Το άρθρο του Στέργιου Μήτα είναι ένα οδοιπορικό που ξεκινά από τις ορεινές λίμνες της Αστράκας στα Ζαγοροχώρια και καταλήγει στα γαλάζια νερά της Ερείκουσας. Ο Μήτας περιγράφει με γλαφυρότητα τη μαγευτική φυσική ομορφιά της Ελλάδας, από τα πετρόκτιστα χωριά και τις χαράδρες της Πίνδου μέχρι τις αλπικές λίμνες και τα άγρια άλογα της Τύμφης.
Στη συνέχεια, μεταφέρεται στην Κέρκυρα και την Ερείκουσα, αναδεικνύοντας την ανάγκη για βιώσιμη ανάπτυξη και σεβασμό στο περιβάλλον. Μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες, τονίζει τη σημασία της φύσης και της απλότητας στη ζωή, ενώ εκφράζει την ανησυχία του για τις πιέσεις του υπερτουρισμού και την απώλεια της παραδοσιακής ταυτότητας των περιοχών αυτών.
Διαβάστε παρακάτω
Λέξεις, εικόνες: Στέργιος Μήτας
Αυτό που εξακολουθώ να χαίρομαι σε αυτή τη χώρα είναι το φυσικό της περιβάλλον – για όσο ακόμη καταφέρνει να το διατηρεί. Για τα υπόλοιπα της χώρας δεν βρίσκω λόγους να χαίρομαι.
Η Ελλάδα έχει μια μαγική ιδιαιτερότητα, είναι από τις λίγες χώρες όπου μπορείς την μια μέρα να βρίσκεσαι στην κορυφή ενός βουνού και την επόμενη να κολυμπάς στην γαλάζια θάλασσα. Και αυτό, χειμώνα και καλοκαίρι. Αυτή η εναλλαγή πάντα με γοήτευε και προσπαθούσα να τη συνδυάζω στα ταξίδια μου.
Αυτό έκανα και αυτή τη φορά, ταξίδεψα από την Αστράκα της Πίνδου στα Ζαγοροχώρια, σε ένα από τα μικρότερα και πιο άγνωστα νησάκια της Ελλάδας, την Ερείκουσα.
Στα Ζαγοροχώρια, 46 πετρόκτιστα χωριά, 60 πέτρινα γεφύρια και άπειρες εκκλησίες.
Τα Ζαγοροχώρια έγιναν για μένα ένας αγαπημένος προορισμός από την στιγμή που τα γνώρισα, γυρίζοντας εκεί ντοκιμαντέρ για την φύση και τα χωριά της περιοχής, που τότε ήταν σχεδόν εγκαταλελειμμένα. Είναι από τα πιο όμορφα ορεινά χωριά της χώρας μας και τα ερωτεύτηκα από την πρώτη στιγμή.
Η περιοχή κατοικήθηκε από την αρχαιότητα, όμως η ιδιαίτερη ακμή της ήρθε – όσο και αν είναι περίεργο – κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Τα χωριά απέκτησαν προνόμια αυτοδιοίκησης από τους Οθωμανούς, κάτι που τους επέτρεψε να αναπτυχθούν οικονομικά και πολιτιστικά.
Οι κάτοικοι ασχολούνταν με το εμπόριο, τη βιοτεχνία, αλλά και με τη μετανάστευση σε πόλεις του εξωτερικού. Με τα κέρδη που έφερναν πίσω οι πλούσιοι Ηπειρώτες, χτίστηκαν όλα τα πετρόκτιστα αρχοντικά, τα εκπληκτικά πέτρινα γεφύρια και οι εκκλησίες που στολίζουν μέχρι σήμερα τα χωριά.
Στα νεότερα χρόνια τα Ζαγοροχώρια πέρασαν μεγάλες δυσκολίες με τις πολεμικές συγκρούσεις και τη μετανάστευση, και κάποια στιγμή σχεδόν ερήμωσαν. Τα κατάφεραν όμως και διατήρησαν την αρχιτεκτονική τους κληρονομιά και την ιδιαίτερη ταυτότητά τους.
Σήμερα, είναι ένας από τους πιο αγαπητούς ορεινούς προορισμούς της Ελλάδας, συνδυάζοντας φύση, αρχιτεκτονική και ιστορία, σε ένα αρμονικό σύνολο.
Στο φαράγγι του Βίκου.
Έφτασες λοιπόν στα Ζαγοροχώρια και ο προορισμός σου είναι το Πάπιγκο για να ανεβείς στην Αστράκα. Προτείνω πριν πας στο Πάπιγκο και μόλις φτάσεις στο χωριό Αρίστη να πας μια βόλτα στο χωριό Βίκος. Από εδώ έχεις την καλύτερη θέα στην μοναδική ομορφιά της χαράδρας του Βίκου. .
Θα βρεις ένα ωραίο παρατηρητήριο-κιόσκι εδώ και μπορείς να καθίσεις και να θαυμάσεις την χαράδρα. Άφησε το βλέμμα σου να ταξιδέψει στο πανέμορφο αυτό τοπίο και νοιώσε την δυνατή ενέργεια της φύσης.
Η χαράδρα έχει μήκος 12 χιλ. και είναι στο Guinness Book of Records σαν η πιο βαθειά χαράδρα στον κόσμο, αναλογικά με το πλάτος της όμως. Σε κάποια σημεία έχει βάθος πάνω από 1000 μέτρα και πλάτος μόνο 30. Έχει περισσότερα από 1 800 είδη φυτών, αρκετά από τα οποία είναι ενδημικά στην περιοχή. Με αυτά τα βότανα γιάτρευαν κάποτε οι περίφημοι Βικογιατροί.
Από εδώ στο χωριό Βίκος μπορείς να κατεβείς στις πηγές του Βοϊδομάτη σε 1,5 ώρα η να διασχίσεις το φαράγγι σε 6 ώρες. Τις έχω κάνει και τις δύο διαδρομές και είναι υπέροχες.
Τώρα όμως αφού απόλαυσες την θέα στην χαράδρα του Βίκου επιστρέφεις στην Αρίστη και κατεβαίνεις στον Βοϊδομάτη.
Στον Βοϊδομάτη.
Πριν ανεβείς στο Πάπιγκο, θα κάνεις μία στάση στον ποταμό Βοϊδομάτη.
Πηγάζει μέσα στην καρδιά του Εθνικού Πάρκου και διασχίζει ένα μέρος από τη χαράδρα του Βίκου. Τα νερά του είναι πολύ κρύα οκτώ βαθμοί όλο τον χρόνο και πεντακάθαρα, με έντονο γαλαζοπράσινο χρώμα. Είναι ένα από τα πιο καθαρά ποτάμια της Ευρώπης και στις πηγές του το νερό πίνεται.
Μόλις περάσεις το γεφύρι της Αρίστης είσαι στο σημείο που ο Βοϊδομάτης βγαίνει από το παρθένο δάσος και γίνεται λίγο πιο ήρεμος, σχηματίζοντας μάλιστα και μια μικρή παραλία.
