Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης / Εικόνες: Ιωσήφ Μανίκης & Εύα Μιμιλίδου
Κάθε ταξίδι είναι μια συνάντηση με τόπους, πρόσωπα και κομμάτια του εαυτού μας.
Οι ιστορίες και οι φωτογραφίες αυτής της σειράς είναι απόπειρες να κρατηθεί κάτι από εκείνη τη στιγμή, πριν χαθεί στον χρόνο.
Από τη συλλογή Το δώρο της μπλε πόλης.
Στα σοκάκια του Παλιού Δελχί
Λένε, κι έχουν δίκιο οι παλιοί ταξιδιώτες, πως το μυστικό για μια καλή φωτογραφία σε οργανωμένο ταξίδι είναι να… το σκάσεις. Να ξεγλιστρήσεις από το γκρουπ με τον ξεναγό–αρχηγό και να χαθείς στα στενά που δεν αναγνωρίζουν καρτ-ποστάλ. Εκεί που οι άνθρωποι δεν ποζάρουν, γιατί απλώς δεν έχουν χρόνο για να προσποιηθούν. Εκεί μυρίζει η ζωή.
<glomex-integration integration-id="40599w17mggcy6o3" playlist-id="auto“>
Όχι στα προμελετημένα χαμόγελα, στα στρογγυλεμένα “Welcome, my friend!”, ούτε στα μαγαζάκια όπου κάθε λέξη είναι προσκλητήριο αγοράς και κάθε βλέμμα σε τυλίγει με το πέπλο μιας συναλλαγής.
Εκεί όπου ο εξωτισμός έχει καταλήξει εμπορεύσιμο είδος, συνοδευόμενο από κάθε λογής μεταφορικό μέσο: από χειράμαξες και τουκ-τουκ μέχρι ελέφαντες, καμήλες, γαϊδούρια και πιρόγες που μοιάζουν να κουβαλούν μυστικά αιώνων. Για τους πιο τολμηρούς, υπάρχει πάντα κι ένα ξεχαρβαλωμένο 4×4 που υπόσχεται “πραγματική ινδική εμπειρία”, δηλαδή μια καλή δόση τρόμου σε κάθε στροφή.
Είχε προηγηθεί ένα χορταστικό ταξίδι στην Άγκρα, την πόλη του Ταζ Μαχάλ, του θρυλικού μαυσωλείου της αιώνιας αγάπης. Εκεί, μια παρέα εφήβων ακολουθούσε διακριτικά την κόρη μας σε κάθε της βήμα. Μας βοηθούσαν να περάσουμε τον δρόμο και σχεδόν μας καθοδηγούσαν στην περιήγηση με χαμόγελα και χειρονομίες. Αργότερα μάθαμε πως η κόρη μας τους θύμισε μια θεά του ινδουιστικού πανθέου. Κι έτσι, με ιερή σοβαρότητα, θεώρησαν καθήκον τους να μείνουν κοντά της. Σαν ευγενικοί ακόλουθοι.
Το Νέο Δελχί ήταν η αρχή και το τέλος αυτής της διαδρομής. Εκεί μείναμε σ’ ένα πεντάστερο ξενοδοχείο, με αίθουσες και αυλές που θύμιζαν βασιλική πολυτέλεια. Στην πύλη, στεκόταν ακίνητος ένας μεγαλόσωμος Σιχ, με μούσι επιβλητικό και τουρμπάνι δεμένο με τελετουργική ακρίβεια, ένα πρόσωπο σχεδόν από άλλη εποχή.
Από εκεί ξεκινήσαμε το προσκύνημα στους χώρους των θρύλων: μουσεία, ανακτορικές αυλές, η ταπεινή κατοικία της Ίντιρα Γκάντι, όλα φορτισμένα με την αύρα της ιστορίας. Το πιο συγκινητικό: το μνημείο του Μαχάτμα Γκάντι. Εκεί όπου περπάτησε τα τελευταία του βήματα, πριν πέσει από το χέρι ενός συμπατριώτη που φοβήθηκε την ειρήνη περισσότερο απ’ τον πόλεμο.
