Λέξεις: Αλέξης Μπένος
Εικόνες: unsplash
Ποια είναι η κατάσταση σήμερα των υπηρεσιών του Εθνικού Συστήματος Υγείας και γιατί; Είναι δυνατόν το ΕΣΥ να προσφέρει υψηλής ποιότητας υπηρεσίες με αξιοπρέπεια τόσο για τους ασθενείς όσο και για τους εργαζόμενους σε αυτό; Ή μήπως πρόκειται για ένα όνειρο απατηλό που δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί ποτέ;
Η σύγχρονη εμπειρία αρρώστων και συγγενών από τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας είναι αμφίσημη. Από τη μία, οι δυσκολίες πρόσβασης, λίστες αναμονής, πολυκοσμία στις εφημερίες, ελλείψεις βασικών υποδομών, κλπ. Από την άλλη η θετική ενέργεια από την αφοσίωση και τη δοτικότητα των εργαζόμενων που με τη σειρά τους αγωνίζονται να απαντήσουν στις όλο και διογκούμενες ανάγκες περίθαλψης σε συνθήκες εξωφρενικής υποστελέχωσης και αποδιάρθρωσης.
Η πρόσφατη μελέτη του ΚΕΠΥ αποκαλύπτει ότι η αθροιστική υποχρηματοδότηση των δημόσιων νοσοκομείων από το 2009 ως το 2024 είναι της τάξης των 38 δις ευρώ [δηλαδή 19 φρεγάτες Bellara…].
Παράλληλα ο ιδιωτικός τομέας χρηματοδοτούμενος αδρά από τους δημόσιους πόρους επεκτείνεται συνεχώς με αντίστοιχη αύξηση της κερδοφορίας του.
Το αφήγημα που τείνει να κυριαρχήσει αναδεικνύει τον ιδιωτικό τομέα ως τουλάχιστον ανταγωνιστικό – αν όχι καλύτερο – με τον δημόσιο. Γιατί λοιπόν να μην στηριχθούμε στις υπηρεσίες του ιδιωτικού τομέα και να αφήσουμε στην τύχη του τον «ξεπερασμένο» θεσμό του ΕΣΥ?
Αυτό το φαινομενικά «αθώο» ερώτημα έχει δυστυχώς μια κυνική απάντηση. Στόχος των ιδιωτικών επιχειρήσεων στην υγεία είναι προφανώς και μόνον το κέρδος. Η εξαφάνιση των δημόσιων δομών και υπηρεσιών υγείας θα ελευθερώσει τις κερδοσκοπικές ορέξεις εις βάρος της προσβασιμότητας και της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας. Τελική κατάληξη αυτής της διαδικασίας θα είναι η πραγματικότητα που βιώνει ο πληθυσμός των ΗΠΑ.
Ένα μονοπωλιακό σύστημα κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης υπό την κυριαρχία των ασφαλιστικών πολυεθνικών που ελέγχουν όλο τα φάσμα υπηρεσιών από την πρωτοβάθμια περίθαλψη έως τα εξειδικευμένα νοσοκομεία. Αποτέλεσμα εκατομμύρια ανασφάλιστων, αδυναμία πρόσβασης σε υπηρεσίες λόγω κόστους, ανικανοποίητες ανάγκες υγείας του πληθυσμού, καταστροφικές δαπάνες των νοικοκυριών για να καλύψουν τη φροντίδα κάποιου από την οικογένεια.

Υπερανάπτυξη και αντίστοιχη υπερκατανάλωση κερδοφόρων υπηρεσιών όπως η αισθητική-πλαστική χειρουργική και δερματολογία, και αποδιάρθρωση υπηρεσιών που αν και αναγκαίες για τη φροντίδα του πληθυσμού είναι οικονομικά ζημιογόνες π.χ. νευροχειρουργικά τμήματα, δραστηριότητες πρόληψης της νόσου και προαγωγής της υγείας σε πληθυσμιακό επίπεδο, κλπ.
Είναι όμως δυνατό να υπάρξει ένα δημόσιο σύστημα υγείας που να καλύπτει τις ανάγκες φροντίδας του πληθυσμού με υπηρεσίες ποιότητας και σε περιβάλλον αξιοπρέπειας?
