«Φεύγεις και φεύγω, και πού πάμε; Εγώ κι εσύ, θεέ μου, μας έμαθες εσύ, τόσο πολύ να αγαπάμε….», ήταν οι τελευταίοι στίχοι που ερμήνευσε η Μαρινέλλα πριν καταρρεύσει στη σκηνή του Ηρωδείου μπροστά στους χιλιάδες κόσμου που βρίσκονταν εκεί για να την απολαύσουν.
Κανείς δεν περίμενε πως η συναυλία που με τόση προσοχή και μεράκι ετοίμαζε η Μαρινέλλα, θα ήταν και η τελευταία της… Η Μαρινέλλα έμελλε να «πέσει» κάνοντας αυτό που λάτρευε, τραγουδώντας. Κι όσο και αν πολλοί λένε πως δεν της άξιζε ένα τέτοιο τέλος, ίσως αυτό το τέλος, πάνω στη σκηνή, ανάμεσα στον κόσμο και τα χειροκροτήματα, να ήταν αυτό ακριβώς που θα ήθελε ένας μουσικός θρύλος όπως εκείνη.
Όπως έγινε γνωστό σήμερα Σάββατο 28 Μαρτίου, η Μαρινέλλα έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 88 ετών.

Το πραγματικό της όνομα ήταν Κυριακή Παπαδοπούλου. Γεννημένη στις 9 Μαΐου του 1938 με καταγωγή από την Πόλη, μέλος μιας εξαμελούς οικογένειας. Η Μαρινέλλα μεγάλωσε στην εποχή του πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Μεγάλωσε σε χρόνια που κυριαρχούσαν οι στερήσεις και οι κακουχίες, με παιχνίδια σε χωμάτινους δρόμους και ένα σπίτι πλημμυρισμένο από αγάπη.
Οι γονείς της, αν και φτωχοί άνθρωποι, του μεροκάματου, χωρίς σπουδές, ήταν αρκετά ανοιχτόμυαλοι και πάντα την ενθάρρυναν να κάνει αυτό που έλεγε η ψυχή της. Είχαν διακρίνει άλλωστε από νωρίς την καλλιτεχνική της φλέβα.

Σε ηλικία τεσσάρων ετών συμμετείχε στη ραδιοφωνική εκπομπή «Παιδική ώρα», στην οποία τραγούδησε τη «Φλαμουριά» του Αυστριακού συνθέτη Φραντς Πέτερ Σούμπερτ. Λίγα χρόνια αργότερα θα διαφήμιζε γνωστά καταστήματα ενδυμάτων της Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με το σχολείο, δούλευε σε ένα περίπτερο, ωστόσο μέσα της πάντα ήξερε ότι η μουσική θα ήταν εκείνη που θα τη συντρόφευε μέχρι το τέλος.
Σιγά σιγά ξεκίνησε να παίρνει μέρος στα «μπουλούκια» αρχικά, ως ηθοποιός, αλλά εξαιτίας ενός τυχαίου περιστατικού μεταπήδησε στον χώρο της μουσικής. Συγκεκριμένα, σε ηλικία 17 ετών, βρέθηκε στον θίασο της Μαίρης Λωράνς, μαζί με ηθοποιούς που έκαναν τότε τα πρώτα τους βήματα στην υποκριτική. Κατά την περιοδεία τους σε ένα χωριό της Καρδίτσας η τραγουδίστρια του θιάσου αρρώστησε και ζήτησαν από εκείνη να την αντικαταστήσει, όπως και έγινε.

Το 1956 θα αποτελέσει μια χρονιά – σταθμό στη ζωή της αφού, από Κυριακή Παπαδοπούλου θα γίνει Μαρινέλλα.
Η αλλαγή αυτή οφειλόταν στον Τόλη Χάρμα με τον οποίο συνεργάζονταν σε ένα νυχτερινό κέντρο, με την έμπνευση για το όνομα που θα τη συνόδευε μέχρι το τέλος να του έρχεται από το ομόνυμο τραγούδι του.
Κάπου εκεί, μπήκε στη ζωή της και ο Στέλιος Καζαντζίδης τον οποίο γνώρισε μέσω του Στέλιου Ζαφειρίου. Η γνωριμία της με τον Στέλιο Καζαντζίδη ήρθε την περίοδο που εκείνος είχε χωρίσει από την Καίτη Γκρέυ και της ζήτησε να τον ακολουθήσει στην Αθήνα, και να γίνουν ντουέτο. Εκείνη δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Οι δυο τους υπήρξαν ζευγάρι για μια δεκαετία. Ο Στέλιος Καζαντζίδης υπήρξε – όπως συνήθιζε η ίδια να λέει – μεγάλο σχολείο.
Ο γάμος τους πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1964 στο Χαλάνδρι. Μαζί έκαναν επιτυχημένους δίσκους, έγραψαν μεγάλα σουξέ, έπαιξαν σε ταινίες, θέατρα, σε συναυλίες, έκαναν ταξίδια. Η σχέση τους όμως είχε και αρκετά προβλήματα και εντάσεις. Ο γάμος τους κράτησε δυο μόλις χρόνια.
«Χωρίσαμε γιατί αυτός δεν ήθελε να δουλεύει, εγώ το αντίθετο. Παραμείναμε, όμως, πολύ καλοί φίλοι μέχρι το τέλος» είχε εξομολογηθεί η ίδια σε συνέντευξή της.