Όπως σε κάθε οργανωμένη διαδρομή, δεν έλειψε και το τελετουργικό της επίσκεψης στα καταστήματα χαλιών και κοσμημάτων. Οι πωλητές μας υποδέχτηκαν μ’ εκείνο το ήσυχο, βέβαιο βλέμμα του ανθρώπου που ξέρει καλά το παιχνίδι. Κι εμείς, ευγενικά παγιδευμένοι ανάμεσα σε λάμψεις και υποσχέσεις, χαμογελούσαμε. Ξέραμε πως δεν θα αγοράσουμε τίποτα, αλλά μπήκαμε στον χορό, όπως του άξιζε.
Το Παλιό Δελχί μάς περίμενε λίγο πιο κάτω, ένα άλλο πρόσωπο της πόλης, λιγότερο χτενισμένο, πιο αυθεντικό. Κι εμείς, έτοιμοι να το γνωρίσουμε.

***
Κάποιοι από εμάς, όμως, δεν μείναμε εκεί. Το βλέμμα μας ήταν ήδη στραμμένο πιο πέρα…
Μια πιο απαιτητική ομάδα από το γκρουπ, όλοι από τη Θεσσαλονίκη, φυσικά, αποφασίσαμε πως τα χαλιά, τα κοσμήματα και οι “εγγυημένες” πολιτιστικές εμπειρίες δεν ήταν για εμάς.
Ήμασταν ερασιτέχνες φωτογράφοι, με την ψυχή του κυνηγού του στιγμιαίου, κι επιθυμούσαμε να απαθανατίσουμε κάτι πιο αυθεντικό: την καθημερινότητα των ανθρώπων της Ινδίας, εκεί όπου τίποτα δεν παριστάνεται, απλώς συμβαίνει.
Φυσικά, όπως σε κάθε οργανωμένο χάος, ζητήσαμε πρώτα “άδεια” από την αρχηγό, με τον ανάλογο σεβασμό και το βλέμμα που έλεγε “μη μας το χαλάσεις, υποσχόμαστε ότι θα γυρίσουμε ζωντανοί “, κι έπειτα πήραμε τον δικό μας δρόμο. Προορισμός: το Παλιό Δελχί. Σχέδιο: να χαθούμε στα σοκάκια του και να φωτογραφίσουμε τα πρόσωπα πίσω από τους μύθους.
Μοιραστήκαμε ανά τρεις τα πολύχρωμα τουκ τουκ, μικρά και άτακτα σαν ζωύφια της πόλης, που γλιστρούσαν με απρόβλεπτη χάρη μέσα στην κυκλοφορία. Πίσω τους, σχεδόν όλα έφεραν την επιγραφή “PLEASE HORN”, όχι ευγενικά, αλλά περισσότερο σαν ευαγγελική εντολή.
Κορναρίσματα, διαπληκτισμοί με κόρνες αντί για λέξεις, οχήματα που αγγίζονταν σαν να χαιρετιούνταν, και μετά συνέχιζαν ακάθεκτα, σαν να είχαν όλοι υπογράψει μια σιωπηρή συμφωνία ότι το χάος είναι το μόνο σύστημα που λειτουργεί πραγματικά.
Στο δικό μας τουκ τουκ, με τη σύζυγο και την κόρη μας, δεν προλαβαίναμε να ρυθμίσουμε το βλέμμα. Κάθε δευτερόλεπτο μια καινούρια σκηνή: λουλούδια που ξεχείλιζαν από καρότσια, γυναίκες με σάρι σαν ζωντανοί πίνακες του Κλιμτ, ποδηλάτες που κουβαλούσαν το σύμπαν ολόκληρο, και πιτσιρίκια που μας χαιρετούσαν με βλέμμα πονηρό, σαν να ήξεραν ότι αυτοί ήταν οι πραγματικοί αφηγητές αυτής της πόλης.
Το πέρασμα από το Νέο στο Παλιό Δελχί δεν ήταν απλώς γεωγραφικό. Ήταν σαν να περνάς μέσα από αόρατη κουρτίνα: από τον κόσμο της ψευδούς τάξης σ’ έναν άλλο, πιο άναρχο, σχεδόν ποιητικό. Δεν ήταν τυχαία τα ονόματα. Επρόκειτο για δύο εντελώς διαφορετικές πόλεις, ενωμένες μονάχα από τη σκόνη και τον ουρανό.

Είχαμε ζητήσει ρητά:
“Πάτε μας βαθιά, εκεί που είναι τα σπίτια των ανθρώπων, οι αλάνες των παιδιών, όχι τα μέρη με τα ψεύτικα χαμόγελα για τουρίστες”.
