Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης / Εικόνες: Ιωσήφ Μανίκης & Εύα Μιμιλίδου
Κάθε ταξίδι είναι μια συνάντηση με τόπους, πρόσωπα και κομμάτια του εαυτού μας.
Οι ιστορίες και οι φωτογραφίες αυτής της σειράς είναι απόπειρες να κρατηθεί κάτι από εκείνη τη στιγμή, πριν χαθεί στον χρόνο.
Από τη συλλογή Το δώρο της μπλε πόλης.
Το κορίτσι της Πέτρας
Υπάρχουν ταξιδιώτες που πρέπει να τους ακούς. Όχι γιατί έχουν δει περισσότερα, αλλά γιατί έχουν μάθει να βλέπουν αλλιώς. Με τέτοιους ανθρώπους καθόμουν και άκουγα ιστορίες για τόπους και διαδρομές, για πρόσωπα που σημάδεψαν τα ταξίδια τους, σαν να μην είχα ταξιδέψει ποτέ κι εγώ. Κι ας είχα γυρίσει με τη σύζυγό μου μεγάλο μέρος του μη δυτικού κόσμου.
Ένα από αυτά που επαναλαμβάνονταν συχνά ήταν πως το πιο ολοκληρωμένο ταξίδι στη Μέση Ανατολή ήταν αυτό που ένωνε τη Συρία με την Ιορδανία. Τη χώρα της Παλμύρας με τη γη των Ναβαταίων.
Μόνο που ο κόσμος δεν σχεδιάζεται από τους ταξιδιώτες. Οι αποφάσεις παίρνονται αλλού. Η Συρία χάθηκε από τον χάρτη των ταξιδιών και έμεινε μόνο ως πληγή στους ανθρώπους της. Για μας, που μπορούμε ακόμη να ταξιδέψουμε, απέμεινε η Ιορδανία. Η Πέτρα και το Γουάντι Ραμ.
Έτσι, με μια μικρή ομάδα, βρεθήκαμε στο Αμμάν.
Με ξεναγό έναν Παλαιστίνιο, παλιό φοιτητή στην Ελλάδα, γνωρίσαμε την πόλη και τα υψώματά της, τα ίχνη της αρχαίας Φιλαδέλφειας απλωμένα μέσα στο σύγχρονο τοπίο. Την επομένη μέρα βρεθήκαμε στη Γέρασα. Στην πύλη του Αδριανού, στους ναούς, στις σιωπηλές πέτρες που κρατούν ακόμη τη γεωμετρία μιας άλλης εποχής.
Όμως αυτό που έμενε δεν ήταν οι τόποι.
Ήταν οι ιστορίες του ξεναγού. Οι μικρές, προσωπικές αφηγήσεις για τη ζωή στην Ιορδανία, για την οικογένειά του, για πράγματα που για εκείνον ήταν αυτονόητα και για εμάς σχεδόν ακατανόητα.
Κατάλαβα τότε πως αυτό που σου φαίνεται παράλογο, κάπου αλλού είναι απλώς καθημερινότητα. Οι κουλτούρες δεν συγκρούονται· συνυπάρχουν, χωρίς να ζητούν άδεια η μία από την άλλη. Και, αργά ή γρήγορα, αρχίζουν να επηρεάζονται.
Εκείνος είχε πάρει μαζί του κάτι από την Ελλάδα. Όχι συνειδητά. Σχεδόν ανεπαίσθητα. Όπως γίνεται πάντα.
Γιατί αλλιώς δεν γίνεται. Οι άνθρωποι αλλάζουν, ακόμη κι όταν νομίζουν πως μένουν ίδιοι.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι και το μόνο νόημα του ταξιδιού.

Το μυαλό μας, όμως, ήταν στην Πέτρα. Στη ροζ πόλη, την παλιά πρωτεύουσα των Ναβαταίων, που για αιώνες είχε χαθεί στη λήθη. Σκεπασμένη από άμμο, ώσπου ένας περιηγητής την έφερε ξανά στο φως.
