Είναι «κακοί» οι υδατάνθρακες και «καλή» η πρωτεΐνη; Πρέπει να τρώμε σαν «άρχοντες» το πρωί και σαν «ζητιάνοι» το βράδυ; Στην πραγματικότητα τίποτα δεν «απαγορεύεται», ωστόσο η διατροφή είναι γεμάτη παρεξηγήσεις.
Λαμβάνουμε συνεχώς νέες πληροφορίες περί διατροφής, από το διαδίκτυο, την τηλεόραση και τους ανθρώπους γύρω μας, με την επιστήμη της διατροφής και της διαιτολογίας συνεχώς να εξελίσσεται.
Τι ισχύει όμως πραγματικά και πότε πρόκειται για προϊόν μύθου ή έστω φήμης;
Δύο διατροφολόγοι, η Αναστασία Ορφανουδάκη και η Αποστολία Μπούμπα καταρρίπτουν τους μύθους και δίνουν φως στις αλήθειες για τη διατροφή μας.
Μύθος: «Οι υδατάνθρακες είναι “εχθρός” και παχαίνουν»
Αναστασία Ορφανουδάκη: Η αύξηση του σωματικού βάρους δεν εξαρτάται από ένα μεμονωμένο μακροθρεπτικό συστατικό, αλλά από το συνολικό ενεργειακό ισοζύγιο. Οι υδατάνθρακες αποτελούν την κύρια πηγή ενέργειας του οργανισμού κι είναι απαραίτητοι για τη σωστή λειτουργία του εγκεφάλου αλλά και των μυών.
Μελέτες δείχνουν ότι δίαιτες πλούσιες σε σύνθετους υδατάνθρακες και φυτικές ίνες (όπως ακατέργαστα δημητριακά ολικής, φρούτα, λαχανικά, όσπρια) σχετίζονται με χαμηλότερο σωματικό βάρος και καλύτερο γλυκαιμικό έλεγχο.
Αντίθετα, η υπερκατανάλωση επεξεργασμένων υδατανθράκων και απλών σακχάρων (λευκό ψωμί& προϊόντα αρτοποιίας, ζάχαρη και γλυκά, μακαρόνια& αμυλούχες τροφές) σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας και μεταβολικών νοσημάτων. Συνεπώς ναι, αν θέλουμε να χάσουμε βάρος σε μια σωστά ισορροπημένη κι εξατομικευμένη διατροφή, προσωπικά ως διαιτολόγος συνηθίζω να περιορίζω ως ένα βαθμό τους υδατάνθρακες της δεύτερης κατηγορίας.
<glomex-integration integration-id="40599w17mggcy6o3" playlist-id="auto“>

Αποστολία Μπούμπα: Ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να «φοβόμαστε» το ψωμί, τα ζυμαρικά και τα φρούτα. Η κατανάλωση υδατανθράκων από μόνη της δεν ευθύνεται για την αύξηση του βάρους. Το σώμα μας αποθηκεύει λίπος μόνο όταν το συνολικό ενεργειακό ισοζύγιο είναι θετικό – δηλαδή όταν παίρνουμε σταθερά περισσότερες θερμίδες από όσες καίμε, ανεξάρτητα από την πηγή τους.
Το μυστικό δεν βρίσκεται στον αποκλεισμό των υδατανθράκων, αλλά στην ποιότητα της επιλογής μας:
- Σύμμαχοι (Ολικής άλεσης & Φυτικές ίνες): Οι σύνθετοι υδατάνθρακες (όπως το μαύρο ψωμί, η βρώμη, τα όσπρια) βοηθούν στη διατήρηση σταθερών επιπέδων γλυκόζης στο αίμα και μας κρατούν χορτάτους για πολύ περισσότερη ώρα. Αυτό κάνει τη διαχείριση του βάρους μια πολύ πιο εύκολη και υγιή διαδικασία.
- Παγίδες (Επεξεργασμένα σάκχαρα): Από την άλλη, η υπερκατανάλωση λευκής ζάχαρης και επεξεργασμένων τροφίμων (γλυκά, αναψυκτικά) οδηγεί σε απότομες αυξομειώσεις της ενέργειας και αυξημένη θερμιδική πρόσληψη, λόγω της μεγάλης τους πυκνότητας σε θερμίδες και της χαμηλής τους ικανότητας να μας χορτάσουν.