Το καλοκαίρι μαζεύεται πολύς κόσμος εδώ για μπάνιο αλλά και για rafting. Η διαδρομή του rafting ξεκινά από εδώ από το γεφύρι της Αρίστης και καταλήγει στη γέφυρα της Κλειδωνιάς, διαρκεί περίπου 1,5–2 ώρες και προσφέρει εντυπωσιακές εικόνες με πλατάνια, απότομα βράχια και γαλάζια νερά. Ο Βοϊδομάτης είναι ένας από τους πιο δημοφιλείς ποταμούς στην Ελλάδα για rafting, κυρίως λόγω της καθαρής, ήπιας και σταθερής ροής του. Η διαδρομή είναι σχετικά εύκολη, κατηγορία ΙΙ, γι’ αυτό ενδείκνυται και για αρχάριους ή οικογένειες..
Εσύ τώρα αν δεν θέλεις την πολυκοσμία, τα camper και το rafting θα προχωρήσεις δίπλα στο ποτάμι μέσα στο δάσος και θα βρεις πολύ πιο ήσυχα μέρη.
Οι μαγικές εικόνες του Βοϊδομάτη.
Εδώ δίπλα στο ποτάμι, κάτω από τα δέντρα, έχεις δύο καλές επιλογές.
Αν δεν έχεις χρόνο, θα μπεις για λίγο στο παγωμένο νερό με μεγάλη προσοχή και για όσο αντέχεις. Το νερό όπως ξέρεις είναι μόλις οκτώ βαθμοί και το ρεύμα του ποταμού δυνατό. Μην προσπαθήσεις να περάσεις στην απέναντι όχθη κολυμπώντας, όσο κι αν φαίνεται εύκολο, το κρύο νερό και το ρεύμα μπορεί να το κάνουν επικίνδυνο. Το δοκίμασα και ξέρω.
Αν έχεις χρόνο τώρα και θέλεις κάτι διαφορετικό, προτείνω να μείνεις εδώ το βράδυ, κάτω από τα ψηλά δέντρα, δίπλα στο ποτάμι. Ένα απλό δείπνο στις όχθες του Βοϊδομάτη με ένα ποτήρι κρασί γίνεται εμπειρία αξέχαστη.
Κι όταν ξημερώσει, θα ξυπνήσεις γεμάτος ενέργεια. Το πρώτο φως θα αγγίζει το ποτάμι και ίσως δεις αυτές τις μαγικές εικόνες του Βοϊδομάτη – σαν πίνακας που ζωντανεύει μπροστά σου.
Φεύγοντας δεν θα έχεις αφήσει τίποτα πίσω σου και δεν θα έχεις πειράξει τίποτα από την φύση. Εκείνη όμως θα έχει αφήσει κάτι μέσα σου.
Στο Πάπιγκο.
Αφού πέρασες ένα υπέροχο βράδυ δίπλα στον Βοϊδομάτη και ευχαριστήθηκες το παγωμένο του νερό, πιάνεις την ανάβαση για το Πάπιγκο.
Είναι για μένα το πιο όμορφο χωριό στα Ζαγοροχώρια. Σκαρφαλωμένο στις πλαγιές της Τύμφης, χωρίζεται σε δύο τμήματα – το Μικρό και το Μεγάλο Πάπιγκο – που συνδέονται με ένα ωραίο πέτρινο μονοπάτι.
Το Πάπιγκο είναι γεμάτο με πέτρινα αρχοντικά με ψηλούς μαντρότοιχους, περίτεχνες αυλόπορτες, στέγες με πλάκες από σχιστόλιθο, στενά σοκάκια και μικρές πλατείες με βρύσες. Έχεις την αίσθηση ότι περπατάς σε άλλες εποχές, τότε που όλα ήταν πιο ανθρώπινα και ήρεμα.
Στους προηγούμενους αιώνες γνώρισε μεγάλη ακμή, ιδιαίτερα τον 18ο και 19ο αιώνα, όταν αρκετοί κάτοικοί του μετανάστευσαν στο εξωτερικό και επέστρεψαν με πλούτο. Με τα χρήματά τους χτίστηκαν τα εντυπωσιακά πέτρινα αρχοντικά που βλέπεις.
Η οικονομική δύναμη συνδυάστηκε και με πνευματική ανάπτυξη. Από το Πάπιγκο κατάγονταν λόγιοι, γιατροί και δάσκαλοι, που άφησαν το αποτύπωμά τους στην ιστορία του Ζαγορίου.
Τι κάνει το Πάπιγκο τόσο μοναδικό;
Εκτός από την ‘’πέτρινη’’ ομορφιά του, ξεχωριστό το κάνει η θέση του, ψηλά και κάτω από τους Πύργους της Αστράκας. Απέναντι σου υψώνεται ο επιβλητικός κάθετος τεράστιος βράχος της Αστράκας και είναι μια πολύ εντυπωσιακή εικόνα. Αυτοί οι κάθετοι πύργοι που σηκώνονται απότομα πάνω από τα δύο χωριά, φτάνουν σε ύψος περίπου 2.436 μέτρων και χαρίζουν στο τοπίο μια επική μεγαλοπρέπεια.
Από μακριά φαίνεται σαν τείχος που στέκει προστατευτικά πάνω από το Πάπιγκο. Γι’ αυτό και οι κάτοικοι τον θεωρούσαν πάντα σημείο αναφοράς.
Οι Πύργοι της Αστράκας με τις κάθετες ορθοπλαγιές και τα απότομα βράχια, αλλάζουν χρώματα μέσα στη μέρα – από το γκρίζο και το μολυβί ως το πορφυρό στο ηλιοβασίλεμα.
Είναι ένα τοπίο που δεν θέλεις να φύγεις. Το απογευματινό φώς στα βράχια της Αστράκας είναι μια μαγική στιγμή της ημέρας και δεν ήθελα να την χάνω ποτέ. Όποτε είμαι εδώ, φτιάχνω έναν ζεστό καφέ, κάθομαι στις πέτρινες πεζούλες στην αυλή του αρχοντικού και χάνομαι στην μαγεία των φωτισμένων με κόκκινο φως βράχων.
Τα Ζαγοροχώρια και το Πάπιγκο είχαν ερημώσει για δεκαετίες.
Γυρίζαμε ντοκιμαντέρ εδώ την δεκαετία του ΄90 και σχεδόν δεν βρίσκαμε που να κοιμηθούμε. Ευτυχώς υπήρχε η υπέροχη κυρία Καλλιόπη που μας μαγείρευε πίτες στην αυλή του σπιτιού της και μας κοίμιζε στα πέτρινα δωμάτια της, παρέα με σκορπιούς.
Ακόμη και σήμερα όμως θα συναντήσεις τέτοιες υπέροχες γυναίκες που βγαίνουν να μαζέψουν ξύλα για τον χειμώνα, που εδώ πάνω είναι βαρύς και δύσκολος. Για κάποιους ανθρώπους οι εποχές έχουν σταματήσει και η ηλικία επίσης.
Στο μικρό Πάπιγκο.
Από εδώ αρχίζει η ανάβαση για το καταφύγιο της Αστράκας. Φτάνεις εδώ νωρίς το πρωί, αφήνεις το αυτοκίνητο σου στο παρκινγκ του χωριού και πηγαίνεις στην αυλή της εκκλησίας κάτω από τα πλατάνια, για να ετοιμαστείς.
Περπατάω στα βουνά από την εφηβεία μου και έχω μια καλή ορειβατική εμπειρία. Ποτέ δεν με ενδιέφεραν οι κορυφές, με ενδιαφέρει το βουνό και η βιωματική του εμπειρία. Τα Ελληνικά βουνά θα σου προσφέρουν αυτή την χαρά της απόλαυσης με το παραπάνω.
Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά τώρα για αυτή την ανάβαση είναι, πάρε όσο γίνεται πιο ελαφρύ σακίδιο και βάλε τα καλύτερα παπούτσια και κάλτσες, που τα έχεις ήδη δοκιμάσει σε άλλη πορεία. Νερό, μπατόν, πετσέτα, φακός, μπουφάν, ενέργεια, δεύτερα ρούχα και είδη διάσωσης στα απαραίτητα. Δεν θα χρειαστείς εξειδικευμένο εξοπλισμό εδώ.
Αφού ετοίμασες το σακίδιο και ντύθηκες ελαφριά, μπαίνεις στο πολύ όμορφο μικρό Πάπιγκο. Προς το τέλος του πέτρινου καλντεριμιού βρίσκεις την ταμπέλα που σηματοδοτεί το μονοπάτι.
Η διαδρομή είναι περίπου τρείς ώρες και έχει τέσσερεις βρύσες.
Η ανάβαση για το καταφύγιο στην Αστράκα είναι μια μέτρια προς δύσκολη διαδρομή λόγο της υψομετρικής διαφοράς και της συνεχούς ανάβασης που την κάνει απαιτητική. Η απόσταση είναι 6 χιλιόμετρα και η υψομετρική διαφορά είναι χίλια μέτρα. Δηλαδή θα ανεβείς 1.000 μέτρα μέσα σε τρεις ώρες. Ξεκινάς από τα 950 μέτρα ύψος που είναι το μικρό Πάπιγκο και θα φτάσεις στα 1950 μέτρα που είναι το καταφύγιο της Αστράκας.
Η διάρκεια τώρα εξαρτάται από την φυσική σου κατάσταση και τις στάσεις. Αλλά μην δίνεις έμφαση στην διάρκεια και στο να ανεβείς γρήγορα. Δώσε χρόνο και απόλαυσε την διαδρομή δίχως να πηγαίνεις με το κεφάλι κάτω.
Προτείνω να κάνεις αυτή την ανάβαση νωρίς το πρωί γιατί σε λίγο θα είσαι σε υποαλπικό περιβάλλον δίχως δέντρα, κάτω από τον ήλιο, που θα σε κουράσει. Δεύτερη επιλογή είναι αργά το απόγευμα αλλά δεν την προτείνω για αρχάριους, μην τυχόν αργοπορήσεις και βραδιάσει και τότε οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές.
Στην αρχή θα είσαι μέσα σε ένα πανέμορφο δάσος.
Αυτό θα σε κάνει να σκέφτεσαι πόσο όμορφα είναι να περπατάς μέσα στα δάση και την ησυχία τους. Θα σκεφτείς όμως και πόσο κινδυνεύουν πλέον από τις φωτιές και την κλιματική αλλαγή και ότι χρειάζονται μεγάλη προστασία από όλους μας. Λίγο έξω από το χωριό θα βρεις και την πρώτη από τις τέσσερεις βρύσες της διαδρομής.
Περπατώντας θα συναντήσεις ίσως κανένα άκακο φιδάκι, η καμιά μεγάλη σαύρα. Μην φοβηθείς και μην τα πειράξεις, αυτά σε φοβούνται πιο πολύ και θα φύγουν. Είχα την τύχη και συνάντησα έναν όμορφο τυφλίτη που δεν με ένοιωσε σαν εχθρό- ίσως η ενέργεια- έτσι στάθηκε λίγη ώρα και τον φωτογράφισα.
Τυφλίτης. Το φίδι-σαύρα με το λάθος όνομα.
Το όνομα του δεν έχει καμιά σχέση με αυτό το ερπετό, που δεν είναι τυφλό, βλέπει μια χαρά, έχει ωραία μάτια και βλέφαρα που δεν έχουν τα φίδια. Στα λατινικά έχει καλύτερο όνομα – Pseudopus apodus. Αυτός με τα ψεύτικα πόδια.
Μοιάζει με φίδι αλλά δεν είναι. Είναι σαύρα αλλά δεν έχει πόδια. Είναι η μεγαλύτερη σαύρα της Ευρώπης με μήκος μέχρι 140 εκ. από τα οποία τα 90 εκ. είναι η ουρά της. Αυτός εδώ ο πανέμορφος Τυφλίτης ήταν μεγάλος σε μήκος.
Είναι εντελώς άκακος και δεν έχει δηλητήριο. Έχει όμως το πιο δυνατό δάγκωμα από όλα τα ερπετά της Ελλάδας. Δεν θα σε δαγκώσει όμως, ακόμη και αν προσπαθήσεις να τον χειριστείς. Φυσικά δεν θα το κάνεις ποτέ.
Εδώ στην Τύμφη είναι το οικοσύστημα του, το σπίτι του. Τρώει έντομα, σκουλήκια και μικρά ερπετά. Επειδή μοιάζει με φίδι δυστυχώς στην Ελλάδα τον φοβούνται και τον σκοτώνουν και αυτό είναι πολύ άδικο. Τα φίδια και οι σαύρες είναι πολύ σημαντικά για το οικοσύστημα μας, τα χρειαζόμαστε και δεν είναι εχθροί μας.
Αφού ανταλλάξαμε τις ενέργειες μας, σιγά-σιγά απομακρύνθηκε, σίγουρος ότι δεν κινδυνεύει από μένα.
Στην βρύση Αντάλκη στα 1200 μέτρα.
Έχεις περπατήσει μέσα στο δάσος καμιά ωρίτσα, άρχισες να διψάς και στα 1200 μέτρα θα φτάσεις στην δεύτερη βρύση της διαδρομής την Αντάλκη. Η διαδρομή προς το καταφύγιο της Αστράκας έχει την πολύ καλή τύχη να διαθέτει τέσσερεις βρύσες. Αυτό είναι σπάνιο στα βουνά και αν είσαι τυχερός, ίσως βρεις λίγο νεράκι στις βρύσες για να πιείς, αλλά και να δροσίσεις το σώμα σου.
Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι θα ιδρώσεις πολύ στην ανάβαση και θα χρειαστείς νερό. Μην βασίζεσαι στις βρύσες όμως, μπορεί να μην έχουν νερό, για αυτό οπωσδήποτε γέμισε το παγούρι σου πριν ξεκινήσεις. Εμείς ήμασταν τυχεροί και αυτή η βρύση είχε νερό.
Συνεχίσαμε την ανάβαση και σε λίγο βγαίνεις από το δάσος και θα είσαι σε μια περιοχή με αραιούς θαμνώδης κέδρους και χαμηλή βλάστηση.
Στην βρύση Κρούνα στα 1750.
Είναι η τελευταία από τις τέσσερεις βρύσες και είναι αρκετά ψηλά στα 1750 μέτρα. Από εδώ έχεις οπτική επαφή με το καταφύγιο και πιστεύεις ότι έφτασες.
Δεν έφτασες όμως, εδώ εμφανίζεται η ψυχολογική διάσταση της ανάβασης. Μπορεί να έχεις κουραστεί, να βλέπεις τον προορισμό σου, να πιστεύεις ότι είναι κοντά, αλλά σε πορεία να μην είναι, γιατί κάνεις πολλές φουρκέτες για να ανέβεις. Αυτό μπορεί να σε εκνευρίσει λίγο. Η ανάβαση από εδώ και πάνω είναι απότομη και θα χρειαστείς άλλα 40 λεπτά.