Και το έκαναν. Μας πήγαν εκεί που οι δρόμοι δεν έχουν πια προσχήματα. Εκεί που ο αέρας είναι πυκνός από αρώματα μπαχαρικών, καπνού και δρόμου, κι όπου τα σκυλιά, οι αγελάδες και τα παιδιά διεκδικούν με ίση αυθάδεια τον δημόσιο χώρο.
Σταμάτησαν σ’ ένα χωμάτινο ξέφωτο, μια αυτοσχέδια πλατεία, έναν μικρόκοσμο ζωής, γεμάτο θορύβους, φωνές, μπαλόνια και σύρματα που κρέμονταν σαν χαλαρές υποσχέσεις από τους τοίχους των σπιτιών.
Ο οδηγός, γυρίζοντας προς τα εμάς, είπε κάτι σε αγγλικά με ινδική μουσικότητα:
“Now, you alone. Good?”
Ή μήπως είπε κάτι τελείως άλλο; Δεν είχε και τόση σημασία. Το χαμόγελό του έλεγε όλα όσα έπρεπε να ξέρουμε.
Κατεβήκαμε.
Μείναμε για λίγο ακίνητοι, σαν να ξυπνούσαμε από όνειρο σε όνειρο. Κοιτάξαμε γύρω. Δεν υπήρχε τίποτα τουριστικό. Και ήταν υπέροχο.
Ήμασταν μόνοι.
Και ήμασταν επιτέλους εκεί.
***
Μόλις κατεβήκαμε, εννέα άτομα, φορτωμένοι με φωτογραφικές μηχανές σαν εξερευνητές άλλης εποχής, μια αγέλη από πιτσιρίκια μας περικύκλωσε. Ήταν σαν να είχαμε εμφανιστεί από το πουθενά, μια ομάδα εξωγήινων με φακούς και λουράκια γύρω απ’ το λαιμό. Καιρό είχαν να δουν τουρίστες που δεν ακολούθησαν το πρόγραμμα. Ίσως και ποτέ.
«Παπαράτσι!» φώναξε ένας, κι ένα ξέσπασμα χαράς, σχεδόν πανηγυρικό, τύλιξε την αλάνα. Μάλλον νόμισαν πως έφτασαν τα διεθνή ΜΜΕ, για να καταγράψουν τον δικό τους κόσμο, να τον προβάλουν, να τον ανεβάσουν στα αστέρια.
Η είδηση της άφιξής μας διαδόθηκε σαν άρωμα τηγανητού τσατ που ταξιδεύει στον αέρα: γρήγορα, φυσικά, αθόρυβα. Τα βλέμματα πλήθαιναν. Από τις πόρτες, τα παράθυρα, τις ταράτσες, τις σκιές. Ένα ολόκληρο κοινό, μικρό και μεγάλο, μας παρατηρούσε με περιέργεια, ενθουσιασμό και μια συγκρατημένη χαρά.
Κι αντί να τραβηχτούν, όπως ίσως θα έκαναν αλλού, στάθηκαν. Πήραν πόζες που ταίριαζαν με τον ρυθμό της ζωής τους. Μια γυναίκα που καθάριζε ρύζι στο μεγάλο ταψί, σήκωσε το κεφάλι και κράτησε το βλέμμα, σαν να ήξερε ακριβώς ποια ήταν η σωστή στιγμή. Ένας παππούς με τουρμπάνι έμεινε ακίνητος στην καρέκλα του, σαν ζωντανό πορτρέτο. Ένα παιδί σταμάτησε τη μπουκιά του στον αέρα, για να μπει στη φωτογραφία μαζί με τη γεύση.

Ήταν λες και όλοι είχαν καταλάβει το πνεύμα μας: δεν ήρθαμε να κλέψουμε εικόνες, ήρθαμε να συναντήσουμε πρόσωπα, βλέμματα, στιγμές. Το υλικό δεν το κυνηγούσαμε, ερχόταν μόνο του, ευγενικά, χαμογελαστά, ειλικρινά.