Η είσοδος σε ένα από τα επτά σύγχρονα θαύματα του κόσμου ξεκίνησε απρόσμενα απλά, με μια selfie και ένα “I love Petra”. Ύστερα, λίγα λεπτά αργότερα, όλα άρχισαν να αλλάζουν.
Το τοπίο στένεψε και μπήκαμε στο “The Siq”. Ένα φαράγγι που δεν το μετράς σε μέτρα, αλλά σε αίσθηση. Οι βράχοι υψώνονταν δεξιά και αριστερά, άλλοτε κοντά, σχεδόν να αγγίζονται, άλλοτε να ανοίγουν και να αφήνουν μια λωρίδα ουρανού να περάσει. Προχωρούσαμε μέσα του χωρίς να ξέρουμε τι θα αποκαλυφθεί στο τέλος.
Άμαξες με άλογα περνούσαν βιαστικά, σηκώνοντας σκόνη και ήχους. Εμείς συνεχίζαμε με τα πόδια.

Και ξαφνικά, το φως άνοιξε.
Μπροστά μας υψώθηκε το Al-Khazneh, το Θησαυροφυλάκιο. Λαξευμένο σε μασίφ βράχο, σχεδόν απίστευτο στην ακρίβεια και την κομψότητά του. Μια πρόσοψη που έμοιαζε περισσότερο με ιδέα παρά με κατασκευή. Δύο μορφές, ντυμένες σαν αρχαίοι πολεμιστές, στέκονταν μπροστά της, σαν να τη φρουρούσαν ακόμη. Γύρω τους, καμήλες στολισμένες με κόκκινα υφάσματα περίμεναν ακίνητες τους επισκέπτες για μια φωτογραφία.
Ο ήλιος ήταν καυτός. Ο ορίζοντας θαμπός πίσω από ένα πέπλο ζέστης.
Για μια στιγμή στάθηκα και άκουσα τα πέταλα των αλόγων να αντηχούν μέσα στο φαράγγι. Ένας ήχος που ερχόταν και χανόταν, σαν ανάμνηση.
Παιδιά μας πλησίασαν σχεδόν αθόρυβα, κρατώντας μικρά μπουκαλάκια με χρωματιστή άμμο. “Petra” έγραφαν και για μια στιγμή σκέφτηκα πως, με αυτή την άμμο, έπαιρνες πράγματι μαζί σου ένα μικρό κομμάτι της.
Λίγο πιο πέρα, νεαροί Βεδουίνοι, με μάτια τονισμένα από το kohl, κάθονταν πάνω σε γαϊδουράκια και μας παρατηρούσαν. Μιλούσαν μεταξύ τους, γελούσαν, σαν να ήμασταν εμείς το θέαμα.

Ένας από αυτούς ξεχώριζε.
Μαύρα ρούχα, μαύρο μαντήλι, ένα ασπρόμαυρο κολιέ και γκριζοπράσινα μάτια. Το βλέμμα του στεκόταν πάνω μας λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Και χαμογελούσε.
Ο νεαρός Βεδουίνος μίλησε αγγλικά, με έντονη αραβική προφορά:
«Αν θέλετε να συνεχίσετε, θα χρειαστείτε γαϊδουράκια. Ο δρόμος για το Μοναστήρι είναι δύσβατος».
Κοιταχτήκαμε για λίγο μεταξύ μας. Πριν προλάβουμε να απαντήσουμε, οι Βεδουίνοι μας είχαν ήδη περικυκλώσει. Το παζάρι ξεκίνησε σχεδόν τελετουργικά. Εκείνος με τα γκριζοπράσινα μάτια έφερε κοντά μας πέντε γαϊδουράκια και μας έκανε νόημα να ανέβουμε.
Του εξήγησα ότι θέλαμε να περπατήσουμε όσο μπορούμε και να χρησιμοποιήσουμε τα ζώα αργότερα. Συμφώνησε χωρίς αντίρρηση. Τότε του ζήτησα κάτι ακόμη:
«Θέλω να μας ξεναγήσεις μέχρι εκεί. Θα πληρωθείς».
Χαμογέλασε ελαφρά.
«Δεν θέλω χρήματα. Αυτή είναι η δουλειά μου. Με λένε Σαμίρ».