Ξέχνα τα όμως όλα και ανέβα με την ησυχία σου. Δώσε χρόνο να θαυμάσεις το τοπίο και την χαμηλή βλάστηση με τα όμορφα λουλούδια και φυτά.
Στο καταφύγιο της Αστράκας στα 1950 μέτρα.
Επιτέλους έφτασες και θα έχεις την ευτυχία να βγάλεις τις ορειβατικές σου μπότες και να κάνεις ίσως κανένα μπάνιο. Όπως όλα τα ορειβατικά καταφύγια στην Ελλάδα έχει τις υποτυπώδεις παροχές για να κοιμηθείς και να φας κάτι. Θα είσαι μαζί με άλλους σε κοιτώνες με κουκέτες και θα παρακαλάς να κοιμούνται δίχως να ροχαλίζουν. Το καλοκαίρι μπορεί το νερό να είναι λίγο και να μην φτάνει ούτε για μπάνιο. Συνήθως δεν θα έχεις σήμα στο κινητό σου και είναι μια καλή ευκαιρία αποτοξίνωσης.
Μόλις αισθανθείς καλύτερα και έχεις βάλει καθαρά ρούχα και ελαφριά παπούτσια, βγαίνεις για μια βόλτα γύρω από το καταφύγιο. Η θέα από εδώ πάνω είναι εξαιρετική. Έχεις μπροστά σου την κορυφή της Αστράκας και αν γυρίσεις το βλέμμα χαμηλά κάτω, θα δεις το Πάπιγκο.
Μου αρέσει το αλπικό περιβάλλον, για το αγνάντεμα που μου προσφέρει.
Αφήνεις το βλέμμα να χαθεί γύρω σου, στις κορυφές, στα ορεινά λιβάδια, στους πέτρινους όγκους και βιώνεις το βουνό και το μεγαλείο του.
Και κάπου κάτω μακριά είναι ο πολιτισμός, που τον άφησες για λίγο για να ρθείς εδώ πάνω, στην ησυχία και την δυνατή ενέργεια των βουνών και των ψηλών κορυφών.
Αφού ευχαριστήθηκες την υπέροχη θέα μπορείς τώρα να ξαπλώσεις στο χορτάρι η πάνω σε καμιά πλάκα και να αρχίσεις να αδειάζεις από σκέψεις.
Η βλάστηση στο υποαλπικό περιβάλλον.
Γύρω από το καταφύγιο της Αστράκας περπατώντας με προσοχή, θα δεις στα πόδια σου πολλά φυτά και λουλούδια. Ένας κόσμος που υπάρχει μόνο για εκείνον που θα σταθεί να τον κοιτάξει προσεκτικά. Στην φωτογραφία βλέπεις καμπανούλες και μανιτάρια Macrolepiota τα γνωστά – παρασολάκια.
Τα φυτά εδώ πάνω δεν μπορούν να μεγαλώσουν πολύ, γιατί οι συνθήκες είναι δύσκολες, ζούνε όμως χαμηλά το ένα δίπλα στο άλλο και ομορφαίνουν το περιβάλλον.
Μπορεί η βλάστηση να είναι χαμηλή, αλλά είναι εξαιρετικά πλούσια σε σπάνια και εντυπωσιακά φυτά. Πολλά από αυτά είναι ενδημικά της περιοχής, δηλαδή υπάρχουν μόνον εδώ και πουθενά αλλού στον πλανήτη. 40 τέτοια ενδημικά έχει η περιοχή αυτή που ανήκει στο Εθνικό Πάρκο Βίκου–Αώου, ένα από τα σημαντικότερα καταφύγια ενδημικής χλωρίδας στην Ελλάδα.
Τι φυτά και λουλούδια μπορείς να συναντήσεις;
Πάρα πολλά, είναι ένας θαυμάσιος υποαλπικός βιότοπος. Θα αναφέρω μόνο μερικά.
Εαρινή Γεντιανή, την βλέπεις στην φωτογραφία. Είναι από τα πιο τυπικά και εμβληματικά λουλούδια της αλπικής ζώνης – γι’ αυτό και συχνά χρησιμοποιείται σε οδηγούς φυτών σαν ‘’σήμα’’ των ορεινών λιβαδιών.
Ορχιδέες, από τα πολύ αγαπημένα μου άγρια λουλούδια.
Καμπανούλες, με μικρά, μωβ-γαλάζια άνθη σε σχήμα καμπάνας.
Κενταύρια αυτό είναι ενδημικό φυτό της Ηπείρου, με μωβ-μπλε λουλούδια.
Γεντιανή, από τα πιο χαρακτηριστικά αλπικά φυτά με μπλε ή κίτρινα άνθη.
Πρίμουλα, κάνει μικρά κίτρινα άνθη που ανθίζουν σε συστάδες.
Βιόλες, με μωβ και μπλε άνθη, χαμηλά στο έδαφος.
Στις μικρές αλπικές λίμνες.
Το επόμενο πρωί μετά το ‘’αλπικό’’ πρωινό σου ξεκινάς από το καταφύγιο και κατηφορίζεις προς τα αλπικά λιβάδια και τις λιμνούλες της περιοχής.
Θα χρειαστείς περίπου μισή ώρα για να φτάσεις και θα είσαι σε ένα μοναδικό περιβάλλον αλπικής ομορφιάς. Το νερό είναι διάφανο και καθρεφτίζει τον ορεινό όγκο της Αστράκας αλλά και εσένα αν πλησιάσεις κοντά. Είναι οι καθρέφτες του ουρανού μέσα στο άγριο ορεινό τοπίο.
Οι αλπικές λίμνες είναι μικρά υδάτινα στολίδια που σχηματίζονται σε μεγάλο υψόμετρο, συνήθως πάνω από τη ζώνη των δασών.
Δημιουργούνται από την τήξη των χιονιών και των παγετώνων και συγκρατούνται σε φυσικές λεκάνες ανάμεσα σε βράχους και ορεινές ράχες. Τα νερά τους είναι κρυστάλλινα, παγωμένα και συχνά έχουν έντονο γαλάζιο ή σμαραγδί χρώμα, λόγω της καθαρότητας και των ορυκτών του πυθμένα.
Πέρα από την αισθητική τους αξία, αποτελούν ευαίσθητα οικοσυστήματα, φιλοξενούν σπάνια φυτά και ζώα που αντέχουν στις ακραίες συνθήκες. Η περιοχή είναι σε καθεστώς προστασίας και απαγορεύεται να μπεις μέσα στην λίμνη.
Εδώ ψηλά δώσε χρόνο και κάθισε στις πέτρες δίπλα στην λίμνη.
Να χαρείς αυτή την σπάνια ομορφιά του αλπικού τοπίου να την χορτάσεις. Για τον ορειβάτη, μια αλπική λίμνη είναι πάντα ένας τόπος ανάπαυλας και θαυμασμού, είναι εκεί που η σιωπή του βουνού συναντά την ηρεμία του νερού.
Ίσως δεις και τους μικρούς τρίτωνες, αυτά τα αμφίβια πλασματάκια που μοιάζουν λίγο με δρακάκια και έδωσαν το όνομα τους στην μία λίμνη, η σε όλες και τις λένε δρακόλιμνες.
Έχεις μπροστά σου ένα μαγικό πίνακα της φύσης και αν πήρες μαζί σου τα χρωματιστά μολύβια και το μπλοκάκι ζωγραφικής, το περιβάλλον εδώ πάνω θα σε σπρώξει στην δημιουργία.