Όταν οι δρόμοι της με τον Στέλιο Καζαντζίδη χώρισαν, μέντοράς της έγινε ο Γιώργος Κατσαρός. Το πρώτο της προσωπικό άλμπουμ «Σταλιά- Σταλιά» θα έρθει λίγο μετά, κι αυτό κάπως τυχαία, αφού το τραγούδι ο Γιώργος Ζαμπέτας το προόριζε για την Αλίκη Βουγιουκλάκη.
Η στάρ του κινηματογράφου απέρριψε το τραγούδι προτείνοντας να το δώσουν στον Καζαντζίδη. Η τύχη όμως έφερε τη Μαρινέλλα να βρίσκεται συμπτωματικά στο στούντιο και με τη μαγκιά και το θάρρος που τη διέκριναν ζήτησε να το πει εκείνη. Έτσι κι έγινε.
Την ίδια χρονιά, εμφανίστηκε στην Παλιά Αθήνα της Πλάκας δίπλα στους Δημήτρη Μητροπάνο, Κλειώ Δενάρδου, Σόφη Ζαννίνου με χορευτές τους Μανώλη Καστρινό και Χρυσούλα Ζώκα.

Ακολούθησαν κι άλλες σπουδαίες συνεργασίες με δεκάδες τραγούδια που έγιναν επιτυχία και άντεξαν στον χρόνο.
Η Μαρινέλλα σιγά σιγά κατάφερε να γίνει πρώτο όνομα, και ως πρώτο όνομα πια, πρωτοστάτησε στο στήσιμο ενός άλλου είδους διασκέδασης από αυτό που προσέφεραν μέχρι τότε τα νυχτερινά κέντρα. Από το μελαχρινό κορίτσι που καθόταν ντροπαλά στο λαϊκό πάλκο, πέταξε τις καρέκλες και μεταμορφώθηκε σε μια αεράτη γυναίκα με κοντοκουρεμένο μαλλί, η οποία, ντυμένη με πολυτέλεια, τραγουδούσε, χόρευε, έπαιζε και αλώνιζε πάνω στην πίστα.
Ο τρόπος που αντιμετώπιζε τη δουλειά της την έκανε να ξεχωρίσει. Χρησιμοποιούσε μεγάλες ορχήστρες με τους καλύτερους μουσικούς της εποχής. Πρόσεχε τον ήχο, έβαλε θεατρικούς προβολείς, αντικατέστησε το σπάσιμο των πιάτων με τις γαρδένιες, έφτιαξε τα καμαρίνια και επέβαλε όχι μόνο την Κυριακή να είναι ρεπό, αλλά και οι μουσικοί της να πληρώνονται εκείνο το ρεπό.
Η ανοδική της πορεία συνεχίζεται για χρόνια, οι σπουδαίες συνεργασίες διαδέχονται η μια την άλλη, το ίδιο και οι επιτυχία. Το 1972 θα ταράξει την κοινωνία της εποχής, αφού θα γίνει ανύπαντρη μητέρα, φέρνοντας στον κόσμο τη μοναχοκόρη της, Τζωρτίνα (Γεωργία-Χριστίνα) Σερπιέρη, καρπό του έρωτά της με τον πρωταθλητή Ελλάδος στην ιππασία Φρέντυ Σερπιέρη.

Λίγο αργότερα στη ζωή της θα μπει ο Τόλης Βοσκόπουλος.Η σχέση της Μαρινέλλας με τον Τόλη Βοσκόπουλο ξεκίνησε λίγο μετά τον χωρισμό του από τη Ζωή Λάσκαρη και σηματοδότησε μια νέα αρχή τόσο στη ζωή τους όσο και στη σκηνή.
Οι δύο σπουδαίοι καλλιτέχνες γνωρίστηκαν το 1973 και πολύ σύντομα έγιναν αχώριστοι, τόσο στην προσωπική τους ζωή όσο και στην επαγγελματική τους πορεία. Δύο χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1975, παντρεύτηκαν, αλλά με έναν τρόπο που ξέφευγε εντελώς από τα συνηθισμένα για τη λάμψη και τη φήμη τους.

