Με αφορμή την επιτυχία που σημείωσε μέσα από τον ρόλο του στη σειρά «Μεγάλη Χίμαιρα» αλλά και τη νέα σειρά, «Το τελευταίο νησί» στην οποία πρωταγωνιστεί, ο Ανδρέας Κωνσταντίνου παραχώρησε συνέντευξη στη Vogue και στον Βλάσση Κωστούρο.
Ο γοητευτικός ηθοποιός με εξομολογητική διάθεση παραδέχτηκε ότι δυσκολεύεται να αφήσει τον εαυτό του να συνδεθεί βαθιά σε συναισθηματικό επίπεδο, και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους και ο ίδιος προβληματίστηκε με τις ερωτικές σκηνές τις «Μεγάλης Χίμαιρας».

Στη “Μεγάλη Χίμαιρα”, ο έρωτας, το σώμα και η συναισθηματική σύνδεση βρίσκονται στον πυρήνα της αφήγησης. Σε προσωπικό επίπεδο πώς βιώνετε αυτά τα θέματα;
Θα έλεγα πως γενικότερα είμαι επιφυλακτικός και δεν συνδέομι εύκολα βαθιά. Συνήθως μου παίρνει χρόνο και, όταν γίνεται, στο βαθμό που γίνεται, σχεδόν πάντα υπάρχει κάτι που με τρομάζει. Το δουλεύω, όμως. Είναι εξαντλητικό και ατελέσφορο να μην αναλαμβάνεις το όποιο ρίσκο μπορεί να υπάρχει στη σύνδεση.
Η σειρά συζητήθηκε έντονα για τολμηρές ερωτικές σκηνές. Πιστεύετε ότι ο θόρυβος οφείλεται στις ίδιες τις σκηνές ή στον τρόπο που ως κοινωνία εξακολούθούμε να αντιμετωπίζουμε τον έρωτα και το σώμα;
Για να είμαι ειλικρινής, προβληματίστηκα κι εγώ με τις ερωτικές σκηνές της σειράς. Όχι επειδή σοκάρομαι με την αποτύπωση ενός, εντέλει, βιολογικού γεγονότος, θεωρώ πως είμαστε πολύ εξοικειωμένοι με τέτοιες εικόνες, κι αν είμαστε όλοι εδώ και λέμε τις απόψεις μας περί ερωτικών σκηνών, είναι επειδή κάποτε οι γονείς μας επιδόθηκαν σε παρόμοιες πράξεις. Αυτό δε με σοκάρει.
Ο προβληματισμός μου αφορά περισσότερο το πως οι υπόλοιπες σκηνές συνδέονται μεταξύ τους και δημιουργούν τον συνολικό ρυθμό και την ένταση του έργου. Αναρωτιέμαι λοιπόν, αν η ροή, το βάθος και η ένταση των άλλων σκηνών επιτρέπουν στις ερωτικές σκηνές να ενσωματωθούν οργανικά συμβάλλοντας στην αίσθηση ενός συμπαγούς, πλούσιου, ζωντανού και αιχμηρού έργου, όπως είναι αυτό του Μ.Καραγάτση. Αυτό βέβαια, είναι εντελώς θεωρητικός στοχασμός, όταν η μάχη έχει ήδη δοθεί και κερδιθεί, κατά τη γνώμη μου πάντα, σε μεγάλο βαθμό.

Δε μπορώ παρά να αναγνωρίσω ότι το εγχείρημα αυτό αποτελεί εξαιρετικά δύσκολο έργο για έναν σκηνοθέτη και θεωρώ πως ο Βαρδής Μαρινάκης κατάφερε να το φέρει εις πέρας με αξιοσημείωτη δεξιοτεχνία. Αν θέλω να πω κάτι, που θεωρώ ότι έχει νόημα, είναι αυτό. Ο θεατής – και βάζω μέσα κι εμένα – είναι φυσικό να αντιδρά σε αυτό που βλέπει, έτσι πρέπει να γίνεται. Το ζήτημα όμως είναι η αντίδραση να μη μένει σε ένα απλό και στείρο, “δε μου άρεσε”.
Θεωρώ σημαντικό, ως μέρος μιας ευρύτερης καλλιέργειας, ο θεατής να μπορεί να αναζητήσει τον πραγματικό λόγο πίσω από την αίσθησή του. Τι είναι αυτό που τον ενόχλησε ή τι είναι αυτό που τον συγκίνησε: Με αυτό το τρόπο, εκφράζοντας τη γνώμη του – όχι απαραίτητα δημόσια, αλλά ακόμη και σε μια συζήτηση με φίλους – μπορεί να ανοίξει ένας ουσιαστικός διάλογος. Και όσο πιο σαφής είναι κανείς σε μια τέτοια κουβέντα, τόσο βαθύτερα μπορούμε να φτάσουμε στα πράγματα.
Συχνά τείνουμε να περιορίζουμε τη συζήτηση για κάτι που δε μας αρέσει στα ασαφή όρια του “γούστου”. Όμως, η τέχνη αξίζει να μας οδηγεί πέρα από αυτό, σε ερωτήματα για τις ερμηνείες, τη σκηνοθεσία, τη δραματουργία, τη λειτουργία των σκηνών και, τελικά, για το τι ακριβώς μάς προκαλεί κάθε επιλογή μας στο συνολικό έργο.

Στη νέα σειρά της ΕΡΤ, “Το τελευταίο νησί” υποδύεστε έναν άνθρωπο που βλέπει τη ζωή του να αλλάζει δραστικά μετά από ένα δυστύχημα. Στη δική σας ζωή υπήρξε ποτέ μια στιγμή που σαν ανάγκασε να ξαναδείτε τα πάντα από την αρχή;
Ναι, υπήρξε μια στιγμή στη ζωή μου που αναγκάστηκα να πάρω τον εαυτό μου στα σοβαρά. Η περιπέτεια της ζωής είναι μεγάλη, πλούσια, γεμάτη διαδτομές, και είναι πολύ εύκολο να χαθεί κανείς μέσα της. Κι αυτό, όσο επικίνδυνο κι αν είναι, έχει ταυτόχρονα κάτι υπέροχο. Πιστεύω πως είναι σημαντικό να υπάρχει χώρος και για την τεμπελιά, για πράγματα που μοιάζουν άσκοπα, για λάθη και παρεκκλίσεις.
Όλα αυτά είναι κομμάτι της εμπειρίας μας, τα οποία σπανίως δικαιώνονται μέσα σε μια κοινωνία που συχνά σε θέλει διαρκώς παραγωγικό, με πλάνο, με στόχους, σχεδόν με το ζόρι θετικό και λειτουργικό. Κάποια στιγμή όμως, έρχεται η ανάγκη να σταθείς, να κοιτάξεις τον εαυτό σου πιο καθαρά και να αποφασίσεις πώς θέλεις να συνεχίσεις.