Αυτή η λίμνη δεν είναι η μοναδική εδώ πάνω. Αν συνεχίσεις την πορεία σου σε μια ώρα θα είσαι στην επόμενη λίμνη που είναι μεγαλύτερη και πολύ όμορφη.
Στις ορεινές στάνες.
Κάποιες εποχές –όχι και πολύ μακριά- οι κτηνοτρόφοι ανέβαζαν τα κοπάδια τους το καλοκαίρι σε μεγάλα υψόμετρα, για να βρουν φαγητό τα ζώα στα πλούσια λιβάδια. Ήταν ο τρόπος που λειτουργούσε η παραδοσιακή νομαδική κτηνοτροφία της χώρας μας. Το καλοκαίρι στα ψηλά, τον χειμώνα στα χαμηλά.
Έφτιαχναν κάποιες απλές κατασκευές, συνήθως πέτρινα χαμηλά κτίσματα, για να μείνουν και για να τυροκομήσουν το γάλα. Τα τυριά αυτά ήταν ότι καλύτερο μπορούσες να δοκιμάσεις, ειδικά το κατσικίσιο. Τα ζώα έβοσκαν στα παρθένα ορεινά λιβάδια, έδιναν εξαιρετικό γάλα που το έκαναν τυρί οι τσομπάνηδες με φυσική τυροκόμηση.
Εδώ τώρα θα συναντήσεις κάποια πέτρινα χαμηλά κτίσματα, είναι το μαντρί της οικογένειας Τζουμάνη, που κάποτε έδινε ζωή στην περιοχή.
Τα άγρια άλογα.
Αν είσαι σχετικά πρωί εδώ πάνω και δεν έχει άλλους ορειβάτες, ίσως είσαι τυχερός και δεις τα άγρια άλογα της περιοχής. Τι υπέροχα ζώα!
Χωρίς σαμάρια, πέταλα και καπίστρια, ζουν εδώ πάνω ελεύθερα στο φυσικό τους περιβάλλον. Είναι σύμβολα ελευθερίας μέσα στο άγριο τοπίο της Τύμφης. Θα καθίσεις ήσυχα κάτω στο χορτάρι δίχως να κουνιέσαι για να μην φύγουν. Δεν πλησιάζουν τον άνθρωπο, δεν θέλουν να σε βλέπουν, είσαι αυτός που τα έλειωνε μια ζωή στην σκληρή δουλειά.
Πρόκειται για απόγονους κατοικίδιων αλόγων που εγκαταλείφθηκαν ή αφέθηκαν ελεύθερα από τους κατοίκους του Ζαγορίου παλιότερα. Με τα χρόνια προσαρμόστηκαν στο ορεινό περιβάλλον και επιβιώνουν σε άγρια κατάσταση. Ζουν κοινωνικά σε μικρά κοπάδια, μετακινούνται ελεύθερα στα λιβάδια και τις πλαγιές της Αστράκας, και τρέφονται από την πλούσια υποαλπική χλωρίδα.
Είναι ανθεκτικά αυτά τα άλογα και έχουν μάθει να αντέχουν σε δύσκολες συνθήκες. Τις περισσότερες φορές κατεβαίνουν χαμηλότερα τον χειμώνα και ξανανεβαίνουν στα ψηλά λιβάδια την άνοιξη και το καλοκαίρι.
Η παρουσία τους πλέον γίνεται όλο και πιο σπάνια. Ο πληθυσμός τους μειώνεται χρόνο με τον χρόνο, είτε από τις δύσκολες συνθήκες του χειμώνα, είτε από την απομόνωση και την έλλειψη συντρόφων. Αν συνεχίσει έτσι, τα άλογα της Τύμφης θα χαθούν, όπως χάθηκαν κι άλλα μικρά κοπάδια σε βουνά της Ελλάδας.
Στην Κέρκυρα.
Έχεις κατέβει από το καταφύγιο της Αστράκας με προσοχή και κατευθύνεσαι από το Πάπιγκο προς την Ηγουμενίτσα για να πάς στην Κέρκυρα. Εδώ θα χρειαστεί να μείνεις ένα βράδυ για να πάρεις την άλλη μέρα το πρωί το καραβάκι για την Ερείκουσα.
Η Κέρκυρα είναι από τα πιο όμορφα και ιστορικά νησιά της Ελλάδας, όμως τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις από τον υπερτουρισμό και την άναρχη δόμηση. Η μεγάλη αύξηση τουριστών, ιδιαίτερα με την ανάπτυξη των κρουαζιερόπλοιων και των βραχυχρόνιων μισθώσεων, έχει αλλάξει τον χαρακτήρα του νησιού. Τα στενά καντούνια της πόλης γεμίζουν καθημερινά από χιλιάδες τουρίστες, οι υποδομές συχνά δεν επαρκούν, ενώ η ποιότητα ζωής των κατοίκων υποβαθμίζεται.
Αν κάνεις μια βόλτα στο νησί θα εκπλαγείς από την ανεξέλεγκτη οικοδόμηση. Εξοχικές κατοικίες, ξενοδοχειακές μονάδες και τουριστικά συγκροτήματα ξεφυτρώνουν σε παραλίες, ελαιώνες και φυσικά τοπία χωρίς σαφή πολεοδομικό σχεδιασμό. Το αποτέλεσμα είναι η αλλοίωση του τοπίου, η καταστροφή παραδοσιακών οικισμών και η απώλεια της ισορροπίας ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον και την τουριστική ανάπτυξη. Πάρα πολλά σπίτια επίσης έχουν πουληθεί σε ξένους, κυρίως Άγγλους και μένουν κλειστά για μήνες.
Παρόλα αυτά η Κέρκυρα κρατάει ακόμη και αν πάς στα μικρά χωριά θα συναντήσεις παραδοσιακούς οικισμούς με στενά σοκάκια, σπίτια κολλητά το ένα στο άλλο και μικρές πλατείες με πηγάδια.
Στο νησάκι Βίδο.
Αν θέλεις να ζήσεις κάτι διαφορετικό στο σύντομο χρονικό διάστημα που θα είσαι στην Κέρκυρα, προτείνω να πάς στο μικρό νησάκι Βίδο.
Είναι πολύ κοντά από το παλιό λιμάνι και ξαφνικά θα είσαι σε ένα εντελώς άλλο σκηνικό.
Το νησάκι είναι γεμάτο πλούσια βλάστηση, εγκαταλελειμμένα κτίρια και μονοπάτια που θα σε πάνε σε μικρούς όρμους και παραλίες. Εδώ δεν υπάρχουν αυτοκίνητα ούτε ξενοδοχεία. Βουκαμβίλιες και ξύλινες ρόδες από κάρα ομορφαίνουν τον χώρο.
Θα το περπατήσεις όλο πολύ εύκολα και θα κάνεις το μπάνιο σου σε καθαρά νερά.
Το νησάκι Βίδο έχει ιστορική μνήμη.
Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το Βίδο χρησιμοποιήθηκε ως χώρος καραντίνας και νοσοκομείο για τον σερβικό στρατό που είχε καταφύγει στην Κέρκυρα. Αργότερα στο Βίδο υπήρξαν στρατόπεδα, φυλάκια και βοηθητικά κτίσματα που χρησιμοποιήθηκαν για την άμυνα της Κέρκυρας. Με την πάροδο του χρόνου, αυτά εγκαταλείφθηκαν και σήμερα στέκουν ερειπωμένα.
