Λέξεις: Ιωσήφ Μανίκης / Εικόνες: Ιωσήφ Μανίκης & Εύα Μιμιλίδου
Κάθε ταξίδι είναι μια συνάντηση με τόπους, πρόσωπα και κομμάτια του εαυτού μας.
Οι ιστορίες και οι φωτογραφίες αυτής της σειράς είναι απόπειρες να κρατηθεί κάτι από εκείνη τη στιγμή, πριν χαθεί στον χρόνο.
Από τη συλλογή Το δώρο της μπλε πόλης.
Το Λοντζ των κροκοδείλων
Όταν σκέφτεσαι το Νεπάλ, δεν σκέφτεσαι ζούγκλα. Σκέφτεσαι βουνά. Κι όμως, υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος. Καταπράσινος, πυκνός, πρωτόγονος. Κι αυτόν τον κόσμο δεν τον είχα φανταστεί όταν ξεκινούσα το ταξίδι με τη σύζυγό μου, γεμάτος εικόνες από χιονισμένες κορυφές και πολύχρωμες σημαίες.
Μετά το πολύβουο Κατμαντού και την πτήση πάνω από τα Ιμαλάια, όπου ακόμη κι η ανάσα κοβόταν από το δέος, πήραμε τον δρόμο προς τα νότια. Στενός και απαιτητικός, με γέφυρες τεντωμένες πάνω από το κενό και περάσματα όπου το λεωφορείο χωρούσε οριακά. Κι όμως, το τοπίο μάς αποζημίωνε σε κάθε στροφή.
Αφού περάσαμε από την Ποκάρα, συνεχίσαμε για το Τσιτουάν, την καρδιά της ζούγκλας. Εκεί όπου η φύση δεν μοιάζει με κάτι που έχεις ξαναδεί. Δεν σου θυμίζει, σου επιβάλλεται. Σαν να είχαμε βρεθεί σε άλλη ήπειρο, ίσως στην Αφρική, μα χωρίς φίλτρα, χωρίς φολκλόρ.
Το Λοντζ καταπράσινο, όπως όλη η φύση γύρω του. Κάθε ζευγάρι στον δικό του μικρό παράδεισο: ένα μπανγκαλόου περιποιημένο, πνιγμένο στα εξωτικά λουλούδια, με μυρωδιές που άλλαζαν καθώς έπεφτε ο ήλιος.
Το βραδινό το φάγαμε έξω, κάτω από φώτα που πάλευαν με τα έντομα και τις σκιές. Μετά, ήρθε η ώρα για το πρώτο ηλιοβασίλεμα στη ζούγκλα. Το ποτό μας στο χέρι και τα μάτια στραμμένα στον ορίζοντα, ένα ξέφωτο ανάμεσα στα δέντρα μας χάρισε μια θέα που έμοιαζε κλεμμένη από παραμύθι.

Μας είχαν πει, σχεδόν πανηγυρικά:
«Αύριο θα δούμε το ηλιοβασίλεμα από την όχθη του ποταμού».
Ήταν ακόμη γύρω στις 8:30 το βράδυ όταν ακούσαμε μια φωνή από τα μεγάφωνα, όχι προειδοποίηση, όχι σύσταση: προσταγή.
«Κανείς δεν βγαίνει από το Λοντζ μετά τις 9:00 μ.μ. Να μην αγγίζετε το καλώδιο της περίφραξης. Είναι ηλεκτροφόρο».
Κι εκεί καταλάβαμε γιατί υπήρχαν τόσες πινακίδες που έγραφαν: Κίνδυνος.
Αυτό που δεν καταλάβαμε, ήταν τι είδους κίνδυνος.
Γύρω στις 5 το πρωί, ένας ήχος μάς ξύπνησε. Ή μάλλον… μας σήκωσε στο πόδι. Βαθιοί, παράξενοι θόρυβοι, κάτι ανάμεσα σε βήματα, μουγκρητά και ένα υπόκωφο, βαρύ τρίξιμο. Ασυνήθιστα πράγματα για τα αυτιά μας.
Οι περισσότεροι βγήκαμε αναστατωμένοι από τα μπανγκαλόου. Φορούσαμε ό,τι προλάβαμε. Η ομίχλη, διάφανη σαν ανάσα, σκέπαζε τα πάντα. Κι όμως, κάτι φαινόταν.
Σκιές.
