Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει επανειλημμένα και δημόσια ότι θέλει το CNN να πουληθεί. Έχει απαιτήσει ότι «πρέπει να πωληθεί» σε οποιαδήποτε συμφωνία αφορά τη Warner Bros Discovery. Πλέον, μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες μέσων ενημέρωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να κινείται με ταχύτητα για να ικανοποιήσει αυτή την απαίτηση, ενώ μία άλλη επιδιώκει να εδραιώσει ακόμη περισσότερο την ισχύ της. Η ακρόαση της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων την Τετάρτη, με αντικείμενο τον ανταγωνισμό στο streaming, κατά την οποία βουλευτές εξέφρασαν ανησυχίες για την επιρροή της κυβέρνησης Τραμπ και τις επιπτώσεις μιας ενδεχόμενης συγχώνευσης στους καταναλωτές, κατέστησε σαφές πόσο επικίνδυνες είναι και οι δύο επιλογές για την ελευθερία του λόγου, το κοινό και τη δημοκρατία.
Η Netflix έχει καταθέσει πρόταση εξαγοράς ύψους 82,7 δισ. δολαρίων για τη Warner Bros Discovery, πρόταση που αμφισβητήθηκε άμεσα από μια εχθρική προσφορά εξαγοράς 108 δισ. δολαρίων από την Paramount Skydance, υπό την ηγεσία του Ντέιβιντ Έλισον, γιου του συμμάχου του Τραμπ, Λάρι Έλισον. Καμία από τις δύο συμφωνίες δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και αμφότερες συνιστούν σοβαρό κίνδυνο για το μέλλον της ελεύθερης έκφρασης, καθώς θα οδηγούσαν σε πρωτοφανή συγκέντρωση εξουσίας στον έλεγχο του τι παρακολουθούν οι Αμερικανοί και ποιες ιστορίες αφηγούνται τα μέσα.
Η συγκέντρωση αυτή επιχειρείται τη στιγμή ακριβώς που η κυβέρνηση Τραμπ εργαλειοποιεί ανοιχτά τις διαδικασίες ελέγχου συγχωνεύσεων, επιδιώκοντας να αποσπάσει εκδοτικές παραχωρήσεις από εταιρείες μέσων ενημέρωσης που αγωνιούν για τη λήψη ρυθμιστικών εγκρίσεων. Αυτό δεν αποτελεί εικασία, αλλά πραγματικότητα που ήδη εκτυλίσσεται.

Η Paramount κατέβαλε 16 εκατ. δολάρια για να διευθετήσει αγωγή του Τραμπ κατά του CBS την περασμένη χρονιά, αγωγή που χαρακτηρίστηκε αβάσιμη. Παράλληλα, στην προσπάθειά της να εξασφαλίσει έγκριση από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών (FCC) για τη συγχώνευση, η εταιρεία διόρισε τον Κένεθ Ρ. Γουάινστιν, τον οποίο ο Τραμπ είχε στο παρελθόν προτείνει για τη θέση του πρέσβη στην Ιαπωνία, ως επιτηρητή «μεροληψίας» στο CBS News. Το μέτρο αυτό χαρακτηρίστηκε από την επίτροπο της FCC, Άννα Γκόμεζ, ως «πρωτοφανής μορφή κυβερνητικού ελέγχου στις αποφάσεις των συντακτικών γραφείων», που «παραβιάζει τόσο την Πρώτη Τροπολογία όσο και τον νόμο».
Οι επιπτώσεις για την ελευθερία του λόγου ήταν άμεσες. Ο παραγωγός της εκπομπής 60 Minutes, Μπιλ Όουενς, παραιτήθηκε τον Απρίλιο εν μέσω των διαπραγματεύσεων για τον διακανονισμό. Λίγες εβδομάδες αργότερα αποχώρησε και η πρόεδρος του CBS News, Γουέντι ΜακΜάον. Η βραδινή εκπομπή του Στίβεν Κόλμπερτ ακυρώθηκε πριν από τη συγχώνευση Paramount–Skydance, σε μια κίνηση που εκλήφθηκε ως προσφορά προς τον Τραμπ για να επιτραπεί η ολοκλήρωση της συμφωνίας. Πλέον, η ίδια ιδιοκτησιακή ομάδα φέρεται να υπόσχεται «σαρωτικές αλλαγές» στο CNN, ακριβώς όπως έχει απαιτήσει ο Τραμπ, όπως αναφέρει η αρθρογράφος του Guardian, Courtney C Radsch.
Σε πρώτη ανάγνωση, η Netflix εμφανίζεται ως λιγότερο επιθετικός διεκδικητής, ωστόσο και αυτή συνιστά εξίσου σοβαρή απειλή. Παρότι το CNN εξαιρείται επί του παρόντος από τη συμφωνία και προβλέπεται να αποσχιστεί μαζί με ορισμένα παραδοσιακά καλωδιακά δίκτυα σε μια νέα οντότητα, τη Discovery Global, η μεγαλύτερη συνδρομητική πλατφόρμα βίντεο παγκοσμίως διαθέτει ιστορικό υποχώρησης σε πολιτικές πιέσεις. Το 2019, έπειτα από την αφαίρεση σατιρικής ενημερωτικής εκπομπής που ασκούσε κριτική στη Σαουδική Αραβία, ο διευθύνων σύμβουλος της Netflix, Ριντ Χέιστινγκς, υπερασπίστηκε την απόφαση δηλώνοντας: «Δεν είμαστε ειδησεογραφικός οργανισμός. Δεν προσπαθούμε να πούμε “αλήθειες στην εξουσία”. Προσπαθούμε να διασκεδάσουμε».