Κατασκηνώσεις και κτίρια φιλοξενίας. Στα μεταπολεμικά χρόνια και ιδιαίτερα τη δεκαετία του ’60, το Βίδο χρησιμοποιήθηκε και για παιδικές κατασκηνώσεις, με αποτέλεσμα να χτιστούν κοιτώνες, κουζίνες και βοηθητικά κτίρια. Παραμένουν σήμερα κλειστά σε κακή κατάσταση, καθώς η συντήρησή τους ήταν περιορισμένη.
Θα περπατήσεις δίπλα στα παλιά κτίρια του στρατού και θα βρεθείς στον χώρο που χρησιμοποιήθηκε για παιδικές κατασκηνώσεις. Είναι σαν να βρίσκεσαι ξαφνικά σε μια άλλη εποχή η σε σκηνικό κινηματογραφικής ταινίας. Το σίγουρο είναι ότι το μικρό νησάκι Βίδο θα σε ανταμείψει με το παραπάνω με την φυσική του ομορφιά, την ηρεμία του και την ιστορική του μνήμη.
Στην Ερείκουσα.
Το επόμενο πρωί είσαι στο λιμάνι της Κέρκυρας για να μπεις στο καραβάκι που θα σε πάει στην Ερείκουσα. Προτείνω να μην πάρεις το αυτοκίνητο γιατί το νησάκι είναι πολύ μικρό, περπατιέται εύκολα και θα ζήσεις μια διαφορετική εμπειρία.
Σε δύο ώρες περίπου είσαι στο λιμάνι της Ερείκουσας και με λίγο περπάτημα φτάνεις στον μοναδικό πολύ μικρό οικισμό του νησιού.
Η Ερείκουσα είναι ένα από τα τρία Διαπόντια νησιά, τα άλλα δυο είναι οι Οθωνοί και το Μαθράκι. Είναι τα πιο απομακρυσμένα νησιά στο βορειοδυτικότερο άκρο της Ελλάδας.
Τα νησιά αυτά ήταν γνωστά από την αρχαιότητα και θεωρούνταν ναυτικοί σταθμοί στο Ιόνιο. Κάποιοι μελετητές τα συνδέουν μάλιστα με αναφορές του Ομήρου στα νησιά του Οδυσσέα. Κατοικήθηκαν συστηματικά από τον Μεσαίωνα, κυρίως από Κερκυραίους που έψαχναν προστασία από πειρατικές επιδρομές. Στην Ενετοκρατία και την Αγγλοκρατία αποτέλεσαν στρατηγικά σημεία. Το 1864 ενώθηκαν με την Ελλάδα μαζί με τα υπόλοιπα Επτάνησα.
Αργότερα πολλοί κάτοικοι μετανάστευσαν κυρίως σε Αμερική, με αποτέλεσμα σήμερα ο πληθυσμός να είναι περιορισμένος. Η Ερείκουσα έχει λιγότερους από τετρακόσιους κατοίκους.
Στην Ερείκουσα θα πρέπει να βολευτείς με τα λίγα.
Θα βρεις κάνα δυό καφενεία, εστιατόριο, φούρνο, ταβέρνα και δύο μπακάλικα. Ξυπνάς και ξέρεις πως θα περάσεις από τον φούρνο για το ψωμί της μέρας και την τυρόπιτα, μετά θα ρίξεις μια ματιά στα δυο μικρά μπακάλικα, που έχουν τα απολύτως βασικά και συμβατικά προϊόντα. Από τοπικά προϊόντα μην περιμένεις και πολλά. Αν θελήσεις τώρα φαγητό έξω, οι δυο ταβέρνες είναι η μοναδική επιλογή.
Θα μάθεις όμως να μην έχεις άγχος για το τι θα βρεις, θα προσαρμόζεσαι σε ότι υπάρχει. Κι αυτή η απλότητα, που στην πόλη θα έμοιαζε φτώχεια, εδώ ίσως μοιάζει με πλούτο, λιγότερες επιλογές, λιγότερη φασαρία, περισσότερος χρόνος να ζεις.
Στον λόφο της ‘’μεγάλης Ερείκης.’’
Έτσι λένε οι ντόπιοι το ψηλότερο σημείο του νησιού που είναι μόλις 130 μέτρα.
Το νησί πήρε το όνομά του από το φυτό ερείκη – ρεΐκι, που φύεται άφθονο εκεί. Είναι ένας θάμνος που ανθίζει το φθινόπωρο και την άνοιξη και είναι πολύ αγαπητό λουλούδι των μελισσών. Κάνουν ένα από τα πιο γευστικά και αρωματικά μέλια.
Ξεκινώντας από τον κεντρικό οικισμό πιάνεις ένα χωματόδρομο που σε ανεβάζει σε 40 λεπτά στο ψηλότερο σημείο του νησιού. Θα περπατήσεις μέσα σε ελαιώνες, κυπαρίσσια, ρείκια και θάμνους. Από εδώ πάνω στην κορυφή έχεις μια καλή θέα προς την Κέρκυρα και το πέλαγος. Αν συνεχίσεις αυτό το μονοπάτι θα σε πάει στην πίσω πλευρά του νησιού στην παραλία Μπρακίνι.
Το νησί είναι μικρό και περπατιέται εύκολα.
Αυτός ήταν και ο λόγος που σου είπα να μην πάρεις αυτοκίνητο Εδώ στην Ερείκουσα θα το χαρείς το περπάτημα. Θα πηγαίνεις παντού με τα πόδια, αυτό είναι πολύ ωραίο και σπάνιο. Μπορείς να γυρίσεις όλο το νησί με τα πόδια. Θα πας στην παραλία με τα πόδια, στον λόφο με τα πόδια, στον μύλο με τα πόδια και μπορείς να γυρίσεις όλο τον οικισμό με τα πόδια σε μια κυκλική διαδρομή.
Το απόγευμα θα πας πάλι με τα πόδια στα δυτικά του νησιού για να δεις το ηλιοβασίλεμα στο Ιόνιο – καλύτερο από την Σαντορίνη και δίχως κόσμο. Θα γυρίσεις πίσω φυσικά με τα πόδια και θα πάς στον ανεμόμυλο να αγναντεύεις την θάλασσα και τα χρώματα της δύσης.
Το νησί θα μπορούσε να μην έχει καθόλου αυτοκίνητα – μόνο μικρά ηλεκτρικά για τροφοδοσία. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ‘’car -free island.’’ Θα γινόταν πολύ γνωστό για αυτή του την εξαίρεση και θα έμπαινε σε μια άλλη διάσταση τουριστικής ανάπτυξης.
Η φύση αγκαλιάζει τα παλιά σπίτια στην Ερείκουσα.
Στην πεζοπορία μου στην Ερείκουσα συνάντησα σπίτια εγκαταλελειμμένα, παραδομένα στην αγκαλιά της φύσης. Κλήματα και ερείκη είχαν σκεπάσει τους τοίχους τους. Οι πέτρες ραγισμένες, οι στέγες ετοιμόρροπες, τα παραθυρόφυλλα μισάνοιχτα, σαν να άφησαν πίσω τους μια τελευταία ανάσα ζωής.