Η αρνητική εμπειρία της πανδημίας μας έδωσε πολλά διδάγματα. Υποστελεχωμένες δομές από τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας, τις δομές Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας μέχρι τις νοσοκομειακές υπηρεσίες εντατικής θεραπείας και φροντίδας καθόρισαν τον εξωφρενικό απολογισμό νοσηρότητας και θνησιμότητας. Θα μπορούσε να είναι διαφορετικά?
Ένα ΕΣΥ επαρκώς στελεχωμένο με σύγχρονες υποδομές και ανάπτυξη με γνώμονα τις ανάγκες υγείας του πληθυσμού θα μπορούσε να προστατεύσει με αποτελεσματικότητα την υγεία και ευημερία του συνόλου. Αρχικά ένα ολοκληρωμένο και επαρκώς στελεχωμένο δίκτυο υπηρεσιών δημόσιας υγείας θα ήταν ικανό να ανιχνεύσει άμεσα πιθανά νέα κρούσματα COVID19 σε τοπικό επίπεδο και να ελέγξει αποτελεσματικά την περαιτέρω διασπορά της νόσου.
Παράλληλα, η ύπαρξη δομών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας που να καλύπτουν όλη την επικράτεια θα έδινε τη δυνατότητα στις τοπικές ομάδες υγείας να περιθάλπουν και να παρακολουθούν τα ήπια κρούσματα σπίτι τους και να συμβάλλουν έτσι και στην καλύτερη φροντίδα των κρουσμάτων που χρειάζονταν νοσηλεία στο νοσοκομείο ενώ με προληπτικές παρεμβάσεις θα μπορούσε να ελέγξει σε τοπικό επίπεδο την πανδημία και να αποφευχθούν έτσι τα καταστροφικά σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο lockdowns.
H ύπαρξη τέλος ικανά στελεχωμένων και με επαρκή υποδομή [κρεββάτια ΜΕΘ, κλπ] νοσοκομειακών υπηρεσιών θα συνέβαλε στην αποτελεσματικότερη περίθαλψη όλων των αρρώστων [και όχι μόνον τους πάσχοντες από COVID19 όπως συνέβη] και ως εκ τούτου την αποφυγή πολλών πλεοναζόντων θανάτων.
Μπορεί τελικά να υπάρξει ένα δημόσιο σύστημα υγείας το οποίο να είναι έτσι σχεδιασμένο ώστε να καλύπτει τις ανάγκες φροντίδας υγείας του πληθυσμού και μάλιστα να είναι προετοιμασμένο για μια νέα απειλή πανδημικής έκρηξης;
Εδώ και πολλά χρόνια οι πολεμικές δαπάνες – που τώρα εκτινάσσονται – είναι αποδεκτές με επίκληση ενός θεωρητικού κινδύνου πολεμικής σύρραξης απέναντι στον οποίο χρειάζεται προετοιμασία και υποδομές.
Η δεδομένη όμως έλευση μιας νέας πανδημίας, δηλαδή ενός πραγματικού κινδύνου, δεν θεωρείται επαρκής για αντίστοιχη στήριξη των δομών δημόσιας υγείας. Είναι λοιπόν θέμα πολιτικών επιλογών για το που θα δοθεί η απαραίτητη χρηματοδότηση. Στην προάσπιση της υγείας του πληθυσμού ή στην πολεμική οικονομία που στοχεύει σε μαζικές δολοφονίες, στην απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και υπόστασης και τη βαρβαρότητα.
Η Κούβα απέδειξε με το λαμπρό παράδειγμα του συστήματος υγείας της ότι ακόμη και μια μικρή και φτωχή χώρα μπορεί να επιλέξει να προασπίσει την υγεία του πληθυσμού της με αποτέλεσμα να έχει καλύτερους δείκτες υγείας ακόμη και από την πιο πλούσια χώρα, τις ΗΠΑ. Προφανώς αυτή η σύγκριση ερμηνεύει και την καταστροφική μανία των κυβερνήσεων των ΗΠΑ απέναντι σε αυτό το θαυμαστό λαό που απειλείται αυτές τις μέρες με αφανισμό από τη βαρβαρότητα των ιμπεριαλιστικών στόχων της κυβέρνησης Τραμπ.
*Ο Αλέξης Μπένος είναι Καθηγητής Υγιεινής, Κοινωνικής Ιατρικής & Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας της Ιατρικής του Α.Π.Θ.