Ναι, σκιές.
Σκιές που βάδιζαν με ρυθμό. Σε ομάδες.
Πρώτοι, οι ελέφαντες. Αργοί, περήφανοι, σαν φρουροί της νύχτας.
Πίσω τους, οι ρινόκεροι: βαριοί, θωρακισμένοι, σαν μεσαιωνικά άρματα μάχης.
Και στο τέλος… καμιά δεκαριά κροκόδειλοι.
Βάδιζαν όλοι προς τα κάτω, προς το ποτάμι που βρισκόταν ακριβώς κάτω από το Λοντζ.
Σαν περιπολία.
Ή σαν τελετουργία που δεν μας αφορούσε, μα εκτυλισσόταν μπροστά μας μόνο και μόνο για να μας θυμίζει ότι δεν ήμασταν παρά φιλοξενούμενοι.
Κι ίσως αυτό ήταν το πιο μαγικό από όλα.

Όταν ξημέρωσε, με την τσίμπλα στο μάτι και τα ερωτήματα της νύχτας να μη λένε να ξεθωριάσουν, πήραμε τον δρόμο για τον κονβόι των ελεφάντων. Αυτών που θα μας έκαναν βόλτα στη ζούγκλα, από ψηλά, στη ράχη τους.
Μαζί με τη σύζυγό μου και το αγαπημένο ζευγάρι συνταξιδιωτών, σύντροφοι σε περισσότερα από ένα ταξίδια, ανεβήκαμε στη σταθερή, τετράγωνη βάση που δένεται πάνω στο ζώο. Μόλις ο ελέφαντας σηκώθηκε, βρεθήκαμε να αιωρούμαστε πάνω από τις κορυφές των δέντρων. Τόσο ψηλός ήταν. Τόσο γαλήνιος. Σαν να κουβαλούσε αιώνες χωρίς να τον βαραίνουν.
Ο οδηγός μας, ή, καλύτερα, ο αρχηγός των οδηγών, καθόταν μπροστά, στο σβέρκο του ζώου. Σοβαρός, αμίλητος, με το βλέμμα καρφωμένο στο βάθος, έδειχνε άνθρωπος που είχε ζήσει τη ζωή του μέσα στη ζούγκλα.
Μας οδήγησε σ’ ένα ξέφωτο. Εκεί που μένουν οι ρινόκεροι.

Όταν πλησιάσαμε, σχεδόν σταματήσαμε να μιλάμε. Ο ρινόκερος, από τη μεριά του, δεν έδειξε να μας προσέχει ιδιαίτερα. Οι ελέφαντες δεν τον ενοχλούσαν κι εμάς δεν μας έβλεπε. Έτσι, είχαμε όλον τον χρόνο να τον παρατηρήσουμε. Να τον φωτογραφίσουμε. Σταχτής, ογκώδης, σαν να φορούσε αρχαία πανοπλία. Μόνο που… του έλειπε το κέρατο. Το είχε χάσει.
Ο οδηγός έδειξε προς το σημείο που κάποτε υψωνόταν το κέρατο και σώπασε. Δεν χρειαζόταν λόγια.
«Υπάρχουν ακόμη κυνηγοί που τους σκοτώνουν. Για το κέρατο. Λένε πως έχει αφροδισιακές ιδιότητες».
Λες κι η λίμπιντο κάποιων είναι πιο σημαντική από την ύπαρξη ενός ολόκληρου είδους.
Και τότε αναρωτήθηκα:
«Ποιος είναι το θηρίο; Ο ρινόκερος ή ο άνθρωπος;»
Ο οδηγός φορούσε μια ξεθωριασμένη μπλούζα.
Στο στήθος του, ένας ρινόκερος με το κεφάλι ψηλά και από κάτω η φράση:
“Save rhino”.
Το ταξίδι στο Εθνικό Πάρκο Τσιτουάν του Νεπάλ, στη ράχη ενός ελέφαντα, έμοιαζε ατελείωτο και δεν μας πείραζε καθόλου. Στην αρχή, κάθε τόσο σταματούσαμε. Για να θαυμάσουμε κάποιο επιβλητικό δέντρο με ρίζες σαν φίδια, ένα πολύχρωμο πουλί που θαρρείς κι είχε βγει από παλέτα ζωγράφου, ή κάποιο μικρότερο ζώο που έκοβε δρόμο ανάμεσα στα φύλλα.