Οι υδατάνθρακες είναι το βασικό καύσιμο του οργανισμού και του εγκεφάλου μας. Μια ισορροπημένη διατροφή που περιλαμβάνει όλα τα μακροθρεπτικά συστατικά είναι ο μόνος δρόμος για ένα υγιές σώμα χωρίς στερήσεις.

Αλήθεια: «Η πρωτεΐνη κάνει καλό σε όσους κάνουν γυμναστική»
Αναστασία Ορφανουδάκη: Η πρωτεΐνη όταν καλύπτει τις πραγματικές μας ανάγκες, φυσικά και κάνει καλό τόσο σε αθλητές όσο και στους μη ασκούμενους.
Η επαρκής πρόσληψη πρωτεΐνης είναι κρίσιμη για τη μυϊκή αποκατάσταση, τη σύνθεση μυϊκής μάζας και τη βελτίωση της απόδοσης σε άτομα που ασκούνται. Η βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι αθλητές και ασκούμενοι έχουν όντως αυξημένες ανάγκες σε πρωτεΐνη σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.
Ωστόσο, η υπερκατανάλωση πέραν των αναγκών τους δεν οδηγεί σε περαιτέρω μυϊκή ανάπτυξη και μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις. Αφενός, η υπερβολική πρόσληψη πρωτεϊνών μπορεί να αντικαταστήσει την πρόσληψη άλλων σημαντικών θρεπτικών συστατικών& αφετέρου επιβαρύνει τη νεφρική λειτούργα, με αυξημένο κίνδυνο να προκαλέσει και μόνιμη βλάβη τους. Η πρωτεΐνη λοιπόν θα πρέπει να κατανέμεται ομοιόμορφα μέσα στην ημέρα και να προέρχεται από ποικιλία ζωικών και φυτικών πηγών, ιδανικά όχι πλούσιων σε κορεσμένα λιπαρά.

Αποστολία Μπούμπα: Η πρωτεΐνη είναι ο «δομικός λίθος» για κάθε άτομο που γυμνάζεται, ειδικά όταν το πρόγραμμα περιλαμβάνει προπονήσεις ενδυνάμωσης ή ασκήσεις με αντιστάσεις. Η επαρκής πρόσληψή της δεν είναι απλώς μια συμπληρωματική επιλογή, αλλά μια βιολογική ανάγκη για την ανάκαμψη των μυών μετά την άσκηση και τη βελτίωση των επιπέδων δύναμης.
Τι πρέπει να γνωρίζουμε για τον ρόλο της;
- Ανάπλαση και Αύξηση: Κατά τη διάρκεια της άσκησης, οι μυϊκές ίνες υφίστανται μικροφθορές. Η πρωτεΐνη είναι απαραίτητη για τον σχηματισμό νέων ινών, ενισχύοντας τη μυϊκή μάζα και τη δύναμη πολύ περισσότερο από ό,τι αν γυμναζόμασταν χωρίς την απαραίτητη πρόσληψη.
- Πέρα από το γυμναστήριο: Παρά τα οφέλη στην άσκηση, είναι λάθος να πιστεύουμε ότι η πρωτεΐνη αφορά μόνο τους αθλητές. Είναι βασική για τη δημιουργία ισορροπημένων γευμάτων για όλους, καθώς αυξάνει το αίσθημα του κορεσμού και βοηθά στη διαχείριση της πείνας μέσα στη μέρα.
- Προστασία του σώματος: Συμβάλλει στη διατήρηση της υπάρχουσας μυϊκής μάζας, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για έναν υγιή μεταβολισμό, ανεξάρτητα από το επίπεδο φυσικής δραστηριότητας.
Αν γυμνάζεσαι, η πρωτεΐνη μεγιστοποιεί τα οφέλη του κόπου σου. Αν όχι, παραμένει απαραίτητη για να νιώθεις χορτάτος και να προστατεύεις τον οργανισμό σου.