Συστήθηκα κι εγώ, και ύστερα σύστησα τη σύζυγό μου.
«Η Εύα», είπα.
«Πολύ ωραίο όνομα», απάντησε ο Σαμίρ και, με μια κοφτή κίνηση, έδωσε οδηγίες στους μικρούς που τον ακολουθούσαν.
Πέντε πιτσιρίκια ανέλαβαν τα γαϊδουράκια. Κάποιοι από την ομάδα ανέβηκαν, ενώ οι μικροί συνοδοί έτρεχαν δίπλα τους με απίστευτη ευκολία. Εμείς προχωρούσαμε με τα πόδια, ακολουθώντας τον Σαμίρ, που μας μιλούσε για τον τόπο, και φωτογραφίζαμε σχεδόν τα πάντα: Βασιλικούς τάφους, λουτρά, κατοικίες σκαλισμένες στον βράχο, καμήλες, παιδιά που περνούσαν τρέχοντας σαν μέρος του τοπίου.

Κάποια στιγμή, ο Σαμίρ φώναξε:
«Οι χρωματιστές πέτρες».
Σταθήκαμε μπροστά σε ένα φυσικό μωσαϊκό από ψαμμίτη. Το φως άλλαζε διαρκώς τις αποχρώσεις του: ροζ, κόκκινο, κίτρινο και λευκό, σαν να ζωγράφιζε ο ίδιος ο χρόνος πάνω στον βράχο.
Λίγο πιο πέρα, μια νεαρή κοπέλα που φορούσε ένα πολύχρωμο μαντήλι φωτογράφιζε τουρίστες ανάμεσα στα πολύχρωμα πετρώματα. Ο Σαμίρ σήκωσε το χέρι και πρόλαβε να πει μόνο μια φράση.
Ξεχώρισα καθαρά ένα όνομα:
Γιασμίν.
Η κοπέλα γύρισε απότομα. Το πρόσωπό της σκιάστηκε για μια στιγμή, σαν να την είχε αγγίξει κάτι απρόσμενο. Απάντησε χαμηλόφωνα.
Κάτι άλλαξε αμέσως στον Σαμίρ. Το βλέμμα του βάρυνε, το πρόσωπό του χλόμιασε. Έμοιαζε να έχει αποσυρθεί κάπου αλλού, μακριά από εμάς και τη διαδρομή.
Ανησύχησα.
«Χρειάζεσαι κάτι; Τι σου συμβαίνει;»
Δίστασε για μια στιγμή.
«Συγχωρέστε με…» είπε τελικά. «Δεν πρέπει να μπλέκουμε τα προσωπικά με τη δουλειά».
«Δεν είσαι καλά. Πώς θα συνεχίσεις;»
«Μην ανησυχείτε, θα τα καταφέρω».
Ύστερα φώναξε σε έναν από τους μικρούς να προσέχει περισσότερο τους αναβάτες, αλλά η φωνή του δεν είχε πια την ίδια σιγουριά.

Το τοπίο αγρίεψε και ήρθε η στιγμή να ανέβουμε στα γαϊδουράκια. Ως τότε είχα ανέβει σε άλογα, μουλάρια, καμήλες, ακόμη και ελέφαντες. Σε γαϊδούρι όμως ποτέ. Και, χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω, είχα έναν παράξενο, σχεδόν αρχέγονο φόβο γι’ αυτά.
Κοίταξα τον συνοδό μου. Ο Αλή, ένα ψηλόλιγνο αγόρι γύρω στα δεκατρία, φορούσε ξεθωριασμένο τζιν και μια γαλάζια φανέλα. Στο κεφάλι είχε ένα καπελάκι με έναν ήρωα καρτούν.
Και κάτω από τα σχεδόν ανύπαρκτα μουστάκια του, ένα διαβολικό χαμόγελο.
«Good trip» μου πέταξε χαιρέκακα.
Δεν με καθησύχασε καθόλου.
Μπροστά μας υψωνόταν ένας βραχώδης λόφος. Το γαϊδουράκι άρχισε να ανεβαίνει κι εγώ μαζί του, ενώ οι υπόλοιποι ακολουθούσαν πίσω, γελώντας. Αν είναι δυνατόν.