Κάποια στιγμή, σχεδόν ανεπαίσθητα, το τοπίο άρχισε να αλλάζει.
Περάσαμε από ένα μικρό χωριό στην άκρη της διαδρομής. Στις αυλές, γυναίκες κάθονταν σε χαμηλά σκαμνιά, με τα χέρια απασχολημένα σε δουλειές που έμοιαζαν να επαναλαμβάνονται αιώνες τώρα. Σ’ ένα πεζούλι, δύο γυναίκες κάπνιζαν σιωπηλά, κοιτάζοντας τον δρόμο σαν να περνούσε από μπροστά τους κάτι γνώριμο και αδιάφορο μαζί. Παιδιά έτρεχαν ξυπόλητα στο χώμα, σταματούσαν για λίγο να μας κοιτάξουν και ύστερα συνέχιζαν το παιχνίδι τους, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Λίγο πιο πέρα, ένα σχολικό λεωφορείο επέστρεφε, σηκώνοντας σκόνη στον δρόμο. Κάποια από τα παιδιά μέσα από τα παράθυρα μας χαιρέτησαν, με εκείνη τη φυσική, αβίαστη χαρά που δεν χρειάζεται λόγια.
Μέχρι που φτάσαμε στον ποταμό.
Ήρθε η ώρα να περάσουμε απέναντι. Όλη η ομάδα επιβιβαζόταν στις πιρόγες, για τη διάσχιση του ποταμού. Οι ελέφαντες είχαν ήδη αποσυρθεί από τη σκηνή, σαν γιγάντιοι ηθοποιοί που τελείωσαν την παράσταση και πήγαν να ξεκουραστούν στα παρασκήνια της ζούγκλας.
Στην απέναντι όχθη μας περίμεναν τα 4×4, έτοιμα να μας επιστρέψουν στο Λοντζ.
Το ποτάμι δεν ήταν άδειο. Κάθε άλλο.
Οι κροκόδειλοι, όχι ένας, ούτε δέκα, αλλά εκατοντάδες, παραμόνευαν στις παρυφές του νερού. Ήσυχα, μεθοδικά, αινιγματικά. Έδειχναν τα ρύγχη τους σαν προειδοποίηση. Κάποιοι κινούσαν αργά την ουρά τους, σαν να έγραφαν αόρατα σήματα στον βυθό.

Και τα μάτια τους…
Αυτά τα τεράστια, κροκοδείλια μάτια μάς παρακολουθούσαν, όχι εχθρικά, ούτε φιλικά. Απλώς με την ψυχρή περιέργεια ενός πλάσματος που ξέρει πώς τελειώνουν συνήθως αυτές οι ιστορίες.
Ήμασταν έτοιμοι να μπούμε στην πιρόγα, όταν συνέβη το απρόοπτο. Μια κοπέλα, που έτυχε να είναι στην ίδια ομάδα με εμάς, άρχισε να φωνάζει. Όχι από καπρίτσιο ή υστερία, αλλά από καθαρό, ανθρώπινο φόβο.
Όχι για τους κροκόδειλους.
Για τη σύζυγό μου.
Όχι γιατί της έκανε κάτι. Ίσα ίσα ήταν, όπως πάντα, ευγενική, φιλική, χαμογελαστή.
Αυτό που τρόμαξε την κοπέλα ήταν η φωτογραφική μηχανή που είχε κρεμασμένη στον λαιμό και κυρίως, ο τρόπος που την κρατούσε. Με πάθος. Με την ένταση ενός ανθρώπου που δεν φωτογραφίζει απλώς, αλλά κυνηγάει τη στιγμή. Σαν να ήταν διατεθειμένη να ρισκάρει μια βουτιά στους κροκόδειλους για ένα καλό “κλικ”.
Η κοπέλα, με μάτια σαν ελαφιού που βγήκε κατά λάθος σε σαφάρι, φοβήθηκε μήπως η παραμικρή απότομη κίνηση αναποδογυρίσει την πιρόγα. Όλους μαζί. Στο νερό. Όπου, ας μην ξεχνάμε, κυκλοφορούσαν μερικές εκατοντάδες κροκόδειλοι.
Εκλεκτό πρωινό με άρωμα τουρίστα.
