ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΑ ΧΩΡΙΣ ΑΡΩΜΑ: ΓΙΑΤΙ ΤΟ «ΑΟΣΜΟ» ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΟ ΙΔΙΟ
Η απουσία μυρωδιάς δεν αποδεικνύει την απουσία αρωματικών ουσιών — και η διαφορά έχει σημασία για το ευαίσθητο δέρμα.

Ψάχνουμε καλλυντικά χωρίς άρωμα, πιάνουμε μια κρέμα που γράφει «άοσμη» και θεωρούμε ότι βρήκαμε αυτό που θέλουμε. Όμως το «άοσμο» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν περιέχει αρωματικές ουσίες: μπορεί να περιλαμβάνει συστατικά που καλύπτουν τη μυρωδιά άλλων υλικών.
Για όποια θέλει να αποφεύγει τα αρώματα, η ένδειξη «χωρίς άρωμα» είναι πιο χρήσιμη αφετηρία. Δεν αποτελεί, ωστόσο, εγγύηση ότι το προϊόν θα είναι ανεκτό από κάθε δέρμα· η ουσιαστική πληροφορία βρίσκεται και στη λίστα συστατικών, όχι μόνο στις εμφανείς ενδείξεις της συσκευασίας.
Πώς γίνεται ένα άοσμο προϊόν να περιέχει άρωμα;
Άλλο η οσμή που αντιλαμβανόμαστε κι άλλο το αν έχουν προστεθεί αρωματικές ουσίες. Ένα προϊόν μπορεί να μην έχει αισθητή οσμή, επειδή αρωματικά συστατικά καλύπτουν τη μυρωδιά των υπόλοιπων υλικών του.
Αυτή είναι η διάκριση που περιγράφει η αμερικανική FDA: το «unscented», δηλαδή «άοσμο», αφορά συνήθως την απουσία αισθητής μυρωδιάς. Αντίθετα, ένα προϊόν με την ένδειξη «fragrance-free» δεν θα πρέπει να περιέχει πρόσθετα συστατικά αρώματος, μπορεί όμως να μυρίζει εξαιτίας άλλων συστατικών του.
Αν, για παράδειγμα, υποθέσουμε ότι συγκρίνουμε δύο κρέμες, η μία εντελώς άοσμη και η άλλη με μια διακριτική μυρωδιά από άλλα συστατικά της, δεν μπορούμε μόνο μυρίζοντάς τες να αποφασίσουμε ποια δεν περιέχει πρόσθετο άρωμα.
Η εξήγηση αυτή αφορά τη συνήθη χρήση των όρων στις ΗΠΑ, όχι έναν αυτόματο νομικό ορισμό για την Ελλάδα. Εδώ εφαρμόζονται οι ευρωπαϊκοί κανόνες επισήμανσης και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών.
Καλλυντικά χωρίς άρωμα: Τι ψάχνουμε στη λίστα συστατικών;
Αν ο στόχος είναι η αποφυγή αρωμάτων, ξεκινάμε από το «χωρίς άρωμα» ή «fragrance-free» και συνεχίζουμε στον κατάλογο συστατικών. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αρωματικές συνθέσεις και οι πρώτες ύλες τους μπορούν να δηλώνονται με τις ονομασίες parfum ή aroma.
Αυτές είναι δύο λέξεις που έχει νόημα να αναζητούμε. Δεν είναι όμως οι μόνες πληροφορίες που μας ενδιαφέρουν: συγκεκριμένα αλλεργιογόνα αρωμάτων αναγράφονται και χωριστά, όταν ξεπερνούν τα προβλεπόμενα όρια.
Αν έχουμε ήδη διαγνωσμένη αλλεργία, αναζητούμε ειδικά την ουσία που μας έχει υποδείξει ο επαγγελματίας υγείας. Η γενική ένδειξη στην πρόσοψη δεν αντικαθιστά αυτόν τον έλεγχο.
Δεν αφορά μόνο τα αρώματα και τις κολόνιες: αρωματικά συστατικά χρησιμοποιούνται και σε σαμπουάν και αποσμητικά.