Ο Αλή περπατούσε δίπλα μου. Πότε ίσιωνε το ζώο, πότε το τσίγκλαγε, δεν ήμουν σίγουρος. Ο Σαμίρ είχε μείνει πίσω. Δεν υπήρχε κανείς να απευθυνθώ.
Ήθελα ήδη να κατέβω. Αλλά πώς;
Φτάσαμε ψηλά και στρίψαμε σε ένα πέτρινο μονοπάτι. Στενό, σαράντα, το πολύ πενήντα πόντους. Στα δεξιά, ένας γκρεμός που στο μυαλό μου βάθαινε επικίνδυνα. Μπορεί να μην ήταν τόσο, αλλά εγώ έτσι το έβλεπα.
Ο πανικός ήρθε απότομα. Ένας κρύος ιδρώτας με τύλιξε. Η υψοφοβία μου είχε ξυπνήσει για τα καλά.
Γύρισα και κοίταξα τον Αλή. Προσπαθούσε, μάλλον ανεπιτυχώς, να κρύψει το γέλιο του. Ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι απολάμβανε τον φόβο μου.
Η σύζυγός μου, πίσω μου, κατάλαβε αμέσως:
«Δεν πιστεύω να φοβάσαι;» πέταξε την κατάλληλη στιγμή.
«Εγώ; Αποκλείεται», απάντησα. «Μέχρι και φωτογραφίες έβγαλα στον γκρεμό».
Ψέμα, φυσικά.

Κάποια στιγμή, ευτυχώς, η διαδρομή τελείωσε. Μπροστά μας ξεπρόβαλε το Μοναστήρι, το Ad Deir. Σταθήκαμε, το κοιτάξαμε, το φωτογραφήσαμε. Αυτή τη φορά με σταθερά πόδια.
Ύστερα κατευθύνθηκα προς ένα υπαίθριο καφενείο, δίπλα σε μια τεράστια βουκαμβίλια. Κάθισα να πάρω μια ανάσα.
Τότε με πλησίασε ο Σαμίρ.
«Τι κάνετε. Δεν πιστεύω να φοβηθήκατε;»
«Όχι», είπα για δεύτερη φορά. «Απλώς την… κατάβαση θα την κάνω με τα πόδια».
Έριξα μια ματιά γύρω μου. Δεν ήμουν μόνος. Οι περισσότεροι έδειχναν την ίδια ξαφνική προτίμηση στο περπάτημα, όσο και αν πριν έκαναν τους ατρόμητους.
Παρήγγειλα δυο καφέδες και καθίσαμε σε ένα μικρό τραπεζάκι κάτω από τη σκιά της βουκαμβίλιας.
«Εσύ πώς είσαι;» τον ρώτησα. «Είσαι καλύτερα;»
Με κοίταξε. Δεν ήταν πια ο ίδιος.
«Τώρα που τελείωσε η δουλειά… μπορώ να σας μιλήσω. Και… σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον».
Δίστασε για μια στιγμή.
«Πες μου για τη Γιασμίν», είπα χαμηλόφωνα.
«Είναι η κοπέλα μου. Ή… ήταν». Ένα αμήχανο χαμόγελο πέρασε για λίγο από το πρόσωπό του. «Μερικά φιλιά… μέχρι εκεί. Εδώ δεν είναι εύκολα τα πράγματα».
«Τι συμβαίνει;»
Σήκωσε το βλέμμα του.
«Αύριο αρραβωνιάζεται».
«Με άλλον;
«Με τον σεΐχη της περιοχής. Θα γίνει η τρίτη γυναίκα του».
Για μια στιγμή δεν ήξερα τι να πω.
«Και εσύ;» κατάφερα τελικά.
Χαμογέλασε πικρά.
«Τι μπορώ να κάνω; Εδώ… οι αποφάσεις δεν είναι δικές μας».
«Μα αν δεν θέλει»;
Με κοίταξε σαν να είχα ρωτήσει κάτι αδιανόητο.
«Δεν υπάρχει “αν δεν θέλει”. Οι οικογένειες αποφασίζουν. Οι γυναίκες …ακολουθούν». Σταμάτησε για λίγο. « Οι φτωχοί δεν παίρνουν πάντα αυτό που αγαπούν».
Σιωπή.
«Τι θα κάνεις;»
«Δεν ξέρω». Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Η Γιασμίν… σκέφτεται να κάνει κακό στον εαυτό της. Αλλά φοβάται για τους δικούς της».
«Φύγετε», του είπα σχεδόν αυθόρμητα. «Φύγετε μαζί».
Χαμογέλασε πάλι, αυτή τη φορά πιο ήρεμα.
«Πού να πάμε; Ο κόσμος εδώ είναι μικρός».
Έμεινα για λίγο σιωπηλός. Δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να μιλήσω. Κι όμως, το είπα.
«Δεν ξέρω αν βοηθάει… αλλά κι εγώ έτσι πήρα την Εύα. Την έκλεψα».
Με κοίταξε απότομα. Τα μάτια του φωτίστηκαν.
«Αλήθεια;»
Χαμογέλασα.
«Τι νόμισες; Μόνο εδώ γίνονται αυτά;»
Έσκυψε το κεφάλι, σαν να κρατούσε μέσα του κάτι που μόλις είχε ανάψει.
«Σας ευχαριστώ», είπε ήσυχα. «Ίσως… κάτι αλλάξει».
Σηκώθηκε.
Θα ήθελα να μάθω τι έγινε», του είπα και του έδωσα την κάρτα μου.
Την πήρε προσεκτικά, σαν να είχε βάρος.
Με χαιρέτησε με ένα χαμόγελο που δεν ήξερε αν πρέπει να ελπίζει ή να παραιτηθεί.
Από τότε δεν τον ξαναείδα.

Εγώ όμως το κουβαλούσα όλο αυτό μέσα μου.
Είχα πει ένα ψέμα σ’ έναν άνθρωπο που πονούσε. Όχι εκείνο το μικρό της στιγμής, αλλά το άλλο, το μεγάλο. Αυτό που ίσως τον έσπρωχνε κάπου. Κι αν κάτι πήγαινε στραβά; Αν πλήρωνε εκείνος αυτό που εγώ είπα τόσο εύκολα;
Δεν ήξερα γιατί το έκανα. Ούτε πώς μου ήρθε.
Κι όμως, για καιρό ο Σαμίρ και η Γιασμίν δεν έφευγαν από το μυαλό μου.
Πέρασαν χρόνια. Είχαμε αλλάξει σπίτι, είχαμε προχωρήσει.
Μια μέρα, στο καινούριο μας σπίτι, εμφανίστηκε η παλιά σπιτονοικοκυρά. Μετά τα «τι κάνετε» και τα «που χαθήκατε», έβγαλε έναν φάκελο από την τσάντα της.
«Έχω εδώ και χρόνια ένα γράμμα για σας», είπε. «Δεν ήξερα πού να σας βρω».
Έτυχε να είμαστε μαζί με την Εύα. Την ευχαριστήσαμε και, αφού έφυγε, μείναμε για λίγο να κοιτάμε τον φάκελο. Η διεύθυνση ήταν γραμμένη και στα αραβικά. Το γραμματόσημο, Ιορδανία.
Το ανοίξαμε προσεκτικά.
Μέσα υπήρχε μια έγχρωμη φωτογραφία. Ένα ζευγάρι. Χαμογελούσαν. Ανάμεσά τους, ένα μικρό κορίτσι.
Για μια στιγμή δεν μιλήσαμε.
Στο πάνω μέρος της φωτογραφίας, τυπωμένα στα ελληνικά:
Ευχαριστούμε
Γιασμίν – Σαμίρ – Εύα
Και κάπου εκεί, το ψέμα άλλαξε μορφή.

*Ο Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).
Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.
Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.
Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στο βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στη Θεσσαλονίκη.
Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό.
*Η Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.
Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.
Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.
Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Η αγάπη της για τη φωτογραφία συνδυάζεται με το πάθος της για τα ταξίδια και με τον σύζυγό της περιηγούνται σε διάφορα μέρη του κόσμου.