Ο αρχηγός της αποστολής, μαθημένος φαίνεται σε κάθε λογής ψυχολογικές εξάρσεις, κατάλαβε αμέσως την κατάσταση. Χωρίς πολλά λόγια, της πρότεινε ήρεμα να επιβιβαστεί σε μια άλλη πιρόγα, μακριά από το ζευγάρι των φωτογράφων που έμοιαζαν να το απολαμβάνουν λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
Όλοι περάσαμε σώοι και αβλαβείς.
Εκτός από την ψυχραιμία της κοπέλας. Αυτή είχε ήδη περάσει απέναντι, πολύ πριν από εμάς.
Όσο για εμάς, σύζυγος και εγώ, δεν σταματήσαμε να φωτογραφίζουμε τους κροκόδειλους. Με προσοχή, με δέος, και με εκείνη τη μικρή δόση ριψοκίνδυνης χαράς που κάνει μια φωτογραφία να αποκτά ψυχή.
Η κοπέλα… είχε το δίκιο της.
Αλλά κι εμείς ίσως είχαμε κάποιο δίκιο.

Πριν το σούρουπο επιστρέψαμε στο Λοντζ. Ένα γρήγορο ντους και κατευθείαν για το γεύμα-δείπνο της ημέρας. Ήταν ποικιλία εξωτικών πιάτων με το απαραίτητο σιγουράκι: δυο–τρία «ευρωπαϊκά» φαγητά για να μη μείνει κανείς νηστικός ή σε γαστρεντερική απομόνωση. Εγώ, αν και έψαχνα κάτι διαφορετικό, τελικά διάλεξα το οικείο. Η περιέργεια είναι καλή, αλλά μερικές φορές το έντερο έχει τον πρώτο λόγο.
Ώρα ηλιοβασιλέματος. Όλο το γκρουπ κατηφόρισε προς την όχθη του ποταμού. Ο κόσμος πολύς, πολύχρωμος, ζωηρός. Μερικοί έφτασαν με καμήλες, ίσως για να τις ξεδιψάσουν, ίσως για να κάνουν εντύπωση. Ποιος ξέρει;
Μια πολυπληθής παρέα Ασιατών, όλοι με φωτογραφικές μηχανές στον λαιμό, έστησαν πρώτοι το δικό τους φωτογραφικό καρτέρι. Το ηλιοβασίλεμα, δικαίως, τους αντάμειψε. Από τα πιο καθηλωτικά που είχαμε δει.
Ο ήλιος ξεμύτιζε σαν να έπαιζε κρυφτό με τα δέντρα της ζούγκλας πριν βουτήξει στο ποτάμι. Πίσω του έμενε μια ουρά από φλόγες και χρυσαφί αντανακλάσεις.
Στο φόντο, μια πιρόγα πλησίαζε αργά. Ο βαρκάρης έμοιαζε να κόβει το ποτάμι στα δύο. Μια εικόνα που έλεγες ότι βγήκε από ταινία ή από όνειρο.
Πολύ κοντά μας, σ’ ένα νησάκι του ποταμού, δυο κροκόδειλοι ακίνητοι. Έμοιαζαν κοιμισμένοι. Ή έτσι θέλαμε να πιστεύουμε. Όταν η πιρόγα έφτασε στο ύψος μας, εκείνοι… την πήραν από πίσω.
Η σκηνή έγινε ακαριαία αντικείμενο λατρείας: καταιγισμός φωτογραφιών, μηχανές κλικ–κλικ σαν βροχή σε τσίγκινη στέγη. Αν η πιρόγα είχε συναισθήματα, θα είχε κοκκινίσει.

Η πιρόγα απομακρύνθηκε. Οι κροκόδειλοι έμειναν. Και κάτι άρχισε να αλλάζει.
Πρώτα πλησίασαν. Ύστερα σταμάτησαν.
Κι έπειτα… πλησίασαν περισσότερο.
Εμείς, με θάρρος που μάλλον βασιζόταν στην άγνοια, σκύψαμε λίγο περισσότερο, να πετύχουμε το τέλειο κάδρο. Το ρύγχος, τα μάτια, την απάθεια που έμοιαζε με απειλή.
Ήταν πια σε απόσταση αναπνοής. Κυριολεκτικά.
Κι εκεί…
Με την άκρη του ματιού της, η σύζυγός μου πρόσεξε κάτι παράξενο:
Δεν υπήρχε κανείς γύρω μας.