Η φύση τα έχει πάρει κοντά της τρυφερά κι εκεί που κάποτε υπήρχαν φωνές και βήματα, τώρα ακούς μόνο το σιγανό αεράκι. Δεν τα είδα σαν ερείπια, αλλά σαν μνήμες που επιστρέφουν αργά στη γη.
Η μετανάστευση άδειασε το νησί, και για πολλά χρόνια η Ερείκουσα έμοιαζε σχεδόν εγκαταλελειμμένη. Όταν οι απόδημοι κάτοικοι άρχισαν να επιστρέφουν τα καλοκαίρια, σιγά-σιγά ξανάνοιξαν τα σπίτια τους και τα επιδιόρθωσαν. Όμως αρκετά μένουν ακόμη χαμένα μέσα στην πυκνή βλάστηση του νησιού.
Οι παραλίες.
Η Ερείκουσα έχει δύο κύριες παραλίες. Η πρώτη βρίσκεται μπροστά στον οικισμό, τη λένε Πόρτο, και διαθέτει λίγες ομπρέλες. Αν περπατήσεις όμως λίγο πιο πέρα, η ίδια παραλία απλώνεται σε μήκος, μεγάλη και συνήθως άδεια. Έχει ρηχά νερά και μπορείς να την κολυμπήσεις όλη κατά μήκος της. Είναι μια εξαιρετική άσκηση για το σώμα σου αλλά και για την ψυχική σου υγεία.
Κολυμπάω για πολλά χρόνια όλο τον χρόνο, δύο χιλιόμετρα κάθε μέρα, συνήθως στην πισίνα. Το κολύμπι είναι μια εξαιρετική άσκηση γιατί είσαι στην άνωση του νερού και δεν καταπονούνται τα μέλη σου. Επίσης γυμνάζει όλο το σώμα αλλάζοντας θέση, στυλ και τεχνικές κολύμβησης. Στην θάλασσα βέβαια είναι ακόμη καλύτερα και απολύτως φυσικά. Μερικές φορές γελάω σκεφτόμενος ότι όλα αυτά τα χρόνια η απόσταση που κολύμπησα είναι σαν να πήγα και να γύρισα κολυμπώντας στο Γιβραλτάρ.
Η δεύτερη παραλία είναι το Μπρακίνι, στο πίσω μέρος του νησιού. Μια μεγάλη, εντελώς ερημική αμμουδιά. Για να φτάσεις εκεί χρειάζεται να περπατήσεις ή να πας με αγροτικό, καθώς ο χωματόδρομος δεν είναι σε καλή κατάσταση.
Η παραλία εδώ είναι μεγάλη σε μήκος και σε πλάτος και είναι ιδανική για να κάνεις μεγάλες βόλτες διαλογιστικής αναζήτησης γιατί θα είσαι εντελώς μόνος αντιμέτωπος με τον εαυτό σου. Μην το φοβάσαι στο τέλος θα νοιώσεις ότι η ζωή είναι ωραία.
Το νησί είναι φιλικό σε όσους θέλουν να μείνουν με αντίσκηνο. Ο Δήμος μάλιστα είχε φροντίσει να τοποθετήσει ντουζιέρες και τουαλέτες.
Εμείς στήσαμε τη σκηνή μας κοντά στην παραλία, δέκα λεπτά με τα πόδια από τον οικισμό — ήσυχα και πολύ όμορφα.
Αντίσκηνο – η απόλυτη εμπειρία απλότητας και ελευθερίας.
Το καλοκαίρι στα ελληνικά νησιά με ένα μικρό αντίσκηνο είναι το αγαπημένο μου. Το έχω στήσει σε πολλά νησιά, και πάντα με συναρπάζει.
Στην Ερείκουσα, με την απίστευτη ησυχία της, το να κοιμάσαι σε ένα μικρό αντίσκηνο, στη σκιά ενός δέντρου και μόλις λίγα μέτρα από τη θάλασσα, είναι εμπειρία που δεν ξεχνιέται.
Το βράδυ απολαμβάνεις το δείπνο σου κάτω από τα αστέρια, με τον θαλασσινό αέρα να φέρνει δροσιά και αλμύρα. Φυσικά έχεις φροντίσει να πάρεις ένα καλό λευκό κρασί. Κι όταν έρχεται η ώρα του ύπνου, ο ήχος των κυμάτων που φτάνει ως το πανί της σκηνής γίνεται το πιο φυσικό νανούρισμα.
Το πρωί τώρα έχεις το καλύτερο ξύπνημα του καλοκαιριού. Βγαίνεις από το αντίσκηνο και μπαίνεις κατευθείαν στη θάλασσα μπροστά σου — για να ξυπνήσεις, αλλά και να κολυμπήσεις το πρώτο χιλιόμετρο της ημέρας. Κι ύστερα, με την όρεξη ανοιγμένη, περπατάς ως τον οικισμό για προμήθειες από τον φούρνο και το μπακάλικο.
Το φυσικό peeling με άργιλο.
Μετά το πρωινό σου παίρνεις ένα πλαστικό δοχείο και ένα μπουκάλι νερό και πας στην μέση της παραλίας. Εκεί θα βρεις μικρά λοφάκια από άργιλο, βγάζεις ένα κομμάτι, το αραιώνεις με νερό να γίνει πάστα και το απλώνεις στο πρόσωπο και το σώμα σου.
Ο άργιλος είναι γεμάτος ιχνοστοιχεία και μέταλλα για αυτό χρησιμοποιείται για ‘’μάσκες’’ προσώπου. Απομακρύνει τα νεκρά κύτταρα, κάνει σύσφιξη στην επιδερμίδα και σου χαρίζει μια αίσθηση φρεσκάδας. Μπορείς να γίνεις αγνώριστος εδώ πασαλειμμένος σε όλο το σώμα με τον άργιλο. Δεν τον αφήνεις να στεγνώσει πολύ επάνω σου, τον ξεπλένεις και μετά βάζεις ενυδατική κρέμα. Έχεις κάνει το καλύτερο φυσικό peeling δωρεάν.
Πολύ κοντά στο αντίσκηνο μου, είχα παρέα δυο απίστευτα σύμβολα αντοχής στην σκληρή επιβίωση του μεσογειακού τοπίου. Τα μικρά λευκά σαλιγκαράκια κλεισμένα στο κέλυφός τους και τα λευκά κρινάκια της θάλασσας που αντέχουν στην ξερή άμμο.
Τα λευκά σαλιγκαράκια της Ερείκουσας.
Ηταν μπροστά μου και ήταν πολλά. Πάνω σε στύλους σε κάγκελα και φράχτες. Είναι τα σαλιγκάρια Theba pisana γνωστά και σαν σαλιγκάρια της Μεσογείου. Οι βιολόγοι τα θαυμάζουν γιατί έχουν αναπτύξει έναν έξυπνο μηχανισμό επιβίωσης.
Για να αποφύγουν το καλοκαίρι την ζέστη και την ξηρασία του εδάφους, ανεβαίνουν ψηλά και κλείνουν το κέλυφος τους με ένα λεπτό ‘’φιλμ’’ από ασβέστιο και βλέννα, που τα προστατεύει από την αφυδάτωση. Μετά μπαίνουν σε μια κατάσταση καλοκαιρινής νάρκης, περιμένοντας τις πρώτες βροχές του φθινοπώρου για να ξαναζήσουν.
Ηταν εντυπωσιακό αυτό που έβλεπα, και με έκανε να σκέφτομαι ότι η δική μου ικανότητα επιβίωσης σε σκληρές συνθήκες είναι πάρα πολύ περιορισμένη.