Τα παιδιά, αφού μας παρατήρησαν λίγο και σιγουρεύτηκαν πως δεν ήρθαμε για να τους διακόψουμε, επέστρεψαν στο παιχνίδι τους. Κρίκετ, η μεγάλη αγάπη των Ινδών, σχεδόν θρησκεία. Έπαιζαν πάνω στο κόκκινο, σκονισμένο χώμα, με ρόπαλα ξύλινα, φθαρμένα, μα κρατημένα σαν ιερά αντικείμενα. Η μπάλα έφευγε με στροβιλισμό, χαμηλά ή ψηλά, και εκείνοι τη χτυπούσαν με δύναμη και ενθουσιασμό, σκορπώντας φωνές που σκέπαζαν το απόγευμα. Μικροί παίκτες σε έναν αόρατο τελικό, χωρίς στολές, αλλά με πάθος.
Το παιχνίδι συνέχισε. Κι εμείς, ο καθένας με τη μηχανή του, ακολουθούσαμε τις κινήσεις, τα γέλια, τις σκιές και τις εκρήξεις φωτός.
Δεν ήμασταν επισκέπτες πια. Ήμασταν θεατές μιας παράστασης που δεν στήθηκε για εμάς και ακριβώς γι’ αυτό, ήταν πολύτιμη.
Σκορπίσαμε, δίχως φόβο. Ο καθένας ακολούθησε τη δική του ματιά και περιέργεια. Κανείς δεν ένιωσε ξένος. Ίσως γιατί όλα ήταν τόσο αληθινά, τόσο απτά, που δεν άφηναν χώρο για απόσταση ή επιφύλαξη.
Περνούσαμε ανάμεσα από τα μικροσκοπικά μαγαζιά και τα υπαίθρια περίπτερα. Μικροί αυτοσχέδιοι κόσμοι που μετρούσαν λίγα τετραγωνικά, αλλά ξεχείλιζαν ρυθμό και ένταση.
Ο μαραγκός, στο μισοσκότεινο ξυλουργείο του, δούλευε αθόρυβα. Με δεξιοτεχνία και σιωπηλή υπομονή έδινε σχήμα σε μια καρέκλα, σαν να την έπλαθε από μνήμη και ξύλο. Μια στιγμή αργότερα, ένα χτύπημα με σφυρί διέκοψε τη σιωπή.
Λίγο πιο κάτω, ο κουρέας, στο αυτοσχέδιο κουρείο του, δύο καθίσματα και ένας καθρέφτης κολλημένος σε τοίχο με ξεφτισμένο σοβά, ξύριζε με προσοχή έναν άντρα. Ύστερα τον σκούπιζε με μια παλιά πετσέτα, σα να έκλεινε ένα τελετουργικό. Χωρίς βιασύνη, με ρυθμό που έμοιαζε να μη χρωστάει τίποτα στον χρόνο.
Ο γαλατάς, με λευκή στολή και καπέλο, σταμάτησε το ποδήλατό του μπροστά σε μια νεαρή κοπέλα που του έτεινε μια κατσαρόλα. Με μία κίνηση που έδειχνε εμπειρία, άνοιξε το μεταλλικό δοχείο και άδειασε το γάλα σαν να πρόσφερε κάτι ιερό.
Πιο δίπλα, μια παρέα μεγάλων αντρών καθόταν οκλαδόν στο πεζοδρόμιο, σκυμμένοι πάνω από ένα πρόχειρα σχεδιασμένο ταμπλό. Έπαιζαν τρίλιζα με σπιρτόκουτα και κουμπιά και γελούσαν, διαφωνούσαν, ξαναξεκινούσαν.
Ένας μαθητής, ήσυχος, διάβαζε τα μαθήματά του καθισμένος σε ένα πλαστικό τραπεζάκι, ακριβώς έξω από το σπίτι του. Τα τετράδιά του τα συγκρατούσε με μια πέτρα, να μην τα σηκώσει ο αέρας.
Και ξάφνου, μια εικόνα που έμοιαζε σχεδόν μυθική: ένα μικρό αγόρι στεκόταν ακίνητο μπροστά σ’ ένα βόδι. Το κοιτούσε κατάματα, με εκείνη την άγρια σοβαρότητα που έχουν μόνο τα παιδιά. Σαν να ήθελε να το αναμετρηθεί, ή να του πει κάτι.

Όλα τα παιδιά γύρω μας δεν σταματούσαν να κινούνται· μας ακολουθούσαν, γελούσαν, ποζάριζαν, πρότειναν τα πρόσωπά τους στον φακό. Δεν ζητούσαν τίποτα, μόνο την προσοχή μας.
Οι μανάδες έπλεναν τα μωρά τους σε πλαστικές λεκάνες, στην αυλή. Από κάποιες πόρτες ξεπρόβαλαν βλέμματα, όχι περίεργα, μα προσεκτικά, ήρεμα, σαν να μας ζύγιζαν.
Και κάποια στιγμή, μια γιαγιά που ήταν ξαπλωμένη σ’ ένα κρεβάτι δίπλα στην είσοδο του σπιτιού της, σήκωσε το χέρι αργά και μας χαιρέτησε. Κι ήταν σαν να μας ευλογούσε, σαν να μας έλεγε σιωπηλά: τώρα είστε μέρος κι εσείς αυτού του τόπου.
***
Μέχρι που χάσαμε τη σύζυγο. Πουθενά. Ψάχναμε στα στενά, εγώ και η κόρη μου, φωνάζαμε το όνομά της, κοιτούσαμε πίσω από παραπετάσματα και μισάνοιχτες πόρτες. Τίποτα.
Το νέο απλώθηκε σαν σπίθα στην υπόλοιπη ομάδα. Σκορπίσαμε όλοι, φωνάζοντας το όνομά της στους δρόμους. Αναστατώσαμε τη μέχρι τότε ήσυχη γειτονιά. Κεφάλια πρόβαλαν από πόρτες και παράθυρα, παιδιά σταμάτησαν το παιχνίδι.
Βέβαια, ήμασταν μαθημένοι, είχε χαθεί και σε άλλες γωνιές του κόσμου, σε παζάρια, σε βουνά, σε σοκάκια. Αλλά κάτι εδώ ήταν αλλιώτικο. Πιο λαβυρινθώδες, πιο ανεξιχνίαστο.
Μέχρι που ένα πιτσιρίκι μας προσγείωσε, αλλά δεν ελάττωσε την ανησυχία μας. Ήρεμα, σχεδόν αδιάφορα, είπε:
«Μπήκε σ’ αυτό το σπίτι».
Έδειξε ένα μπλε σπίτι, λίγο πιο ψηλό απ’ όλα τα υπόλοιπα, μ’ ένα ανώγειο που πρόβαλλε πάνω από τις στέγες σαν παρατηρητήριο. Η κόρη μας ανέβηκε γρήγορα τα σκαλάκια και κοίταξε από την ανοιχτή πόρτα.
Και τότε… όλα πήραν νόημα.
Μια πολυμελής οικογένεια ήταν στημένη στο βάθος του δωματίου, σε παράταξη σχεδόν τελετουργική, έτοιμοι για φωτογράφιση.
Στο κέντρο, σαν βασίλισσα σε κυψέλη, η γιαγιά, ντυμένη με πολύχρωμα ρούχα, τυλιγμένη με ινδουιστική μαντήλα, ακίνητη, επιβλητική. Δίπλα της, ο παππούς, σιωπηλός, μα εκεί. Τα παιδιά και τα εγγόνια την πλαισίωναν. Καμιά δεκαριά μικροί και μεγάλοι, με μάτια που γυάλιζαν και σώματα στητά, σαν να ποζάριζαν για πορτρέτο ζωής.

Όπως μας εξήγησε αργότερα η σύζυγός μου, ένας νεαρός Ινδός την πλησίασε στον δρόμο και της είπε, με μια ευγένεια που δεν σήκωνε άρνηση:
«Μπορείς να έρθεις; Θέλουμε να βγάλεις μια φωτογραφία της γιαγιάς».
Εκείνη ακολούθησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν υπήρχε άλλη πρόθεση, μόνο ανάγκη. Ένας φόρος τιμής στην αρχηγό τους.
Η φωτογραφία ήταν εκείνης. Ίσως η πρώτη, ίσως η τελευταία. Ποιος ξέρει. Ίσως και να μην τους ενδιέφερε αν θα την έπαιρναν ποτέ στα χέρια τους.
Ίσως ακόμη να περιμένουν. Ίσως τους αρκούσε που είχαν ζήσει τη στιγμή.
*Ο Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).
Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.
Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.
Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece.
Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στη Θεσσαλονίκη.
Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό.
*Η Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.
Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.
Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.
Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Η αγάπη της για τη φωτογραφία συνδυάζεται με το πάθος της για τα ταξίδια και με τον σύζυγό της περιηγούνται σε διάφορα μέρη του κόσμου.