Ο γάμος τους ήταν μια ιδιωτική, σχεδόν μυστική υπόθεση, που πραγματοποιήθηκε στο διαμέρισμα της Μαρινέλλας στο Παγκράτι. Αντί για τα πολυτελή νυφικά και κοστούμια που θα περίμενε κανείς, το ζευγάρι επέλεξε να φορέσει τζιν. Η τραγουδίστρια είχε διαλέξει μια μακριά φούστα και γιλέκο, ενώ ο Τόλης ήταν απλά ντυμένος με τζιν παντελόνι. Παρά το γεγονός ότι ο γάμος τους ήταν λιτός και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, η στιγμή ήταν γεμάτη αγάπη και αυθεντικότητα.
Στον μικρό, αλλά ιδιαίτερο αυτό γάμο, παρόντες ήταν μόλις έξι καλεσμένοι: ο παπάς, οι κουμπάροι τους, Γιώργος Κατσαρός και η σύζυγός του, ο Φρέντυ Γερμανός, η αδελφή της Μαρινέλλας και η Λένα Παμέλα μαζί με τον άντρα της.Μετά την τελετή, το ζευγάρι άλλαξε ρούχα και βρέθηκε στη «Νεράϊδα», το κέντρο όπου τραγουδούσε τότε ο Τόλης, για να γιορτάσουν τη νέα τους αρχή.

Οι δυο τους έγραψαν ιστορία με τις εμφανίσεις και τα τραγούδια τους. Όμως, το 1981, η σχέση τους θα φτάσει στο τέλος της, με τον Βοσκόπουλο ν’ αποχωρεί από το σπίτι. Ο χωρισμός τους δεν ήταν εύκολος, ιδιαίτερα για εκείνον, ο οποίος πέρασε δύσκολες στιγμές μετά το διαζύγιό τους.
Η Μαρινέλλα, από την πλευρά της, αντιμετώπισε τον χωρισμό με αποφασιστικότητα. Σε μια συνέντευξή της, είχε αποκαλύψει: «Είχα μόνο σοβαρές σχέσεις που κρατούσαν χρόνια. Και όταν η Τζωρτζίνα ήταν 10 ετών και είχα πάρει διαζύγιο από τον Βοσκόπουλο -είχα ξεμπερδέψει για την ακρίβεια γιατί ο Τόλης δεν ήταν το πιο εύκολο αγόρι- αποφάσισα πως οι άντρες είχαν τελειώσει πια για μένα. Δεν ήθελα να δω πότε το παιδί μου κατσουφιασμένο από κάποιο αρνητικό σχόλιο που θα άκουγε για την προσωπική μου ζωή».

H Μαρινέλλα, συνέχισε όλα τα υπόλοιπα χρόνια, μέχρι και το βράδυ της Τετάρτης 25 Σεπτεμβρίου να υπηρετεί με τεράστια αφοσίωση και σεβασμό το τραγούδι. Εκατοντάδες μουσικές παραστάσεις, συναυλίες, δεκάδες τραγούδια, βραβεύσεις,,,, Η Μαρινέλλα μέσα στα χρόνια έγινε θρύλος, κατάφερε να αγαπηθεί από το κοινό, ακόμη εντός και εκτός συνόρων, και να κάνει τους πάντες να υποκλίνονται στο μεγαλείο της φωνής της.
Η Μαρινέλλα έγινε σύμβολο, και από δίπλα της πέρασαν δεκάδες νέοι καλλιτέχνες, τους οποίους αγκάλιασε σαν δεύτερη μάνα. Δε φοβόταν τη σύγκριση με τους νεότερους, το μόνο που ήθελε ήταν σε κάθε της εμφάνιση και συνεργασία να είναι όλα ρυθμισμένα στην εντέλεια, θεωρούσε ότι όφειλε στον κόσμο ένα τέλειο θέαμα, και πράγματι, τους το πρόσφερε απλόχερα όταν έβγαινε στη σκηνή χωρίς μικρόφωνο και προκαλούσε ρίγη συγκίνησης με τη φωνή της,
Το βράδυ της 25ης Σεπτεμβρίου η Μαρινέλλα έδωσε την τελευταία της παράσταση, και είπε το δικό της αντίο με έναν τρόπο που μόνο εκείνη θα μπορούσε να κάνει.
«Φεύγεις και φεύγω, και πού πάμε; Εγώ κι εσύ, θεέ μου, μας έμαθες εσύ, τόσο πολύ να αγαπάμε….» με αυτούς τους στίχους «έσβησε» η Μαρινέλλα και με αυτούς την αποχαιρετάμε κι εμείς.
Φωτογραφίες: NDP/Facebook