«Το πρωινό πρέπει να είναι το μεγαλύτερο γεύμα και το βράδυ να τρώμε σαν ζητιάνοι»
Αναστασία Ορφανουδάκη: Εν μέρει αλήθεια. Δεν αποτελεί απόλυτο κανόνα. Η ιδέα ότι το πρωινό “πρέπει” να είναι πλούσιο και το βραδινό λιτό δεν υποστηρίζεται απόλυτα από τα επιστημονικά δεδομένα.
Αν κι ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι η κατανάλωση πρωινού σχετίζεται με καλύτερη ρύθμιση της όρεξης και μεταβολικών δεικτών, άλλες έρευνες δεν βρίσκουν σημαντικές διαφορές στο σωματικό βάρος. Αυτό που φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η συνολική ποιότητα της διατροφής, το θερμιδικό ισοζύγιο και η συνέπεια στο ωράριο γευμάτων, προσαρμοσμένα στο βιολογικό ρολόι και τον τρόπο ζωής του ατόμου.
Αποστολία Μπούμπα: Η αλήθεια: Η ιδέα ότι ο μεταβολισμός μας «κλείνει τον διακόπτη» μετά τις 8 το βράδυ είναι ένας από τους πιο διαδεδομένους μύθους. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει ένας χρυσός κανόνας που να ταιριάζει σε όλους. Το σώμα μας δεν διαχειρίζεται τις θερμίδες με βάση το ρολόι, αλλά με βάση τις συνολικές ανάγκες και τη δραστηριότητά μας.

Τι έχει πραγματικά σημασία;
- Η Συνολική Ενεργειακή Πρόσληψη: Η ποιότητα και η ποσότητα της τροφής που καταναλώνουμε σε ένα 24ωρο είναι πολύ πιο σημαντικές από την ώρα που θα κάτσουμε στο τραπέζι.
- Εξατομικευμένο πρόγραμμα: Η σωστή κατανομή των γευμάτων πρέπει να ακολουθεί το δικό σου πρόγραμμα, τα επίπεδα της πείνας σου και τη φυσική σου δραστηριότητα. Αν προπονείσαι το απόγευμα, το σώμα σου χρειάζεται ένα πλήρες γεύμα το βράδυ για να αναρρώσει.
- Η ανατομία του γεύματος: Είτε είναι πρωινό είτε βραδινό, το κλειδί είναι η ισορροπία. Κάθε γεύμα πρέπει να περιέχει πρωτεΐνη υψηλής βιολογικής αξίας, φυτικές ίνες και να καλύπτει τις ενεργειακές σου ανάγκες χωρίς υπερβολές.
Δεν χρειάζεται να πιέζεις τον εαυτό σου να φάει ένα τεράστιο πρωινό αν δεν πεινάς, ούτε να μένεις νηστικός το βράδυ αν το σώμα σου ζητά ενέργεια. Μάθε να ακούς τα σήματα του οργανισμού σου.
Μύθος: Όταν τρώμε αργά το βράδυ αποθηκεύουμε περισσότερο λίπος;
Αναστασία Ορφανουδάκη: Σε συνέχεια θα έλεγα του προηγούμενου ερωτήματος, μια θερμίδα είναι πάντα μια θερμίδα είτε καταναλώνεται το πρωί είτε το βράδυ. Ο μύθος ότι το βραδινό παχαίνει προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι η κατανάλωση φαγητού το βράδυ συνδέεται με την κατανάλωση ανθυγιεινού και περισσότερου φαγητού κι όχι τόσο με την ώρα της ημέρας!
Πολλοί δηλαδή τρώνε αργά το βράδυ φαγητό από έξω ή τσιμπάνε διάφορα παχυντικά σνακ.
Ακόμη, αν κάποιο άτομο δεν έχουν φάει τίποτα όλη μέρα, ο οργανισμός του δεν έχει προσλάβει τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά σε συχνά γεύματα, όποτε αφενός δεν έχει κάνει σωστές καύσεις κι αφετέρου το βράδυ που θα ξεκινήσει να τρώει δε θα μπορεί να ελέγξει ούτε την πείνα, ούτε το αίσθημα του κορεσμού. Άρα καταναλώνουν παραπάνω θερμίδες και συνδυαστικά με το γεγονός ότι μπορεί αμέσως μετά να κοιμηθούν, κάτι που δυσχεραίνει την διαδικασία της πέψης, καταλήγουν να ξυπνούν το πρωί με ένα φούσκωμα που όσο συνεχίζεται, σίγουρα θα καταλήξει σε αύξηση βάρους και συσσώρευση λίπους! Ένα ελαφρύ βραδινό πάντως (γιαούρτι, σαλάτα, ομελέτα, σούπα, healthy bawls κλτ), που τρώγεται σχετικά νωρίς σίγουρα δεν παχαίνει!

