Βγαίνοντας από την έκθεση Van Gogh: The Immersive Experience, είχα την αίσθηση ότι είχα μόλις περπατήσει μέσα στο μυαλό ενός ανθρώπου που ένιωθε τα πάντα πιο έντονα από τους περισσότερους. Όχι απλώς ότι είδα έργα τέχνης, αλλά ότι τα έζησα, σαν να με τύλιξαν τα χρώματα, οι σκέψεις και οι σιωπές του Βαν Γκογκ.
Η εμπειρία ξεκινά ήσυχα, σχεδόν διακριτικά, και πριν το καταλάβεις βρίσκεσαι μέσα σε έναν κόσμο που κινείται, αναπνέει και αλλάζει γύρω σου. Τα ηλιοτρόπια δεν είναι πια ακίνητα σε έναν τοίχο· λικνίζονται, φωτίζουν τον χώρο, σε ακολουθούν. Η Έναστρη Νύχτα απλώνεται στο πάτωμα και στους τοίχους και σε κάνει να θέλεις απλώς να σταθείς ακίνητη, να κοιτάξεις ψηλά και να αφεθείς.

Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο δεν ήταν η τεχνολογία -αν και είναι εντυπωσιακή-, αλλά ο τρόπος που η έκθεση σε φέρνει πιο κοντά στον ίδιο τον άνθρωπο πίσω από τα έργα. Αποσπάσματα από γράμματα, μικρές αφηγήσεις της ζωής του, οι εσωτερικές του μάχες και η αφοσίωσή του στην τέχνη του, σε κάνουν να τον δεις όχι ως «ιδιοφυΐα», αλλά ως έναν ευαίσθητο, εύθραυστο άνθρωπο που πάλευε να εκφραστεί.
Ως γυναίκα που τρέχει καθημερινά ανάμεσα σε υποχρεώσεις, deadlines και ρόλους, ένιωσα αυτή την έκθεση σαν μια παύση. Έναν χώρο όπου επιτρέπεται να νιώσεις, χωρίς να πρέπει να εξηγήσεις γιατί. Να συγκινηθείς χωρίς λόγο. Να θυμηθείς ότι η δημιουργικότητα και η ευαισθησία δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη.


Η Van Gogh: The Immersive Experience δεν είναι απλώς μια πολιτιστική έξοδος. Είναι ένα μικρό ταξίδι προς τα μέσα. Μια υπενθύμιση ότι η ομορφιά μπορεί να γεννηθεί ακόμα και από τον πόνο, αλλά και ότι, μερικές φορές, το μόνο που χρειαζόμαστε είναι να σταθούμε μέσα στο φως και να το αφήσουμε να μας αγγίξει.