Τα κρινάκια της θάλασσας.
Είναι το σύμβολο της άγριας ομορφιάς των μεσογειακών ακτών.
Ηταν παρέα με τα λευκά σαλιγκαράκια όχι πολύ μακριά το ένα από το άλλο. Αυτά τα πανέμορφα λουλούδια ανθίζουν τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, όταν τα περισσότερα φυτά έχουν ήδη μαραθεί από τη ζέστη.
Τα έβλεπα, τα θαύμαζα και έλεγα στην Αρετή, πώς είναι δυνατόν να ανθίζουν πάνω στην κατάξερη άμμο; Η ικανότητά τους να επιβιώνουν σε συνθήκες ξηρασίας και αλατότητας είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Κι όμως, μέσα σε τέτοιο περιβάλλον καταφέρνουν να ανοίγουν μεγάλα λευκά άνθη με έντονο άρωμα.
Περνούσα κάθε μέρα πολύ προσεκτικά από δίπλα τους και τα δρόσιζα με λίγο νερό. Είχε πολλά εδώ. Ήξερα, βέβαια, πως το κρινάκι της θάλασσας είναι σήμερα ένα ευάλωτο είδος που χρειάζεται προστασία. Κινδυνεύει από την τουριστική ανάπτυξη, από την αδιαφορία των ανθρώπων που το πατούν ή κόβουν τα άνθη του, αλλά και από την κλιματική αλλαγή, που αλλάζει ριζικά τις ακτές της Μεσογείου.
Τα ιστιοπλοϊκά.
Η Ερείκουσα τα τελευταία χρόνια γίνεται αγαπημένος προορισμός για ιστιοπλοϊκά και διάφορα άλλα σκάφη. Κάποιες μέρες ήταν γεμάτη η θάλασσα μπροστά στην παραλία.
Οι άνθρωποι αυτοί με συνήθως μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια, όταν βγαίνουν στο νησί ζητάνε πιο ακριβές υπηρεσίες. Έτσι οι τιμές ανεβαίνουν στην εστίαση και στην διαμονή. Για να καλυφτούν απαιτήσεις πολυτελείας εμφανίστηκαν καταλύματα με πισίνες μολονότι η θάλασσα είναι στα λίγα μέτρα.
Η αύξηση του κόστους διαβίωσης και υπηρεσιών μπορεί να δυσκολέψει τους ντόπιους ή τους παραδοσιακούς επισκέπτες. Για ένα μικρό νησάκι σαν την Ερείκουσα, η ‘’ποιοτική’’ ανάπτυξη του τουρισμού μπορεί να είναι θετική αν γίνεται με μέτρο και σεβασμό στο περιβάλλον και την καθημερινή ζωή των κατοίκων. Αν όμως η αύξηση είναι ξαφνική και ανεξέλεγκτη, υπάρχει κίνδυνος να χαθεί η γοητεία που το κάνει μοναδικό.
Θα αναφερθώ και σε κάτι που έζησα μια μέρα στην άκρη της παραλίας. Έρχεται ένα φουσκωτό που βγήκε από ένα μεγάλο σκάφος, κατεβαίνει το πλήρωμα και στήνει ομπρέλες καθίσματα πετσέτες και πολλά άλλα. Το φουσκωτό φεύγει πίσω στο σκάφος και μένουν στην παραλία δύο να φυλάνε τα πράγματα. Σε λίγο φέρνουν τους υψηλούς καλεσμένους για να κάνουν ένα απλό μπάνιο. Τους φυλούσαν οι security και δεν άφησαν ένα ζευγάρι τουριστών να περάσει, τους απομάκρυναν διακριτικά.
Τα μάζεψα και έφυγα. Περπατώντας στην αμμουδιά για να πάω στο αντίσκηνο σκεφτόμουν – τι χρειάζεται κάποιος για να είναι ευτυχισμένος; Μένοντας στην Ερείκουσα σε ένα μικρό αντίσκηνο με τα ελάχιστα, μάλλον είχα απολαύσει την θάλασσα και την παραλία περισσότερο από αυτούς με το γιγάντιο γιότ.
Ερείκουσα και βιωσιμότητα.
Το θέμα της βιωσιμότητας για την Ερείκουσα, όπως και για άλλα μικρά νησιά, είναι πολύ σημαντικό.
Η Ερείκουσα συνεχίζει να υποστηρίζεται ενεργειακά από ένα εργοστάσιο ρεύματος με ντίζελ. Η μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, θα έκανε την Ερείκουσα ένα ‘’πράσινο νησί’’ και θα έδινε ένα μήνυμα στους επισκέπτες για την περιβαλλοντική συνείδηση του νησιού.
Η κατασκευή τουριστικών καταλυμάτων με πισίνες, ειδικά σε ένα νησί με περιορισμένους υδάτινους πόρους, αποτελεί επίσης ένα ζήτημα. Η Ερείκουσα θα μπορούσε να επενδύσει στον ήπιο, εναλλακτικό τουρισμό.
Το νησί θα μπορούσε να μην έχει καθόλου αυτοκίνητα – μόνο μικρά ηλεκτρικά για τροφοδοσία. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί – car free island.
Το δημογραφικό πρόβλημα με την απουσία παιδιών από το σχολείο, είναι ίσως το πιο βαθύ πρόβλημα καθώς απειλεί το μέλλον του ίδιου του νησιού. Η ενθάρρυνση της παραμονής των κατοίκων, ειδικά των νέων, είναι μεγάλης σημασίας. Θα έπρεπε να υπάρχουν κίνητρα που να στηρίζουν οικονομικά τους νέους να μείνουν στο νησί και να ασχοληθούν με ήπια μέσα ανάπτυξης.
Το μικρό αυτό νησάκι που είναι ακόμη σε καλή φυσική κατάσταση θα μπορούσε να γίνει ένα πρότυπο βιωσιμότητας, αλλά αυτό θέλει συλλογική προσπάθεια και σωστό σχεδιασμό που δεν υπάρχει.
Έζησα όλη την κατάρρευση και αλλοίωση των περισσότερων Ελληνικών νησιών και την παράδοση τους στον ανεξέλεγκτο τουρισμό. Δεν θα ήθελα να το δω και για την Ερείκουσα.
*Ο Στέργιος Μήτας είναι σκηνοθέτης
Συνοπτικά
- Το άρθρο περιγράφει ένα ταξίδι από τις ορεινές λίμνες της Αστράκας έως τα γαλάζια νερά της Ερείκουσας, αναδεικνύοντας τη φυσική ομορφιά και τις προκλήσεις της τουριστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα.
- Ο Στέργιος Μήτας τονίζει τη σημασία της βιώσιμης ανάπτυξης και του σεβασμού στο περιβάλλον, ενώ εκφράζει ανησυχία για τις πιέσεις του υπερτουρισμού και την απώλεια της παραδοσιακής ταυτότητας.
- Τα Ζαγοροχώρια και το Πάπιγκο αναδεικνύονται ως αγαπημένοι ορεινοί προορισμοί με πλούσια ιστορία και μοναδική αρχιτεκτονική κληρονομιά.
- Η Ερείκουσα παρουσιάζεται ως ένα μικρό νησί με φυσική ομορφιά, απλότητα και προοπτικές βιωσιμότητας, παρά τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει.