ΟΙ ΜΙΛΟΝΓΚΕΣ ΤΟΥ ΜΠΟΥΕΝΟΣ ΑΙΡΕΣ ΣΕ ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ
Το άρθρο παρουσιάζει το τανγκό ως κάτι πολύ περισσότερο από έναν χορό: ως έναν βαθύ, σιωπηλό διάλογο ανάμεσα σε δύο ανθρώπους και ως έκφραση της ίδιας της ζωής, της νοσταλγίας και της ελπίδας. Με αφετηρία τις φτωχογειτονιές του Μπουένος Άιρες στα τέλη του 19ου αιώνα, αναδεικνύει τη σχέση του με την κοινωνική πραγματικότητα, την αντίσταση και την ελευθερία, ενώ περιγράφει την ατμόσφαιρα της πόλης μέσα από τους ήχους, τα καφενεία και τις μιλόνγκες όπου το τανγκό συνεχίζει να ζει και να συγκινεί.
Πιο αναλυτικά
Εικόνες-Λέξεις: Μπάμπης Τσοτάκης
Το τανγκό δεν γεννήθηκε για τα φώτα της σκηνής, ούτε χορεύεται για να εντυπωσιάσει τους θεατές. Είναι, πάνω απ’ όλα, ένας βαθύς δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
Ένας ερωτικός χορός απόλυτου αυτοσχεδιασμού, ένας σιωπηλός διάλογος όπου το σώμα του ενός απαντά με ευαισθησία στην κίνηση του άλλου.

Μέσα από κάθε βήμα, εκφράζεται η ίδια η ανθρώπινη ψυχή: η νοσταλγία, η φλογερή επιθυμία για ζωή και η αδιάκοπη ελπίδα για το αύριο.Η καταγωγή του φέρει το βάρος και την ομορφιά της αληθινής ζωής.

Γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στις φτωχογειτονιές και στα λιμάνια του Μπουένος Άιρες, εκεί όπου οι ευρωπαίοι μετανάστες σμίξανε τους καημούς τους με τους ντόπιους εργάτες.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, το τανγκό ενσαρκώνει την αντίσταση απέναντι στις προκαταλήψεις της κοινωνίας, την αμφισβήτηση στην επιβολή της εξουσίας και την αντίδραση στις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες. Αποτελεί την απόλυτη ελευθερία έκφρασης του ατόμου και, κατ’ επέκταση, ολόκληρης της κοινωνίας. Στο Μπουένος Άιρες, το τανγκό είναι ο ίδιος ο αέρας που αναπνέει η πόλη.

Είναι ο μελαγχολικός και παράπονος ήχος του μπαντονεόν που ηχεί στους δρόμους της San Telmo και της La Boca. Είναι η φωνή του Carlos Gardel που αντηχεί στα παλιά καφενεία, εκεί όπου η ποίηση της καθημερινότητας γίνεται τραγούδι.

Από τα πλακόστρωτα σοκάκια και τις φτωχογειτονιές τα απογεύματα, μέχρι τις ηλιόλουστες πλατείες τα μεσημέρια και τις υπόγειες, ατμοσφαιρικές μιλόνγκες μόλις πέσει η νύχτα, το τανγκό μεταμορφώνεται: γίνεται τρόπος επιβίωσης, καταφύγιο ελπίδας και το πιο όμορφο όνειρο.

Εκεί, κάτω από το χαμηλό φως, οι άνθρωποι αγκαλιάζονται σφιχτά, ξεχνούν τον χρόνο και αφήνουν το βήμα τους να διηγηθεί μια ιστορία που δεν χρειάζεται λέξεις — γιατί το τανγκό είναι η ίδια η ζωή που χορεύεται.