Αν δεν βλέπω αλλεργιογόνο, σημαίνει ότι απουσιάζει;
Όχι απαραίτητα. Η υποχρέωση χωριστής αναγραφής συγκεκριμένων αλλεργιογόνων συνδέεται με τη συγκέντρωσή τους: πάνω από 0,001% στα προϊόντα που παραμένουν στο δέρμα και πάνω από 0,01% σε όσα ξεπλένονται.
Το όριο για τα προϊόντα που ξεπλένονται είναι, δηλαδή, δεκαπλάσιο. Επομένως, η απουσία ενός ονόματος από την ετικέτα δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η ουσία απουσιάζει πλήρως από τη σύνθεση.
Οι απαιτήσεις επισήμανσης διευρύνθηκαν με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1545, ο οποίος πρόσθεσε 56 αλλεργιογόνα αρωμάτων στις απαιτήσεις ατομικής αναγραφής, όταν ξεπερνούν τα προβλεπόμενα όρια. Από τις 31 Ιουλίου 2026, προϊόντα που δεν συμμορφώνονται με τις νέες απαιτήσεις δεν μπορούν να τοποθετούνται στην αγορά της ΕΕ. Όσα είχαν ήδη τοποθετηθεί στην αγορά πριν από αυτή την ημερομηνία μπορούν να διατίθενται έως τις 31 Ιουλίου 2028· γι’ αυτό μπορεί να συναντήσουμε συσκευασίες με διαφορετικό επίπεδο λεπτομέρειας.
Ισχύει και το αντίστροφο: η παρουσία ενός αλλεργιογόνου στη λίστα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το προϊόν είναι μη ασφαλές. Η πληροφορία βοηθά κυρίως όσες είναι ήδη ευαισθητοποιημένες στη συγκεκριμένη ουσία να την αποφεύγουν. Η ετικέτα μάς δίνει στοιχεία για την επιλογή, όχι μια προσωπική διάγνωση.
Μήπως το «φυσικό» είναι αρκετό για το ευαίσθητο δέρμα;
Οι λέξεις «φυσικό», «φυτικό» ή «για ευαίσθητο δέρμα» δεν αποκλείουν συστατικά που μπορεί να μας ενοχλήσουν. Και φυτικά υλικά μπορούν να αποτελούν πηγή αρωματικών ουσιών, ακόμη κι αν δεν αντιλαμβανόμαστε έντονη μυρωδιά.
Για την ατοπική δερματίτιδα, η Αμερικανική Ακαδημία Δερματολογίας συστήνει την επιλογή «fragrance-free» αντί του «unscented», επειδή ένα άρωμα που έχει καλυφθεί μπορεί να εξακολουθεί να πυροδοτεί έξαρση.
Αυτό δεν μετατρέπει το «χωρίς άρωμα» σε υπόσχεση μηδενικού κινδύνου. Και άλλα συστατικά μπορούν να προκαλέσουν αντίδραση, γι’ αυτό η επιλογή χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη το δικό μας ιστορικό και όχι μόνο τον χαρακτηρισμό του προϊόντος.
Και πριν βάλουμε τη νέα κρέμα στο πρόσωπο;
Μια δοκιμή σε μικρή περιοχή στο εσωτερικό του βραχίονα ή στον αγκώνα, με παρακολούθηση για 7–10 ημέρες, είναι ένα πρακτικό βήμα πριν εντάξουμε ένα νέο προϊόν στην περιποίησή μας. Αν εμφανιστεί αντίδραση, διακόπτουμε τη χρήση.
Η δοκιμή στο σπίτι δεν αντικαθιστά τη διάγνωση αλλεργίας. Αν οι αντιδράσεις επαναλαμβάνονται, ζητάμε αξιολόγηση από δερματολόγο ή αλλεργιολόγο· οι δοκιμασίες επικόλλησης, γνωστές ως patch tests, μπορούν να βοηθήσουν στον εντοπισμό του υπεύθυνου αλλεργιογόνου.
Στο ράφι, λοιπόν, η μύτη δεν αρκεί· η ετικέτα είναι το πρώτο φίλτρο.