Η αντίληψη αυτή αποτελεί ψευδή διχοτόμηση. Η ψυχαγωγία διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο, συχνά προσεγγίζοντας κοινά που η δημοσιογραφία από μόνη της δεν μπορεί. Το ιστορικό της Netflix στην υποχώρηση έναντι πολιτικών πιέσεων δεν μπορεί να υποβαθμιστεί ως απλή διαφωνία περί ψυχαγωγίας, ιδίως όταν το περιεχόμενο που επηρεάζεται περισσότερο, σάτιρα, ντοκιμαντέρ και ιστορικό δράμα, βρίσκεται στα όρια της δημοσιογραφίας και λειτουργεί εδώ και δεκαετίες ως μηχανισμός πολιτικής λογοδοσίας σε περιόδους πίεσης των ειδησεογραφικών μέσων.
Η ακρόαση κατέδειξε επίσης ότι η Netflix δεν είναι απλώς ένα ακόμη στούντιο που εξαγοράζει ανταγωνιστή, αλλά μεγάλης κλίμακας τεχνολογική πλατφόρμα που επεκτείνει την ισχύ της στο σύστημα παραγωγής του Χόλιγουντ και στη δημοσιογραφία. Η Netflix απειλεί την ελευθερία της έκφρασης μέσω της ισχύος της στην αγορά, ενώ η Paramount Skydance μέσω της αποδεδειγμένης υποταγής της. Και οι δύο εκδοχές είναι προβληματικές.
Η ανάθεση του ελέγχου τόσο του CBS News όσο και του CNN στην οικογένεια Έλισον θα έθετε δύο από τους πιο επιδραστικούς ειδησεογραφικούς οργανισμούς των Ηνωμένων Πολιτειών υπό τον έλεγχο δισεκατομμυριούχων που έχουν ήδη δείξει ότι είναι διατεθειμένοι να περιορίσουν τη δημοσιογραφία για να κερδίσουν την εύνοια του προέδρου. Πρόκειται για καταγεγραμμένο πρότυπο συμπεριφοράς και όχι για θεωρητική ανησυχία.

Η ιστορία δείχνει επίσης τι συνεπάγεται η υπερσυγκέντρωση στον χώρο της ψυχαγωγίας. Μετά την εξαγορά της Fox από τη Disney, ακυρώθηκαν δεκάδες ταινίες και, έξι χρόνια αργότερα, οι κινηματογραφικές και θεατρικές κυκλοφορίες παραμένουν στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας. Η Paramount ακύρωσε την παιδική σειρά Ντόρα, επανεκκίνηση της δημοφιλούς Ντόρα η Εξερευνήτρια, με πρωταγωνίστρια ένα λατινοαμερικανικής καταγωγής κορίτσι, μετά τη συγχώνευση με τη Skydance. Από το 2014, η Netflix έχει αυξήσει επανειλημμένα τις τιμές, έχει επιβραδύνει την παραγωγή περιεχομένου που θεωρείται «υπερβολικά πολιτικό» και έχει ακυρώσει δημοφιλείς σειρές παρά την υψηλή τηλεθέαση.
Η Netflix λειτουργεί θεμελιωδώς διαφορετικά από τα παραδοσιακά στούντιο. Ενώ η Warner Bros, όπως και η Disney και η Universal σε προηγούμενα κύματα συγχωνεύσεων, αδειοδοτούσε περιεχόμενο σε ανταγωνιστές, η Netflix παράγει αποκλειστικά για την ίδια, διατηρεί το περιεχόμενο πίσω από συνδρομητικό τείχος και χρησιμοποιεί αδιαφανείς αλγόριθμους για να καθορίζει τι προβάλλεται και τι εξαφανίζεται. Σε περίπτωση εξαγοράς της Warner Bros Discovery, η Netflix θα αποκτούσε τον έλεγχο του προγράμματος κύρους του HBO και της τεράστιας κινηματογραφικής βιβλιοθήκης της Warner Bros, εγκλωβίζοντάς τα σε έναν αλγοριθμικό «περιφραγμένο κήπο» που επηρεάζει το τι παρακολουθούν περισσότερα από 300 εκατ. συνδρομητές παγκοσμίως.
Οι εξελίξεις αυτές λαμβάνουν χώρα εν μέσω μιας άνευ προηγουμένου επίθεσης της κυβέρνησης Τραμπ στην ελευθερία του Τύπου, με αποδυνάμωση ανεξάρτητων θεσμών, συμπεριλαμβανομένης της FCC – και παράκαμψη της δημοκρατικής λογοδοσίας. Πολλοί μεγάλοι όμιλοι μέσων ενημέρωσης δεν αντέδρασαν με αντίσταση, αλλά με διακανονισμούς, υποχωρήσεις σε ζητήματα πολυμορφίας, παρεμβάσεις στη συντακτική ηγεσία και επισκέψεις στο Μαρ-α-Λάγκο.
Η FCC και το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ διαθέτουν τόσο την αρμοδιότητα όσο και την υποχρέωση να απορρίψουν συμφωνίες που απειλούν το δημόσιο συμφέρον και ενδέχεται να παραβιάζουν την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία. Οφείλουν να ενεργήσουν άμεσα, καθώς οποιαδήποτε από τις δύο εξαγορές θα παρέδιδε υπέρμετρη εξουσία στον έλεγχο του λόγου και του πολιτισμού σε κολοσσιαίες εταιρείες που λειτουργούν υπό εκτελεστική πίεση. Πρόκειται για συμφωνίες που δεν υπηρετούν τη δημοκρατία.