Αποστολία Μπούμπα: Η ταχύτητα με την οποία καταπίνουμε τις μπουκιές μας δεν είναι κάποιος μαγικός τρόπος για να εξαφανιστούν οι θερμίδες. Η αύξηση του βάρους είναι αποτέλεσμα του ενεργειακού ισοζυγίου: αν προσλαμβάνουμε περισσότερη ενέργεια από αυτή που καίμε, το βάρος θα αυξηθεί, ανεξάρτητα από το αν το γεύμα διήρκησε 5 ή 50 λεπτά.
Ωστόσο, το να τρώμε αργά είναι ένα πανίσχυρο «εργαλείο» επικοινωνίας με τον εαυτό μας. Γιατί;
- Το σήμα του κορεσμού: Ο εγκέφαλος χρειάζεται περίπου 20 λεπτά για να λάβει το σήμα από το στομάχι ότι χορτάσαμε. Τρώγοντας αργά, δίνουμε στον οργανισμό μας τον απαραίτητο χρόνο να «ακούσει» το αίσθημα της πληρότητας.
- Συνειδητή διατροφή (Mindful Eating): Όταν δεν βιαζόμαστε, αξιολογούμε καλύτερα την πραγματική μας πείνα. Σταματάμε τη στιγμή που νιώθουμε ικανοποιημένοι και όχι τη στιγμή που νιώθουμε «σκασμένοι».
- Λιγότερη ποσότητα, περισσότερη απόλαυση: Η αργή κατανάλωση συνδέεται συχνά με χαμηλότερη θερμιδική πρόσληψη, απλώς και μόνο επειδή δεν προλαβαίνουμε να φάμε περισσότερο από όσο πραγματικά χρειαζόμαστε.
Το «αργά» δεν είναι αδυνατιστικό κόλπο, είναι ο τρόπος μας να σεβαστούμε τους βιολογικούς ρυθμούς του σώματός μας.
Αλήθεια: «Δεν καταναλώνουμε τις φυτικές ίνες που θα έπρεπε»
Αναστασία Ορφανουδάκη: Σύμφωνα με διεθνείς οργανισμούς, η συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη φυτικών ινών ανέρχεται για ένα ενήλικα σε περίπου 25–38 γραμμάρια ημερησίως, ωστόσο ο μέσος πληθυσμός τείνει να καταναλώνει σημαντικά λιγότερη ποσότητα. Οι φυτικές ίνες βελτιώνουν το μικροβίωμα του εντέρου, αυξάνουν το αίσθημα κορεσμού και συμβάλλουν στη μεταβολική υγεία. Συνεπώς, η χαμηλή πρόσληψη φυτικών ινών σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών νοσημάτων, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, παχυσαρκίας και διαταραχών του εντέρου. Για να τις αυξήσουμε θα πρέπει να δώσουμε έμφαση σε τροφές, όπως λαχανικά, φρούτα φρέσκα& αποξηραμένα, όσπρια, δημητριακά ολικής, σπόρους κτλ.

Αποστολία Μπούμπα: Δυστυχώς, οι αριθμοί επιβεβαιώνουν ότι το πιάτο μας υπολείπεται σε ένα από τα πιο πολύτιμα συστατικά για την υγεία μας. Οι διεθνείς συστάσεις ορίζουν την απαραίτητη ημερήσια ποσότητα στα 25-35 γραμμάρια φυτικών ινών, καθώς η κατανάλωσή τους λειτουργεί ως «ασπίδα» κατά των καρδιαγγειακών νοσημάτων και άλλων χρόνιων παθήσεων. Τι συμβαίνει όμως στην πράξη;
- Το χάσμα της κατανάλωσης: Πρόσφατες έρευνες σε Ευρώπη και Αμερική δείχνουν ότι προσλαμβάνουμε μόλις το 50-70% της συνιστώμενης ποσότητας.
- Η Ελλάδα «ξεχνά» τη Μεσόγειο: Παρόλο που ζούμε στη χώρα της Μεσογειακής Διατροφής, οι έρευνες δείχνουν ότι ειδικά οι νεότερες ηλικίες απομακρυνόμαστε από τις παραδόσεις μας.
- Η αλλαγή των συνηθειών: Αντικαθιστούμε τα όσπρια, τα λαχανικά και τα φρούτα με αυξημένες ποσότητες κρέατος, επεξεργασμένων δημητριακών, αλκοόλ και πρόσθετης ζάχαρης.
Οι φυτικές ίνες δεν είναι απλώς «για τη χώνεψη». Είναι ο ρυθμιστής του σακχάρου μας, ο σύμμαχος της καρδιάς μας και ο λόγος που νιώθουμε χορτάτοι για περισσότερη ώρα. Η επιστροφή στις ρίζες μας (όσπρια, φρούτα, λαχανικά) δεν είναι τάση, είναι ανάγκη επιβίωσης.
«Αν τρώμε με αργή ταχύτητα, δεν παχαίνουμε»: Όχι από μόνο του, αλλά βοηθά.
Αναστασία Ορφανουδάκη: Η ταχύτητα κατανάλωσης τροφής δεν καθορίζει άμεσα το σωματικό βάρος, ωστόσο επηρεάζει τη συνολική πρόσληψη ενέργειας. Η αργή κατανάλωση επιτρέπει την καλύτερη ενεργοποίηση των μηχανισμών κορεσμού, μειώνοντας την πιθανότητα υπερφαγίας. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα άτομα που τρώνε γρήγορα έχουν αυξημένο κίνδυνο παχυσαρκίας. Επομένως, η αργή κατανάλωση αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο συμπεριφορικής διατροφής, αλλά δεν υποκαθιστά μια ισορροπημένη διατροφή.

Αλήθεια: «Μπορεί να χάνεται λίπος ακόμη κι αν δε χάνονται κιλά;»
Αναστασία Ορφανουδάκη: Φυσικά και μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο. Τρανταχτό παράδειγμα είναι οι αθλητές οι οποίοι μπορεί σωματικά να ζυγίζουν το ίδιο με κάποιον που δεν αθλείται αλλά ο ένας με τον άλλο να έχουν τελείως διαφορετικό ποσοστό λίπους και φυσικά εμφανείς διαφορές στην εξωτερική εμφάνιση.
Επίσης μπορεί ένας αθλούμενος να «καίει» με τις προπονήσεις αλλά και τη διατροφή που ακολουθεί μεγαλύτερο ποσοστό λίπους, χωρίς όμως να βλέπει αλλαγή στη ζυγαριά. Αυτό γενικά μπορεί να συμβεί σε διάφορες περιπτώσεις όπως για παράδειγμα όταν έχουμε αύξησης της φυσικής δραστηριότητας, αύξηση της μυϊκής μάζας και του μυϊκού γλυκογόνου ή όταν ένα άτομο αρχίσει να προσέχει τη διατροφή του σε ποιότητα, αποφεύγοντας κορεσμένα λιπαρά και junk food, χωρίς όμως ποσοτικό περιορισμό που δικαιολογημένα θα επέφερε και μείωση βάρους.
Ακόμη όταν κατανέμουμε καλύτερα τα γεύματα τις ημέρες τρώγοντας πολλές φορές από κάτι λίγο και θρεπτικό, τότε και πάλι το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η μείωση του ποσοστού του σωματικού λίπους, χωρίς αυτό πάντα να σημαίνει και μείωση κιλών. Σε αυτές όλες τις περιπτώσεις, μια επαγγελματική ανάλυση σύστασης σώματος, θα μας διαφωτίσει!

Μύθος: «Η διαλειμματική νηστεία βοηθά περισσότερο στην απώλεια βάρους;»
Αναστασία Ορφανουδάκη: Αν θέλουμε να αξιολογήσουμε καθαρά από τη σκοπιά της απώλειας, η απάντηση είναι όχι δε βοηθά περισσότερο από άλλες υποθερμιδικές διατροφικές προσεγγίσεις. Η διαλειμματική νηστεία (Intermittent Fasting) αποτελεί έναν τρόπο χρονικού περιορισμού της πρόσληψης τροφής και όχι μια αυτόνομη μέθοδο απώλειας βάρους. Τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι, όταν συγκρίνεται με ισοθερμιδικές ή υποθερμιδικές δίαιτες συνεχούς περιορισμού ενέργειας, δεν οδηγεί σε μεγαλύτερη απώλεια βάρους μακροπρόθεσμα.
Η απώλεια βάρους που παρατηρείται οφείλεται κυρίως στη μείωση της συνολικής ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης και όχι στο ίδιο το μοτίβο της νηστείας. Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι η διαλειμματική νηστεία μπορεί να είναι αποτελεσματική για κάποια άτομα, κυρίως επειδή απλοποιεί τη δομή των γευμάτων και περιορίζει το τσιμπολόγημα. Ωστόσο, δεν είναι κατάλληλη για όλους και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε υπερφαγικά επεισόδια, μειωμένη συμμόρφωση ή αυξημένο άγχος γύρω από το φαγητό. Από κλινική σκοπιά, η μακροχρόνια συνέπεια και η ποιότητα της διατροφής παραμένουν οι σημαντικότεροι παράγοντες επιτυχίας.
Επιπλέον, η βιβλιογραφία δεν υποστηρίζει σαφή υπεροχή της διαλειμματικής νηστείας ως προς τη διατήρηση μυϊκής μάζας ή τη βελτίωση του μεταβολικού ρυθμού σε σύγκριση με άλλες ισορροπημένες διατροφικές παρεμβάσεις. Επομένως, μπορεί να αποτελεί ένα εργαλείο για επιλεγμένα άτομα, αλλά δεν συνιστά «ανώτερη» μέθοδο απώλειας βάρους.

«Οι ενέσεις για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας είναι η λύση στο πρόβλημα;»: Εξαρτάται!
Αναστασία Ορφανουδάκη: Αποτελούν ένα σημαντικό θεραπευτικό εργαλείο, αλλά όχι πανάκεια. Η παχυσαρκία ναι είναι νόσος και πλέον θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως νόσος. Οι ενέσιμες λοιπόν φαρμακευτικές θεραπείες για την παχυσαρκία, κυρίως οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1 και τα νεότερα συνδυαστικά μόρια, έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές στη μείωση του σωματικού βάρους σε άτομα με παχυσαρκία ή σοβαρό μεταβολικό κίνδυνο και συνίσταται ειδικά και σε άτομα με υποκείμενα νοσήματα.
Η δράση τους βασίζεται στη ρύθμιση της όρεξης, στην αύξηση του αισθήματος κορεσμού και στη μείωση της ενεργειακής πρόσληψης, μέσω μηχανισμών που μιμούνται εντερικές ορμόνες. Κλινικές μελέτες δείχνουν σημαντική απώλεια βάρους, ιδιαίτερα όταν η φαρμακευτική αγωγή συνδυάζεται με διατροφική παρέμβαση και αλλαγές τρόπου ζωής.
Ωστόσο, δεν πρόκειται για «μαγική λύση». Η διακοπή της αγωγής συχνά συνοδεύεται από επαναπρόσληψη βάρους, γεγονός που υπογραμμίζει ότι η παχυσαρκία είναι μια χρόνια, υποτροπιάζουσα νόσος και απαιτεί μακροχρόνια διαχείριση. Επιπλέον, τα φάρμακα αυτά δεν είναι κατάλληλα για όλους, ενδέχεται να έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες και πρέπει να χορηγούνται αποκλειστικά υπό ιατρική παρακολούθηση. Από διατροφική σκοπιά, είναι κρίσιμο να συνοδεύονται από επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης, σωστή ποιότητα διατροφής και, όπου είναι δυνατόν, άσκηση, ώστε να περιοριστεί η απώλεια μυϊκής μάζας. Συμπερασματικά, οι ενέσιμες θεραπείες αποτελούν ένα πολύτιμο εργαλείο στη φαρέτρα της αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, αλλά η επιτυχία τους εξαρτάται από την ένταξη τους σε ένα ολοκληρωμένο, εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο.

Μύθος: Πρέπει κάποιος να είναι υπερβολικά αδύνατος για να έχει διατροφική διαταραχή;
Αποστολία Μπούμπα: Αυτός είναι ίσως ο πιο επικίνδυνος μύθος. Η πραγματικότητα είναι ότι οι διατροφικές διαταραχές δεν έχουν συγκεκριμένο σωματότυπο· εμφανίζονται σε όλα τα σχήματα και τα μεγέθη σώματος.
Γιατί η εικόνα μας παραπλανεί;
- Η «αόρατη» νόσος: Πολλοί άνθρωποι που παλεύουν με τη βουλιμία ή τη διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας έχουν βάρος που θεωρείται «φυσιολογικό» ή είναι υπέρβαροι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υποφέρουν ή ότι η κατάστασή τους είναι λιγότερο σοβαρή.
- Άτυπη Νευρική Ανορεξία: Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένα άτομο εμφανίζει όλα τα συμπτώματα της ανορεξίας (έντονος περιορισμός τροφής, ψυχική οδύνη), αλλά το σώμα του δεν φαίνεται «σκελετωμένο». Οι κίνδυνοι για την υγεία (καρδιακά προβλήματα, οργανική ανεπάρκεια) παραμένουν ίδιοι και εξαιρετικά σοβαροί.
- Το σφάλμα της διάγνωσης: Η εστίαση μόνο στα κιλά καθυστερεί τη διάγνωση. Συχνά, ο περίγυρος μπορεί ακόμα και να επιβραβεύει την απώλεια βάρους σε ένα άτομο με παραπάνω κιλά, αγνοώντας ότι αυτό μπορεί να συμβαίνει με έναν αυτοκαταστροφικό και επικίνδυνο τρόπο.
Μια διατροφική διαταραχή κρίνεται από τη σχέση του ατόμου με το φαγητό και την ψυχική του κατάσταση, όχι από τον δείκτη μάζας σώματος. Το μέγεθος του σώματος δεν είναι ποτέ αξιόπιστος δείκτης της υγείας – σωματικής ή ψυχικής.

Μύθος: Μόνο οι γυναίκες και τα νεαρά κορίτσια εμφανίζουν διατροφικές διαταραχές;
Αποστολία Μπούμπα: Παρόλο που η κοινή γνώμη έχει ταυτίσει αυτές τις παθήσεις με τα νεαρά κορίτσια, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο συμπεριληπτική. Οι διατροφικές διαταραχές δεν κάνουν διακρίσεις: επηρεάζουν ανθρώπους κάθε φύλου, ηλικίας, εθνικότητας και κοινωνικής τάξης.
Γιατί πρέπει να αλλάξουμε οπτική;
- Οι άνδρες στο προσκήνιο: Οι άνδρες αποτελούν ένα σημαντικό και αυξανόμενο ποσοστό των πασχόντων. Ωστόσο, η λανθασμένη πεποίθηση ότι πρόκειται για «γυναικεία νόσο» τους οδηγεί συχνά στην αποσιώπηση του προβλήματος και στην καθυστέρηση αναζήτησης βοήθειας.
- Το «αόρατο» κοινωνικό στίγμα: Λόγω των έμφυλων στερεοτύπων, ένας άνδρας μπορεί να νιώθει ντροπή ή ότι «απειλείται» η αρρενωπότητά του αν παραδεχτεί μια τέτοια δυσκολία, με αποτέλεσμα οι διαταραχές στους άνδρες συχνά να διαγιγνώσκονται σε πολύ προχωρημένο στάδιο.
- Διαφορετικά συμπτώματα: Στους άνδρες, η διαταραχή μπορεί συχνά να μεταμφιεστεί σε υπερβολική ενασχόληση με τη γυμναστική και τη μυϊκή μάζα (όπως η μυϊκή δυσμορφία), κάτι που η κοινωνία τείνει να αποδέχεται πιο εύκολα ως «υγιεινό τρόπο ζωής».
Ο πόνος και η δυσλειτουργική σχέση με το φαγητό δεν έχουν φύλο. Η αναγνώριση ότι όλοι είναι ευάλωτοι είναι το πρώτο βήμα για να δημιουργήσουμε ένα δίχτυ ασφαλείας για κάθε άνθρωπο που υποφέρει.