Η ακτή, άδεια. Όλοι οι άλλοι είχαν ανέβει διακριτικά στο ύψωμα, πίσω από ένα προστατευτικό τοιχίο. Εμείς μόνοι. Οι φωτογράφοι ήρωες, οι τελευταίοι των τουριστών.
Έσκυψε προς το μέρος μου και μου ψιθύρισε με μια φυσικότητα που δεν ταίριαζε με την περίσταση:
«Ώρα να την κάνουμε… με ελαφρά πηδηματάκια».
Πίσω πίσω, βήμα βήμα. Ήσυχα. Με στυλ. Χωρίς πανικό.
Κι εκείνη τη στιγμή, ένας από τους κροκόδειλους, μάλλον ο αρχηγός της παρέας, τινάχτηκε στον αέρα.
Ναι, στον αέρα.
Ενάμισι μέτρο ύψος.
Προσγειώθηκε με δύναμη ακριβώς στο σημείο που στεκόμασταν πριν… ένα δευτερόλεπτο.
Τρέξαμε. Όχι με χάρη. Ούτε με στυλ. Με την ψυχή στο στόμα.
Η καζούρα που ακολούθησε ήταν αναμενόμενη. Οι ντόπιοι του Λοντζ μάς έδειξαν, σαν να παρουσίαζαν τεκμήριο σε δικαστήριο, ένα βίντεο με το πώς οι κροκόδειλοι πηδούν για να πιάσουν τη λεία τους.
Κοιμηθήκαμε λίγο αργότερα, ήσυχα, όπως μετά από κάθε μεγάλη περιπέτεια.
Η σύζυγός μου, γυρίζοντας πλευρό, είπε το αλησμόνητο:
«Το μόνο που στενοχωριέμαι… είναι που έχασα τη φωτογραφία».

*Ο Ιωσήφ Μανίκης γεννήθηκε στην Πρέβεζα και σπούδασε Χημεία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συνεχίζοντας με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ).
Η επαγγελματική του πορεία συνδέθηκε με τη μελισσοκομία, ενώ έχει δημοσιεύσει επιστημονικά άρθρα και το βιβλίο Νέες τεχνολογίες στα προϊόντα μελιού.
Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα Επιστροφή στο λίκνο από τις Πρότυπες εκδόσεις Πηγή Εκδόσεις και συμμετέχει με διηγήματά του σε συλλογικούς τόμους.
Αρθρογραφεί για θέματα λογοτεχνίας και ιδιαίτερα για την επιστημονική φαντασία σε έντυπα όπως τα Fractal και HuffPost Greece. Συντονίζει τη Λέσχη Ανάγνωσης Επιστημονικής Φαντασίας στο βιβλιοπωλείο Μεσιέ Σαρλό στη Θεσσαλονίκη.
Μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης, εκθέτει μαζί με τη σύζυγό του τα έργα του σε ομαδικές και ατομικές παρουσιάσεις. Η πιο πρόσφατη έκθεσή τους με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, φιλοξενήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Σινεφίλ και ταξιδευτής, μετατρέπει εικόνες και εμπειρίες σε αφηγηματικό υλικό.
*Η Εύα Μιμιλίδου σπούδασε Μαθηματικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική των Μαθηματικών.
Παράλληλα καλλιέργησε την αγάπη της για τη φωτογραφία, που ξεκίνησε από παιδί στον σκοτεινό θάλαμο του πατέρα της. Στο Photonic Studio της Μαρίας Θαμνίδου εμβάθυνε στη δημιουργική φωτογραφία, γνωρίζοντας διαφορετικά είδη και τεχνικές.
Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις, με αγαπημένα της θέματα τη φωτογραφία δρόμου, την ταξιδιωτική και τη δημιουργική φωτογραφία.
Είναι μέλος της Φωτογραφικής Λέσχης Θεσσαλονίκης και συμμετέχει σε εκθέσεις μαζί με τον σύζυγό της. Τελευταία κοινή τους παρουσίαση ήταν η έκθεση με θέμα την ταξιδιωτική φωτογραφία, τον Φεβρουάριο του 2024, στον χώρο “Ζώγια – Βιβλίο Τσάι Και Συμπάθεια”.
Η αγάπη της για τη φωτογραφία συνδυάζεται με το πάθος της για τα ταξίδια και με τον σύζυγό της περιηγούνται σε διάφορα μέρη του κόσμου.
