ξεσπάσει στην περιοχή, οι εναέριοι χώροι έχουν κλείσει και στο Ερμπίλ έχουν πέσει βόμβες σε στρατιωτικές βάσεις. Εξήντα μόλις ημέρες πριν, ήμασταν εκεί.

Τι μένει λοιπόν από ένα τέτοιο ταξίδι; Η περιπέτεια…η διαφορετική φύση της εμπειρίας, το ότι μαθαίνεις να αλλάζεις τον προγραμματισμό σου και συνεπώς να βγαίνεις εκτός της ζώνης άνεσης σου, μα το κυριότερο να γνωρίζεις από κοντά ένα λαό που μέχρι χθες μπορεί να είχες μία τελείως διαφορετική άποψη.

Έναν τελικά καλοκάγαθο λαό, με το χαμόγελο στα χείλη, πρόθυμο να βοηθήσει, να μας προσφέρει ότι διέθετε. Καμία φορά ο υπερβολικός φόβος, μας απομακρύνει από μοναδικές εμπειρίες και μας διατηρεί σε ένα “αποστειρωμένο” περιβάλλον που προκαλεί μονοτονία με ότι αυτό συνεπάγεται.

Ταυτόχρονα, ήταν ένα ταξίδι 10 ημερών με τον πατέρα μου. Όλη μέρα μαζί, ζήσαμε σημαντικές στιγμές που θα θυμάται ο καθένας μας για πολλά χρόνια. Το πιο σημαντικό ήταν να τον βλέπω να μένει αποσβολωμένος από εικόνες που δεν είχε ξαναδεί. Χαιρόταν ο ένας με την χαρά του άλλου. Αξία ανεκτίμητη.

Οι εικόνες που κατέγραψε ο φακός ελπίζω να μεταφέρουν την γενικότερη αίσθηση που αποκομίσαμε στο ταξίδι αυτό.

